Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Το τάμα του Ιππότη Λικάριου και η όμορφη πριγκίπισσα Φελίζα.

                                                           
Ο Λικάριος έσφιξε  με δύναμη το σπαθί του και κοίταξε με πύρινα μάτια πέρα τον ορίζοντα. Η πρωινή ομίχλη δεν μπορούσε να κρύψει τα περήφανα πανιά των πλοίων του που σαν χέρια τον καλούσαν κοντά τους για μια νέα περιπέτεια, για μια νέα νίκη, για μια νέα ταπείνωση του Γυίβέρτου.
Το μίσος που ένιωθε δεν έσβησε ούτε μετά την κατάληψη όλων των κάστρων της Εύβοιας και για μια στιγμή πέρασαν από το μυαλό του ξανά τα πρώτα χρόνια, τότε που από το κάστρο των Ανεμοπυλών οργάνωνε την αρχή της εκδίκησης του με πειρατικές και ληστρικές ομάδες που ταπείνωναν τους Φράγκους και κυρίως τον Γυϊβέρτο.

Η αγαπημένη του Φελίζα κοιμόταν ακόμα στην μεγάλη κάμαρα του αρχοντικού του  Κοκκινόκαστρου, ενώ γύρω του ένα μελίσσι από ανθρώπους άρχιζαν τις πρωϊνές δουλειές του κάστρου και οι πιστοί του στρατιώτες τον χαιρετούσαν με σεβασμό και αγάπη.
Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος τον είχε ήδη τιμήσει με τους τίτλους του  Μεγάλου Κοντόσταβλου και Μέγα Δούκα , κάτι που  μεγάλωνε τον θαυμασμό και το δέος που αισθάνονταν οι κάτοικοι της Καρύστου για τον ιππότη και αφέντη τους.
Ήταν Πάσχα του 1277 και τα σχέδια για την κατάληψη όλης της Εύβοιας και παράδοση της πάλι στους Βυζαντινούς ξεδιπλώνονταν όλο και πιο ξεκάθαρα μπροστά του.
Ναυμαχίες, επιθέσεις, στρατηγικές, και ο ναύαρχος Φιλανθρωπινός, πάντα πιστός συμπαραστάτης και υπηρέτης του ίδιου και του Αυτοκράτορα.
Τώρα όμως, η Φελίζα τον περίμενε για να του χαρίσει ένα μικρό διάλλειμα ηρεμίας τις μέρες αυτές που όλοι γιόρταζαν μαζί, Ορθόδοξοι και Καθολικοί το μεγάλο Πάσχα του Κυρίου.
Ο Λικάριος αγαπούσε τον τόπο του, την Κάρυστο. Ποτέ δεν απαρνήθηκε την καταγωγή και την Καρυστινή μητέρα του που αν ζούσε σήμερα, το 1277, θα ήταν τόσο μα τόσο περήφανη για εκείνον..
Αναπόλησε για μια στιγμή τα παιδικά του χρόνια, το πως σκαρφάλωνε τις πλαγιές του Κάστρου και έμπαινε από την πίσω πόρτα , το πως μετά σαν ιππότης αγέρωγα νικούσε τους πάντες με το σπαθί του και να τώρα, από ιππότης κουρσάρος και από κουρσάρος Μέγας Δούκας και αφέντης.
Ανέβηκε το μονοπάτι και πέρασε την πύλη του αρχοντικού του. Ένα μεγάλο τραπέζι γεμάτο λουλούδια τον περίμενε στην μεγάλη σάλα. Γύρω του η συνοδεία της Φελίζας, όλες από την Γένοβα , πατρίδα του πατέρα του, και από το Μιλάνο, μιλούσαν ανάκατα Ελληνικά και Λομβαρδικά ενώ έκοβαν τα λουλούδια και τα περνούσαν σε γιρλάντες για τον στολισμό του Επιταφείου που βρισκόταν στο εκκλησάκι του κάστρου.
Αφού χαιρέτησε την συντροφιά των κοριτσιών, πήγε στην κάμαρα τους όπου η Φελίζα είχε ήδη ξυπνήσει και χτένιζε τα μακριά της ξανθά μαλλιά μπροστά στο ανοικτό παράθυρο .Ο αέρας γέμιζε τα δωμάτια με τα αρώματα των λουλουδιών, και των βοτάνων που ήταν τώρα ολάνθιστα .
"Τι σκέφτεσαι καλή μου?" Την ρώτησε ο Λικάριος και την  αγκάλιασε με τρυφερότητα..
"Τίποτα το σπουδαίο, απλά..." συνέχισε η Φελίζα," τέτοιες μέρες πάντα στεναχωριέμαι που η οικογένεια μου δεν είναι μαζί μας και ο πατέρας μου δεν μπορεί ακόμα και τώρα να μας δεχτεί"
" Είναι φυσικό να σε στεναχωρεί γλυκιά μου αλλά έλα μη το σκέπτεσαι τώρα.Στην σάλα σε περιμένουν για το στολισμό και έχουν γεμίσει όλο τον τόπο με λουλούδια"
"Αχ ναι! το ξέχασα τελείως!" πετάχτηκε πάνω η Φελίζα και έριξε στο πάτωμα την ονειροπόληση για την χαμένη της πατρίδα και την σκληρή της οικογένεια μαζί με το ανοιξιάτικο σάλι της.Φίλησε πεταχτά τον Λικάριο και τρέχοντας σχεδόν , πήγε να ενωθεί με τις φίλες της.
 Το Πάσχα στο Κοκκινόκαστρο δεν το άλλαζε με κανένα ο Λικάριος.
Ούτε με των Ωρεών ούτε με εκείνο της Λάρμενας ούτε με το Ποτήρι, ούτε καν με εκείνο που περίμενε σύντομα να καταλάβει, το μεγάλο κάστρο της Χαλκίδας.
Ήταν το κάστρο της καρδιάς του και με την Φελίζα παρούσα, ένιωθε σχεδόν ευτυχισμένος.
Οι χωρικοί έφερναν από τους Μύλους τα κοπάδια που θα σούβλιζαν την μέρα της Ανάστασης και τα βελάσματα τους έφταναν μέχρι την κάμαρα. Τους έβλεπε να ανηφορίζουν και να χάνονται πίσω από τα βορινά τοίχοι του κάστρου .
Ο δυνατός κτύπος στην πόρτα τον έκανε να γυρίσει απότομα στην γνώριμη κατάσταση της συνεχούς εγρήγορσης. "Άνοιξε" διέταξε ο Λικάριος και ο στρατιώτης σε μεγάλη ένταση τον ενημέρωσε για πληροφορίες, ότι ομάδα Φράγκων στρατιωτών μεταμφιεσμένων σε χωρικούς, προσπαθούσε να φτάσει στο κάστρο. Οι κατάσκοποι του Λικάριου τους είχαν καταλάβει αμέσως μόλις πάτησαν το πόδι τους στο λιμάνι και τους είχαν ακολουθήσει μέχρι να μάθουν τους σκοπούς τους. Μεταμφιεσμένοι σε βαστάζους και μικροπωλητές, άκουγαν τα πάντα και δρούσαν ακαριαία.
Έτσι έστειλαν μήνυμα και τώρα περίμεναν εντολές και ενισχύσεις από τον αφέντη τους.
Ο Λικάριος σαν σίφουνας βγήκε από το αρχοντικό από άλλα πόρτα για να μην ανησυχήσει την Φελίζα και παίρνοντας μαζί του αρκετούς στρατιώτες καβάλησαν τα άλογα τους και κάλπασαν με ορμή μέχρι τους Μύλους , και από κει, ανέβηκαν τον λόφο για τον Αετό όπου τους περίμεναν οι κατάσκοποι για να τους ενημερώσουν.
Και πράγματι, τους ενημέρωσαν ότι οι Φράγκοι είχαν ανέβει προς τα ανατολικά, και κρυμμένοι στην πυκνή βλάστηση και στις ρεματιές, θα περίμεναν μέχρι το βράδυ της Ανάστασης ,όπου όλοι θα ήταν στην εκκλησία, να κάνουν την επίθεση στο κάστρο και με μπαρούτι να σκοτώσουν ακόμα και τον Λικάριο που εκείνη την ώρα θα παρακολουθούσε την λειτουργία μαζί με την Φελίζα.

Άστραψαν τα μάτια του Λικάριου και το σπαθί του άστραψε και αυτό στον ήλιο καθώς το τράβηξε από το θηκάρι. Πεζοί , για να μην τους καταλάβουν, τράβηξαν ξωπίσω τους και έρποντας σχεδόν για να μην φαίνονται από την χαμηλή βλάστηση, άρχισαν γρήγορα να ακολουθούν το μονοπάτι των Φράγκων.
Δεν πέρασε πολύ ώρα που τους είδαν να ξεκουράζονται στα ριζά δυο μεγάλων βράχων.
Κάνοντας νοήματα, και χωρίς να κάνουν τον παραμικρό θόρυβο, ανέβηκαν από πίσω τους και έβαλαν μπαρούτι στην πλάτη των βράχων. Έβαλαν φωτιά στο φιτίλι και η έκρηξη ξεκόλλησε τον βράχο που τινάχτηκε και σκότωσε τους επίδοξους δολοφόνους τους.
Ο Λικάριος και οι στρατιώτες του, έλεγξαν με ικανοποίηση το αποτέλεσμα της επιχείρησης τους.
Ο μεγάλος βράχος που είχε ξεκολλήσει από το βουνό είχε σταθεί σαν από θαύμα , αν και τα θραύσματα του ήταν αρκετά μεγάλα για να σκοτώσουν τους εισβολείς.
Ο Λικάριος έδωσε εντολή να τους μαζέψουν και να τους θάψουν πιο πέρα, και ενώ οι στρατιώτες έκαναν την ταφή, ο Λικάριος κοιτούσε τον βράχο και προσπαθούσε να καταλάβει το πως δεν έχει πέσει.
"Ίσως είναι μήνυμα από τον Θεό. Ότι δεν ήθελε να πεθάνω την μέρα της Ανάστασης του" ήταν η μόνη εξήγηση που μπορούσε να σκεφτεί και εκείνη την στιγμή αποφάσισε να κτιστεί κάτω από τον βράχο ένα εκκλησάκι για να τον ευχαριστήσει που τον έσωσε.

Δίνοντας εντολή να μην μάθει κανείς τίποτα, κατέβηκαν και βρήκαν τα άλογα τους. Κάλπασαν γρήγορα μέχρι το κάστρο και πράγματι, χωρίς να πουν σε κανέναν τίποτα, συνέχισαν τις ετοιμασίες του Πάσχα.
Όταν οι καμπάνες κτύπησαν Ανάσταση ο Λικάριος ευχαρίστησε σιωπηλά τον Θεό για την σωτηρία του και αγκάλιασε σφιχτά την αγαπημένη του Φελίζα που ευτυχισμένη έψαλε το Χριστός Ανέστη.

Το εκκλησάκι πράγματι χτίστηκε κάτω από τον βράχο χωρίς ποτέ κανείς να μάθει την αλήθεια.
Όταν ρωτούσαν οι περαστικοί και οι χωρικοί το πως γίνεται να σκεπάζει την εκκλησία ο βράχος, έλεγαν ότι ο Θεός την σκέπασε , μιας και τέτοια εντολή είχαν πάρει από τον Λικάριο.
Ήταν τόσο μεγάλο το θαύμα που δεν αποφάσιζε κανείς να τάξει την εκκλησία σε κάποιον άγιο και έτσι έμεινε το όνομα της εκκλησίας μέχρι και σήμερα..
ΘΕΟΣΚΕΠΑΣΤΗ.



ιστορικό μυθιστόρημα



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η επόμενη ανεμογεννήτρια, είναι του γείτονα σου στο χωράφι σου.

Το κόλπο γκρόσο της εποχής λέγεται, Ενεργειακή κοινότητα.  Η Ενεργειακή Κοινότητα, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται μια πάρα πολύ καλή περιβαλλοντι...