Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Συνομιλία με άγνωστον τέως εχθρόν. Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Ηλία Βενέζη.


Συνομιλία με  άγνωστον  τέως εχθρόν. Ηλίας Βενέζης

Κύριε, θα είχατε την καλωσύνη…
– Ορίστε, κύριε.
– Θα μπορούσα να βρω ένα φαρμακείο…– πώς το λένε, πώς το λένε…
Τα μεγάλα, παιδιάτικα, εκφραστικά μάτια ψάχνουν τον αέρα να το βρουν.

– …Ένα φαρμακείο, να — όλο…πώς το λένε;… όλο ανοιχτό.
Απ’ τα πολλά καταλαβαίνω πως ζητείται ένα διανυκτερεύον φαρμακείο. Είναι βράδυ, επαύριον των Χριστουγέννων, η σκηνή στα «Ολύμπια».
– Τι θέλετε;
– Θάθελα… ένα ασπιρίνη. Μου πονεί το κεφάλι.
Στο τραπέζι μας, ένας φίλος έχει ασπιρίνη. Του δίνουμε μία.
– Ξένος είσθε, κύριε;
Υποθέτω πως θα πρόκειται για κανέναν βεριτάμπλ ρωμιό, που είνε ντυμένος κουστούμι σπορ, έχει συμπαθητικώτατη μορφή και μόλις ενθυμείται μεταξύ αγγλικής ή γαλλικής και ολίγην τινα ελληνική.
– Ξένος είσθε, κύριε;
– Ναι, είμαι Τούρκος κύριε.
– Α! Τούρκος!
Αναστάτωση στο τραπέζι μας. Τα μάτια ερευνούν ανήσυχα το φαινόμενον. (Άκου, Τούρκος!…λέει ένας σιγανά με δέος. Μωρέ και πού μοιάζει, Τούρκος; ψιθυρίζει ένας άλλος). Η συμπαθητική κυρία του γειτονικού τραπεζιού που ασχολείται με την ποίησιν, στηλώνει επί τω ακούσματι μια τόσο τρομαγμένη ματιά.
Πιάνουμε κουβέντα. Ήρθε με την τουρκική ομάδα που έπαιξε με τον «Άρη». Φοιτητής — κάτι τέτοιο. Δεν παίζει φουτ μπωλ. Είνε κωπηλάτης στις λεμβοδρομίες. Τρελλαίνεται για τη θάλασσα.
– Εσείς εδώ, νησιώτες, θα μας ξεπερνάτε βέβαια, στη θάλασσα. Θάχετε πλαζ, θάχετε ωραίες βάρκες, θάχετε ομίλους αποκλειστικά για σπορ στη θάλασσα, ε;
– Βέβαια, βέβαια, πώς…Η μουσική παίζει ένα ταγκό του τελευταίου ταχυδρομείου. Ο μικρός κύριος προσηλώνεται και παρακολουθεί με κινήσεις του κεφαλιού το σκοπό, σφυρίζει σιγανά και διακριτικά.
– Τι ωραίο πράμμα που είναι η μουσική ε; Δε συμφωνείτε; με ρωτά.
– Απολύτως, απολύτως.
– Πρώτη φορά έρχεστε στη Μυτιλήνη;
– Που βγαίνω έξω, ναι. Αλλά ένα σωρό φορές ταξιδεύοντας για το εξωτερικό την χαιρόμουν απ’ το βαπόρι. Παρακαλούσα να μ’ αφήσουν να βγω. Όχι! όχι! Έτσι και στον Πειραιά: Δεν επιτρέπεται. Έχεις βίζα. Δεν είχα βίζα. Τότε και γω λέω — μωρέ θα βγω! Κάνω, που λέτε το ρωμηό, λέω: τον πρώτο πόλισμαν που θα δω στο κουμέρκι θα του πω, καλημέρα σας — έτσι θα καταλάβει πως είμαι ρωμηός. Αλλά δε βαριέστε! Μέπιασαν. Μα, αλήθεια, διακρίνουμαι από τίποτα;
Φυσικά από τίποτα δε διακρίνεται. Του το βεβαιώνω.
Και δε μου λέτε, που μάθατε τόσο καλά ελληνικά;
– Μα είμαι από τη Σμύρνη. Παιδάκια όλο με δικούς σας παίζαμε.
– Α, γι’ αυτό;
– Ξέχασα να σας ρωτήσω, λέει πάλι ο μικρός κύριος. Τι γιορτή έχετε σήμερα και χτες.
– Χριστούγεννα.
– Χριστούγεννα; Μα εγώ το λογάριασα, είνε ύστερα από δεκατρείς μέρες. Έτσι δεν είνε;
– Ω, μα δεν έχουμε πια το παληό ημερολόγιο! Αλλάξαμε.
– Α, έτσι; Και γω είχα χάσει το νου μου να λογαριάζω — σαν πήραμε το γράμμα του «Α…». Χριστούγεννα λοιπόν! Καλές γιορτές.
– Ευχαριστώ.
– Αλλάξαμε και μεις το ημερολόγιό μας. Δεν έχουμε πια χίλια τρακόσα τόσα…
– Και σεις αλλάξατε σ’ όλα. Έχετε και τον πολιτικό γάμο, ακόμα.
– Σεις δεν έχετε;
– Όχι.
Τον ρωτώ για τη Σμύρνη. Αν το τάδε και τάδε μέρος που είχαν καεί ξαναχτίστηκαν, τι έγιναν τα ερείπια — οι μεγάλοι θεόρατοι τοίχοι που κρέμουνταν στο τάδε μέρος, λεπτομέρειες σημαδιακές που μπορεί να τις ξαίρει μόνο ένας που είδε τη Σμύρνη μετά την καταστροφή. Ο νέος κύριος απορεί.
– Πού τα ξέρετε εσείς αυτά;
– Α, έτυχε να τα δω, του λέω, πολεμώντας να ξεφύγω μια συγκεκριμένη απάντηση. Μα το παιδί επιμένει. Αναγκάζουμαι να του το πω.
– Έμεινα δεκατέσσερες μήνες στα εργατικά τάγματα.
– Α, αλήθεια!
Το χαρούμενο χαμόγελο σβύνει ξαφνικά απ’ τα χείλια του παιδιού. Με κοιτάζει πολλή ώρα, σιωπηλά.
– Α! έτσι…λοιπόν, Prisonnier de guerre…
– Ναι, έτσι…
– Πάλι μένει σιωπηλό. Κάτι γυρίζει μες το μυαλό του – το καταλαβαίνω. Έπειτα με κοιτάζει μες τα μάτια, ξανά.
– Δηλαδή…μπορούσε να σας είχα σκοτώσει;
– Μπορούσε.
– Και σεις εμένα..
– Και σας, εγώ.
– Μα μήπως αυτό το θελήσαμε, εμείς; λέει πάλι και δείχνει εμένα και κείνον.
Μα όχι, βέβαια εμείς οι δυο δεν το θελήσαμε.
Του κερνάμε απ’ το τραπέζι μας ένα ούζο. Το δέχεται με τόση χαρά — τρεισήμισι δραχμές. Βλέπω τη χαρά αυτή σα με κοιτάζει να μου ευχηθεί.
– Στην υγειά σας.
– Στην υγειά σας.
Μας προσκαλεί να πάμε την άνοιξη, στη Σμύρνη. Μα πρέπει νάρτετε.
– Θάρτουμε.
Ήρθε η ώρα να φύγει. Μου σφίγγει το χέρι θερμά.
– Καλή νύχτα αγαπητέ μου φίλε.
– Καλή νύχτα, φίλε μου.
Θέλησα να τον πω με το μικρό του όνομα. Μα θυμήθηκα πως δεν είχαμε πει τα ονόματά μας. Κι όταν έφευγε ακόμα, πάλι δεν τον ρώτησα. Τι χρειάζουνταν;
ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου