Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Ο τρύγος και η ρέγκα.

Του πιραντά τις κλήρες σε κείνη την ομάδα με τους Καρυστινούς μας έχουν κάνει ουλουνούς να μιλάμε όπως οι παπούδες μας και οι γιαγιάδες μας που δε ζουν να καμαρώσουν τα χαβάλια μας και να γελάνε που τα βγάζουμε στο ιντερέτι.
Μια φορά το λοιπόν, στο τρύγο..Ναι, εκείνο το καιρό που ο τρύγος ήτουνε πόλεμος μαζί με το θέρο, τα παιδιά κάνανε σκανταλιές και δεν μαυριζόντουσαν να κάνουν καμιά προκοπή παρά μια πέρνανε τ'α άλογα με τις κόφες και πηγαίναν βόλτες, και αλλού πήγαινε η κόφα, αλλού το σαμάρι, αλλού το παιδί.
Άλλοτε πάλι πειράζανε τους εργάτες, ανακατεύανε τα πράματα και ένα ζουλάπι ,το συγκεκριμένο που λέμε παδανά, βασάνισε τους έρμους λες και μπήκε το δαιμόνιο μέσα του.
Ήταν το λοιπό, μια μέρα του Σεπτέμβρη αλλά η ζέστη σήκωνε άχνα και όλα μα όλα, γη ζα και ανθρώποι, είχαν σκάσει από το λιοπύρι.
Τι να κάναν όμως? Ο έργος έπρεπε να βγει .
Διπλοσκυμένοι πάνου απ τα κλήματα, τρυγάγανε τα σταφύλια, κόβανε και κάνα δάκτυλο που και που και τρέχανε τα αίματα πάνου στα φύλλα που τα βάζανε μετά για επίδεσμο μη χάσουνε καιρό.
Ήρθε πια 12 η ώρα και είπε η κυρά να πάρουνε το κολατσό τους.
Μαζεύτηκαν, σφούγγισαν τον ίδρωτα που έτρεχε ποτάμι, ισιώσανε την μέση που είχε πιαστεί και κάτσανε κατάχαμα να ξαποστάσουν.
Στρώσανε μια κουβέρτα και έλυσε η νοικοκυρά τις διπλωμένες πετσέτες που ήτουνε μέσα αλλού το χωμί αλλού η ρέγκα αλλού το τυρί και οι ελιές. Βγάλανε και δυο ντομάτες, σπάσανε και δυο κρεμμύδια και κει στην σκιά της αγκοριτσας  πήραν μια ανάσα, έφαγαν, είπαν και ένα δυο κουσέλια που ήξερε ο καθένας και μετά αποζητήσαν το νερό.
"Πετάξου μέχρι την αμπολή να φέρεις την στάμνα βρε Γιωργάτσι", είπε η μάνα στο ζουλάπι αλλά κείνο από ώρα την είχε αδειάσει πάνω στην μούρη του αλόγου για να παίξει και τώρα είπε ψέμματα ότι την πάτησε το άλογο και την έσπασε.
"Βρε αφορεσμένο, γιατί δεν τόλεγες τόση ώρα να μην τρώγαμε τη ρέγκα!" τον μάλωσε η μάνα του και σηκώθηκε να του δώσει μια ανάστροφη, αλλά ήταν κουρασμένοι και άλλο που δεν ήθελαν οι εργάτες να έχουν να λένε την άλλη μέρα για το κατά πως φέρνεται στον κανακάρη της.
"Mη κάνεις έτσι κυρά Σύρμω" της έλεγαν οι άλλοι. Δεν πειράζει αντέχουμε..Θάρθει ο κυρ Θανάνης με το κρύο νερό όπου νάναι! Mα γιατί νάργησε όμως?"  την ρώτησαν με περιέργεια αφού δεν είχαν καταλάβει το πόσο γρήγορα είχε περάσει η ώρα και ο νοικοκύρης είχε αργήσει .
Αφού μάζεψαν τα πράγματα, κίνησαν πάλι να πιάσουν την θέση τους και κάνουν τζάχτι να τελειώνουν μην τους πάρει η νύχτα.
Είχε περάσει καμιά ώρα πάνω κάτω και νάσου ο κυρ Θανάσης  με την στάμνα από το ένα χέρι και ένα κομμάτι πάγο στο άλλο μέσα σε μια λινάτσα.
"Γεια σας βρε παιδιά! Πως τα πάτε?"
"Πως να τα πάμε Θανάση μου . Μας κανόνισε καλά ο γιόκα σου! Έσπασε την στάμνα και ήμαστε χωρίς νερό τόσες ώρες. Γιατί άργησες εσύ ?Τόσες ώρες σε περιμέναμε!"
"E να,είδα στο κοτέτσι κάτι πουλάδες που ήταν παραστολιασμένες και από το να ψωφήσουνε τις έσφαξα και αμέσως ήρχα,αλλά πέρασε η ώρα"
Είπε ο κυρ Θανάσης και έπιασε τον πάγο με τα χέρια του για να το βάλει μέσα σε μια λεκάνη να βάλει και το νερό, να περιποιηθεί τους εργάτες που τους είχε κόψει η ρέγκα και η δίψα.

"Έχε γούστο να μην έχει πλύνει τα χέρια του", μουρμούρισε μια τσούπρα που ήτουνε και πειραχτήρι.
Τι τόθελε και τόπε!  Τακούσανε οι άλλοι και που να πλησιάσουν το νερό.
Είχανε μαζευτεί κοντά στην λεκάνη με όρεξη και τώρα όλοι κάποιο λόγο βρήσκανε για να μην πιούνε.
"Αντέχουμε εμείς! Αφού δεν είπιανε μέχρι τα τώρα, βάλαμε στοίχημα να δούμε ποιος θα αντέξει πιο πολύ" είπε ο ένας, "Ναι, ναι" συμφώνησε με ενθουσιασμό ο άλλος.
"Εγώ δεν έφαγα πολύ , μόνο μια ακρίτσα" είπε η τρίτη και γύρισαν στην δουλειά τους.

Ήρθε πια το βράδι και στο σπίτι του ο καθένας άνοιξε την βρύση και δεν είχε υπομονή ούτε να βάλει ποτήρι για να πιει ! Πίνανε πίνανε και δεν ξαναδοντιάσανε ρέγκα μέχρι τον άλλο τρύγο!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φυτευτική περίοδος - Μην ξεχνάμε τα οπωροφόρα... Γράφει ο Σταμάτης Σεκλιζιότης.

 Ένας πάρα πολύ ωραίο άρθρο που θα ενδιαφέρει πολλούς που σκέφτονται να φυτέψουν νέα δέντρα σε αγρούς και κήπους.  Φυτευτική περίοδος - Μην ...