Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Μια μικρή νυχτερινή περιπέτεια..



Φύσαγε ο αέρας ,πίσσα σκοτάδι, το φεγγάρι ίσα ίσα που πορτοκάλιζε μια γωνιά στον ουρανό, τα αστέρια άφαντα, κάποιοι σκύλοι που αλυχτούσαν αγριεμένοι, κλαδιά σαν πλοκάμια να απλώνονται από τις πλαγιές και ο δρόμος ίσα ίσα να χωράει το αυτοκίνητο που στέναζε πάνω στις πέτρες και προσπαθούσε σχεδόν στα τυφλά να βρει κάποιο πλάτωμα για γύρισμα.

Αλλά που να γυρίσεις?
Γκρεμός από δω, πλαγιά από κει ..
Άφησε τα φώτα ανοικτά και κίνησε να δει τι μπορεί να κρύβει η επόμενη στροφή, ενώ πίσω οι υπόλοιποι έψαχναν εναγωνίως για σήμα, μη μείνουν εκεί πάνω μες την νύχτα , φυλακισμένοι μέσα στ΄αυτοκίνητο.

Στο τέλος ο οδηγός γύρισε, και πάλι μπρος ακόμα λίγο μέχρι ένα ανοιγματάκι τόσο δα, ίσα ίσα να μπορεί να γυρίσει το αυτοκίνητο επί τόπου.

Βγήκαν οι επιβάτες έξω, ο ένας μπρος ο άλλος πίσω. "Έλα μπροστά"  να φωνάζει ο ένας," μη θα πέσεις στον γκρεμό" να φωνάζει ο πίσω.
"Έλα πίσω χωράς", να φωνάζει ο πίσω, "σταμάτα θα κτυπήσεις πάνω στις πέτρες" να φωνάζει ο μπροστά.!
Mπρος πίσω και όλο δεξιά, κατάφερε το αυτοκίνητο πάρει την στροφή και να αρχίσει το ταξίδι του γυρισμού.
Τον αναστεναγμό της ανακούφισης τον διέκοψε το επιφώνημα της έκπληξης και της τρομάρας, μας και ξαφνικά πετάχτηκε μπροστά τους ένας αγριεμένος άνθρωπος γύρω στα 60, που κράδαινε μια τεράστια μαγκούρα μπροστά στα φώτα και ήταν έτοιμος να την περάσει μέσα από τα ανοικτά τζάμια και να κτυπήσει τους επιβάτες.
"Ποιοι είστε? Tι θέλετε εδώ πάνου!! Που πάτε μες την vύχτα? "  Φώναζε και ξαναφώναζε ενώ κουνούσε μανιασμένα την μαγκούρα.
Από πίσω στην πλαγιά κατέβαινε γρήγορα μια γυναίκα, μάλλον η γυναίκα του, και ένας επιβάτης εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ που μπορούσε να τρέχει έτσι αν και το σκοτάδι παρέμενε πηχτό, που του έφυγε ο φόβος για τον άγνωστο άνδρα που ζητούσε διαπευστήρια μέσα στην ερημιά.

Όταν είδαν ότι κανείς δεν αποτελούσε κίνδυνο για κανέναν, ο αγριεμένος κάπως απογοητευμένος ..ξεκίνησε για το σπίτι του που υποθετικά θα ήταν κάπου εκεί γύρω, ενώ οι επιβάτες επιτέλους μπόρεσαν να συνέλθουν από την τρομάρα και να ακολουθήσουν τον δρόμο της επιστροφής.

"Τι την θέλαμε  την περιπέτεια μες την νύχτα?" ρωτούσε ο ένας τον άλλον, ενώ το πρώτο σχέδιο ήταν απλά να δουν που πήγαινε ο δρόμος που δεν είχαν ξαναπάρει.. Η  παροιμία μπορεί να  λέει,
"Όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί" αλλά δεν αναφέρει τίποτα για μαγκούρες από το πουθενά ...και άυπνους φύλακες των δρόμων που δεν τους παίρνει ποτέ κανείς...η τουλάχιστον..πότε πότε..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου