Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Ο γλάρος ο άνθρωπος και ο σκύλος.

Θέλεις νάταν ο νοτιάς, θέλεις τα καλλιεργημένα χωράφια που φάνταζαν μια απλωμένη τραπεζαρία κάτω από τα μάτια του, ο γλάρος ξεμάκρυνε από την παραλία και έπιασε με τους φίλους του τους λόφους.
Η μέρα έφευγε όμως γρήγορα και η βραδιά της Ανάστασης έφερνε μαζί της εκτός από τους χτύπους της καμπάνας και πολλές ντουφεκιές βεγγαλικά και στράκα στρούκες.



Τα πουλιά έκαναν τις τελευταίες τους γύρες πάνω από τις κορυφές των δέντρων τρομαγμένα από την φασαρία πριν πιάσουν στρογέρα σε μια σειρά από κυπαρίσσια.
Ο γλάρος μας όμως ήθελε να δει από που ερχόταν η φασαρία και πλησίασε την πηγή του. Εκεί τον βρήκε η σφαίρα στο φτερό και λαβωμένος έπεσε στο χώμα μπροστά από το εξοχικό των παραθεριστών που μόλις πριν λίγες ώρες είχαν ανοίξει το σπίτι.
Ο σκύλος τους έβαλε τις φωνές στην θέα του εισβολέα, και γαβγίζοντας αγριεμένα όρμησε προς το μέρος του τρομαγμένου γλάρου.
Προς ο γλάρος κουτσά κουτσά να σέρνει το πληγωμένο του φτερό, πίσω ο σκύλος να αλλυχτάει και να ψάχνει από που να τον πιάσει, πάρα πίσω ο ενθουσιασμένος από την ζωή της φύσης επισκέπτης να προσπαθεί να σώσει το πουλί.
Με τα πολλά, κατόρθωσε να ηρεμήσει το σκυλί και να πιάσει τον γλάρο, ενώ ο σκύλος παραξενεμένος τριγύριζε γύρω γύρω να δει και αυτός τι ήταν τούτη η παράξενη άσπρη μάζα από φτερά που έσκουζε τόσο άσκημα..
Ο άνθρωπος βρήκε ένα καλάμι, έδεσε το σπασμένο του φτερό και ενώ τραβούσε το πανί για να το δέσει, ο γλάρος του έδωσε μια τσιμπιά πιο γερή και από αυτές που δίνουν οι μαμάδες όταν τα παιδιά τους κάνουν κάτι ανάρμοστο μπροστά στον κόσμο και δεν μπορούν να φωνάξουν.
Βλαστήμησε ο άνθρωπος, ζήτησε συγνώμη από τον Θεό, "Θε μου συγχώραμε μέρα πούνε" και απείλησε ο γλάρο ότι θα τον έδινε σούπα στον σκύλο που περίμενε στην γωνία.
Βρήκε ένα παλιό ψάθινο καπέλο για να κάνει φωλιά, η γυναίκα του μάλωνε τον άνθρωπο που χάλαγε το καπέλο, ο σκύλος γαύγιζε την κυρία του ανθρώπου που δεν τον έλυνε από την γωνιά του, ο γλάρος έκρωζε στην τύχη του και στον φόβο του, ενώ ο άνθρωπος αισθάνονταν ένας άλλος Ιντιάνα Τζόουνς στην αδάμαστη άγρια φύση.

Με τα πολλά όλοι κουράστηκαν και πήγαν για ύπνο.
Ο γλάρος ονειρεύτηκε μια μεγάλη ψαρούκλα να τον φωνάζει από τον αφρό της θάλασσας και πάνω στον ύπνο του ξέχασε τον πόνο του, άπλωσε τα φτερά του και τράβηξε κατά τον νοτιά.
Το πρωί ο ήλιος έλαμπε και το αρνί ήταν έτοιμο για την σούβλα.
Ο άνθρωπος αναρωτήθηκε πως να μοιάζει η γλαρόσουπα, ο σκύλος λιμπιζόταν το αρνί και η κυρία ακόμα γκρίνιαζε για το χαμένο καλοκαιρινό καπέλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου