Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

Τα δρακόσπιτα της Όχης και ο έρωτας του Θεοκλή.


Ο Θεοκλής ήταν άυπνος αρκετές μέρες.
Η μητέρα του έβρισκε ανέγκικτο το νερωμένο του κρασί και τα ξερά σύκα το πρωί, τα μύγδαλα στο σακούλι που γύριζε από το κτήμα το απόγευμα, ενώ ίσα ίσα που έτρωγε δυο μπουκιές από το βραδινό φαγητό.
"Έλα παιδί μου κοντά στην Εστία να προσευχηθούμε στην θεά να σε κάνει καλά και να βρεις πάλι το κέφι σου και να φας λιγάκι"  τον παρακαλούσε και τον ξαναπαρακαλούσε, αλλά εκείνος γύριζε το κεφάλι αλλού και έβγαινε έξω στο πλάτωμα, ξάπλωνε στην πεζούλα και κοίταζε τον ήλιο να χάνετε πίσω από τα βουνά πέρα από τον κάμπο της Καρύστου.

" Μην τον πιέζεις βρε γυναίκα" προσπαθούσε να της μιλήσει ο άντρας της, "δεν βλέπεις ότι είναι ερωτευμένος"..
Έλιωνε ο Θεοκλής για την Ευτέρπη που τραγουδούσε κάτω στις βρύσες των Μύλων όποτε πήγαινε να πάρει νερό και η φωνή της συγκινούσε βαθιά τον Θεοκλή που την άκουγε πάνω στον λόφο ενώ φρόντιζε τα ζώα και δούλευε στα κτήματα.
Η Ευτέρπη όμως ήταν ταγμένη για ιέρεια της Ήρας ψηλά στα δρακόσπιτα της Όχης όπου ο αρχιερέας έκανε θυσίες και μοίραζε τις δωρεές κάθε καλοκαίρι στην γιορτή της.
Κοπέλες από τις καλύτερες οικογένειες διαλεγόντουσαν για να βοηθούν στις τελετές και για όσα χρόνια είχαν αυτό το αξίωμα, απαγορευόταν να παντρευτούν .
Έτσι και η Ευτέρπη χαιρόταν την μεγάλη τιμή και τα προνόμια που είχε αυτή της η θέση. Όλοι την σεβόντουσαν, έβγαινε από το σπίτι ενώ οι φίλες της ακόμα κοιτούσαν τον κόσμο πίσω από τις σίτες στα δώματα τους και πήγαιναν για βόλτα, μόνο μέσα στην εσωτερική αυλή του σπιτιού.
Είχε προσέξει τον Θεοκλή που την κοιτούσε με δέος και μάτια γεμάτα αγάπη και προσμονή, αλλά ποτέ δεν θα του έδινε σημασία πάρα πάνω μιας και ανήκε σε άλλη τάξη και δεν χωρούσε πουθενά στα όνειρα της.

Η μέρα της γιορτής της Ήρας πλησίασε και ο ιερέας με τις ιέρειες και την Ευτέρπη μαζί, πήραν τον δρόμο για την κορυφή της Όχης.
Σε μικρή απόσταση ακολουθούσε ο Θεοκλής προσπαθώντας να βρει την ευκαιρία να ξεμοναχιάσει την Ευτέρπη.
Δεν άργησε να φανεί η ευκαιρία αφού οι κουρασμένοι αναβάτες έδεσαν τα γαιδουράκια και ξάπλωσαν να ξεκουραστούν κάτω από ένα μεγάλο πλάτανο.
Ο Θεοκλής σύρθηκε πάνω στα βάτια της πλαγιάς και κρατώντας μια φτέρη προσπάθησε να ξυπνήσει την Ευτέρπη.
Εκείνη πράγματι ξύπνησε τρομαγμένη και τον είδε που την προσκαλούσε να της μιλήσει.
Πράγματι, τον πλησίασε για να του πει να φύγει μακρυά, γιατί δεν έπρεπε καν να του μιλάει, πόσο μάλλον να τον δουν ότι την είχε ακολουθήσει.Ποιος θα την πίστευε ότι δεν του είχε δώσει κανέναν θάρρος?
" Άσε με να σου μιλήσω! σε παρακαλώ! " επέμενε ο Θεοκλής.
"Ότι και να μου πεις δεν έχει σημασία. Δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να γίνει κάτι μεταξύ μας!"
"Αχ και να ήμουν ο Δίας, να  μεταμφιεζόμουνα σε βροχή, να χάΐδευα τα μαλλιά σου! Αχ και να μπορούσα να γίνω πουλί να σου μιλώ όλη μέρα!"
" Μα την Ήρα! Τι είναι αυτά που λες! Τι πρέπει να σου πω για να φύγεις και να εξαφανιστείς για πάντα! Μακάρι να είχα έναν μανδύα σαν και εκείνον που σκότωσε τον Ηρακλή να ησυχάσω από σένα!" , του είπε με σκληρό και απόλυτο τρόπο η όμορφη Ευτέρπη ενώ τα μάτια της πέταγαν φωτιές γεμάτες μίσος.
 Ο Θεοκλής την έβλεπε να γυρίζει προσεκτικά στην θέση της και το αγγελικό της πρόσωπο να μην θυμίζει σε τίποτα την κακιά μέγαιρα που είχε μετατραπεί μόλις πριν λίγο.
Θύμωσε ο Θεοκλής, του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και θέλησε να εκδικηθεί την Ευτέρπη που τόσο σκληρά αρνήθηκε την αγάπη του.
Τους άφησε να κοιμούνται και ξεκίνησε με γρήγορο βήμα για το δρακόσπιτο όπου θα γινόταν η τελετή.
Όταν έφτασε, πήρε μια μυτερή πέτρα και άρχιζε να σκαλίζει στην μετόπη πάνω από την είσοδο μια επιγραφή, με το αλφάβητο της Χαλκίδας.
Σύμφωνα και φωνήεντα μαζί και όχι το Φοινικό που ήξερε η πολύξερη Ευτέρπη. Να δει αυτή ποιον αρνήθηκε.  Είχαν κάνει κάλλους τα χέρια για να μάθει να σκαλίζει τα γράμματα που του είχε μάθει ο θείος του ο ναυτικός ο οποίος μετέφερε λάδι σε όλη την Μεσόγειο και ήξερε όλα όσα νέα υπήρχαν και όσα παλιά, άξιζε να θυμάσαι.
Θα πήγαινε μαζί του το Φθινόπωρο, θα γινόταν πλούσιος , ο πιο πλούσιος από όλους, με δικά του σκάφη να μεταφέρουν κρασί , λάδι και καρπούς από τον Πειραιά μέχρι την Αίγυπτο και από την Αίγυπτο στην Κύπρο και από κει σε όλα τα παράλια της Ασίας.
Αυτά του τρυπούσαν το μυαλό ενώ σκάλιζε με μανία την επιγραφή του.
Η πάχνη της ομίχλης τον τύλιξε, λες και η Ήρα είχε θυμώσει και ήθελε να τον σταματήσει, αλλά εκείνος συνέχισε και τέλειωσε το έργο του.
"Η Ευτέρπη ιέρεια της Ήρας είναι μια σκύλα που πρέπει να είναι με τον Κέρβερο στον Άδη"

Γέλασε πολύ και ξελάφρωσε όλο του το άχτι που τον βασάνιζε τόσο καιρό, και γέλασε ακόμα πιο πολύ όταν σκέφτηκε το πόσο καιρό θα κάνουν να καταλάβουν τι είχε γράψει.
Η Ευτέρπη δεν θα είχε μούτρα να πηγαίνει στις σπονδές, ούτε καν να μείνει πια εκεί όταν όλοι θα μάθαιναν τι έγραφε η επιγραφή του.
Άρχισε να τρέχει την κατηφόρα και τα σανδάλια του πετούσαν τις πέτρες πάνω από τις φτέρνες του . Έτρεχε σαν τον Ερμή μέχρι που έφτασε στο σπίτι του , μάζεψε τα λιγοστά του πράγματα, χαιρέτησε στον αέρα τους γονείς του που έντρομοι τον έβλεπαν τόσο αλλαγμένο και μετά δεν σταμάτησε να τρέχει μέχρι που πάτησε στην σκούνα στο λιμάνι .
" Mα τον Ποσειδώνα!! η ζωή τώρα αρχίζει!" είπε δυνατά στον εαυτό του, και φώναξε τον θείο του να του πει ότι θα πάει μαζί του πολύ πιο νωρίς από όσο είχαν κανονίσει.


σημείωση
στο Μουσείο Καρύστου υπάρχει μια επιγραφή η οποία είναι η πρώτη που βρέθηκε με φωνήεντα και σύμφωνα, η πρώτη με το αλφάβητο της Κύμης η της Χαλκίδας όπως είναι γνωστό.
Πράγματι βρέθηκε σε δρακόσπιτο και πράγματι είναι περιεχομένου που η ξεναγός ντρέπεται να μεταφράσει, και είναι το..άχτι ενός προς κάποια κοπέλα.
Τα υπόλοιπα είναι φυσικά φανταστικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου