Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Ένα Χριστουγεννιάτικο παραμύθι ...για τον Ρούντολφ.


Mια φορά και ένα καιρό ενώ οι δουλειές ήταν τόσες πολλές όσο το παγόβουνο που έκλεινε την είσοδο του χωριού  του Άγιου Βασίλη, συνέβει κάτι αναπάντεχο και όλα τα ξωτικά άφησαν τις δουλειές τους και έτρεχαν πανικόβλητα γύρω γύρω.
Ο Ρούντολφ το ελαφάκι είχε χαθεί ενώ έπαιζε με το να δοκιμάζει την αντανάκλαση της λαμπερής του μύτης πάνω στο χιόνι.
Ο Άγιος Βασίλης φυσούσε ξεφυσούσε και έπινε το ένα γάλα μετά το άλλο, η γυναίκα του έψαχνε τα υπογλώσσια με γεύση μπισκότου, ενώ ειδική ομάδα στελεχώθηκε από ξωτικά που ήταν εκπαιδευμένα να βρίσκουν χαμένους τάρανδους και άτακτα ελαφάκια.

Αφού με τα πολλά τα ξωτικά ηρέμησαν και συνέχισαν τις δουλειές τους, -με το ένα μάτι στα παιχνίδια και το άλλο έξω από το παράθυρο, με το ένα αυτί στις οδηγίες του αρχιξωτικού και το άλλο στα καμπανάκια των τάρανδων - ο Άγιος Βασίλης χαλάρωσε με το χάπι του και η ομάδα ξεκίνησε να βρει τον άτακτο Ρούντολφ, όλοι περίμεναν από ώρα σε ώρα να γυρίζουν όλοι μαζί για να συνεχίσουν τις ετοιμασίες για το μοίρασμα των δώρων.


Βλέπετε, τα παιδιά περίμεναν τα δώρα τους, και δεν θα δικαιολογούσαν με τίποτα κάποια καθυστέρηση.
Μέσα στην ταραχή τους όμως δεν πρόσεξαν ότι έλειπε και το πιο αφηρημένο ξωτικό από όλα όσα δούλευαν στο εργαστήρι, ο πάντα αφηρημένος αλλά πολύ γλυκούλης Φτούλης, από το Κρυφτούλης, μιας και τρελαινόταν για αυτό το παιχνίδι και δεν έχανε ευκαιρία να το παίξει, ακόμα και μόνος του.
Χωρίς λοιπόν να ξέρει ο Φτούλης ότι ο Ρούντολφ έχει χαθεί, περιπλανιόταν ανάμεσα στα σπιτάκια του χωριού, και έπλαθε φανταστικούς φίλους που τον ψάχνουν και τον βρίσκουν, κρυμμένο πίσω από τους φράχτες, ανάμεσα στα ψηλά δέντρα και κάτω από μύτες των πάγων.


Οι ώρες περνούσαν, και το μουντό βαρύ γκρί του χειμωνιάτικου απογεύματος άρχισε να σκεπάζει πρώτα τα ψηλά δέντρα, μετά τις καμινάδες των σπιτιών ,μετά τους φράχτες και τέλος τον χαμένο Ρούντολφ τον Φτούλη και όλους όσους έψαχναν ακόμα ,κατάκοποι μετά την πολύωρη αναζήτηση.

Ο Ρούντολφ ήταν πολύ χαρούμενος γιατί το σκοτάδι έκανε το παιχνίδι του πιο ευχάριστο μιας και το φως της μύτης του γινόταν πιο λαμπερό. Έτρεχε από δω και από κει ,έκρυβε το κεφαλάκι του μέσα στον πάγο και ξαφνικά πεταγόταν για να φωτίσει κάτι τυχαίο δίνοντας του μεγάλη χαρά.
Ο Φτούλης, ήταν και αυτός χαρούμενος γιατί μπορούσε να κρυφτεί πιο εύκολα από τους φανταστικούς του φίλους, ενώ τα ξωτικά που έψαχναν πραγματικά άρχισαν να αγωνιούν για την τύχη όχι μόνο του Ρούντολφ αλλά και όλης της επιχείρησης παράδοσης δώρων την πρωτοχρονιά.
Μάλιστα έψαχναν στις τσέπες τους να σιγουρευτούν ότι είναι εκεί ,ακόμα και για τα νέα δοντάκια που είχαν ζητήσει μερικά παιδάκια.
Έτσι τα έφερε η τύχη και πίσω από ένα σωρό κομμένα ξύλα, συναντήθηκαν ο Ρούντολφ και ο Φτούλης.
Τρόμαξαν και οι δύο γιατί δεν περίμεναν να συναντηθούν πάνω στο παιχνίδι τους αλλά μετά γέλασαν πολύ και αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω στο εργαστήρι, μιας και η συνάντηση τους τους επανέφερε στην πραγματικότητα, μακρυά από τον φανταστικό κόσμο του παιχνιδιού.

Χοροπηδόντας χαρούμενα γύρισαν πίσω εντελώς ανίδεοι για την ταραχή που επικρατούσε στο χωριό.
Μόλις τα ξωτικά τους είδαν πρώτα χάρηκαν αλλά μετά θύμωσαν πολύ.
Άλλοι φώναζαν στον Φτούλη ότι φταίει αυτός που έλειπε ο Ρούντολφ και ο καημένος ο Φτούλης έβαλε τα κλάματα γιατί κανείς δεν το πίστευε ότι έπαιζαν διαφορετικά παιχνίδια και αν δεν ήταν αυτός ο Ρούντολφ πιθανόν ακόμα να δοκίμαζε το φως της μύτης του μέσα στις καμινάδες.
Ο Ρούντολφ πάλι είχε γίνει τόσο κόκκινος από την ντροπή του όσο και η μύτη του . Είχε σκύψει το κεφαλάκι του και ζητούσε συγγνώμη από τα ξωτικά, από τον Άγιο Βασίλη, από τους άλλους τάρανδους, ακόμα και από το έλκηθρο ,αλλά ήταν τόση η φασαρία που δεν τον άκουγε κανείς.
Μέσα στην γενική αναταραχή κάποιος θυμήθηκε την ομάδα που έψαχνε και πήγε να τους ειδοποιήσει και μέχρι να γυρίσουν, όλοι είχαν κουραστεί από τις φωνές, ο Φτούλης είχε σταλεί να διπλώσει δώρα και ο Ρούντολφ στην γωνιά του τιμωρία.
Μετά την επιστροφή της ομάδας, ο αρχηγός τους επισκέφθηκε τον Άγιο Βασίλη για να συμπληρώσουν το βιβλίο συμβάντων του χωριού.
Ο Άγιος κάθισε στο μεγάλο του γραφείο, βρήκε το βιβλίο κάτω από μια στοίβα από γράμματα των παιδιών και άρχισε να γράφει το συμβάν.
Όταν όμως έφτασε στο σημείο του πως γύρισε ο Ρούντολφ στο χωριό , το ξωτικό άρχισε να ξεροβήχει.
"Θέλεις λίγο γάλα?" τον ρώτησε ο Άγιος γιατί νόμιζε ότι είχε αρρωστήσει τόσες ώρες έξω στο κρύο..
"Όχι, όχι..." μάσησε τα λόγια του το ξωτικό..." Μόνο σε παρακαλώ, να πεις ότι τον βρήκαμε εμείς...τόσες ώρες ψάχναμε, και κάποια στιγμή σίγουρα θα τον βρίσκαμε...να μη γραφεί ότι δεν μπορέσαμε να τον βρούμε και τον βρήκε ο αφηρημένος Φτούλης που δεν βρίσκει ούτε τον εαυτό του όταν παίζει κρυφτό!"
" AAA, να πούμε ψέμματα λοιπόν!? Ξέχασες καλέ μου βοηθέ ότι είμαι άγιος και δεν λέω ψέμματα? Τι θα κάνουν τα παιδάκια αν και εγώ αρχίσω να λέω τέτοια πράγματα? Τι παράδειγμα θα πάρουν?
Άλλωστε, μπορεί να κάνει και καλό στον Φτούλη, να αρχίσει να γίνεται πιο υπεύθυνος από δω και μπρος.." άρχισε να λέει ο Άγιος Βασίλης έκπληκτος από τα λεγόμενα του ξωτικού.

O Άγιος Βασίλης έγραψε σωστά το συμβάν και έδωσε στο ξωτικό να καταλάβει ότι δεν κάνουμε το καθήκον μας για να μας γράψουν στο βιβλίο συμβάντων για κάτι που δεν κάναμε όσο και αν προσπαθήσαμε, και όταν το ξωτικό έφυγε ήπιε ένα μεγάλο ποτήρι γάλα και έφαγε 3 κουλουράκια πολύσπορα διαίτης.
Το ξωτικό κλείνοντας την πόρτα πέταξε την σκούφια του στο χιόνι λέγοντας πράγματα που δεν ταιριάζουν σε βοηθό αγίου , και πήγε στον στάβλο να ετοιμάσει το έλκηθρο για την μεγάλη νύχτα!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου