Κυριακή, 3 Απριλίου 2016

Αναμνήσεις από το σπίτι της γιαγιάς μου στο Νικάσι.

Κροτάλιζαν οι οπλές του αλόγου στις πλάκες τις θολωτής αυλής και τα παιδιά φώναξαν με ενθουσιασμό, "Ήρθε το άλογο", και ΄΄ετρεξαν στις σκάλες για να το προλάβουν πριν το πάει ο θείος τους να το δέσει στο χωράφι.

Έτρεχαν γύρω του και κείνο σαστισμένο τίναζε την χαίτη και το κρεμασμένο ταγάρι από κόκκινο υφαντό τιναζόταν και αυτό και οι φούντες του έπαιζαν στον αέρα.

"Θείε θα μας πας βόλτα?" παρακαλούσαν του κάκου πίσω από την πλούσια ουρά του αλόγου που σιγά σιγά πέρασε μέσα από το σμάρι των παιδιών. Κατέβηκε τις φαρδιές σκάλες, πέρασε τον φούρνο και κατέβηκε το μονοπάτι που πήγαινε στο πηγάδι.

Έτρεξαν ξανά μέχρι όλοι μαζί για να δουν ποιος θα φτάσει πρώτος στο πηγάδι και ο τελευταίος είχε για τιμωρία να ανεβάσει την ξεχασμένη στάμνα που περίμενε κάποιο χέρι να την ανεβάσει μέχρι την κουζίνα, στον δεύτερο όροφο του σπιτιού.

Ήταν ένα πολύ όμορφο σπίτι με τρία μεγάλα δωμάτια όλα στην σειρά. Τα παράθυρα άνοιγαν στον νοτιά και όλος ο κόλπος του νότιου Ευβοικού έμπαινε μέσα στο σπίτι.
Οι δρόμοι της Καρύστου έμοιαζαν σαν σκούρες λουρίδες πάνω στην γη ενώ τα λίγα τετράγωνα απλωνόντουσαν ανάμεσα στον πράσινο κάμπο και τις πλαγιές των λόφων.
Ακόμα και από εκεί πάνω ο τρούλος του Αγίου Νικόλα φαινόταν  και δέσποζε πάνω από όλα τα σπίτια, μεγαλοπρεπής και γαλανός , σαν την θάλασσα.

Μπροστά ήταν η αυλή, μεγάλη γεμάτη γλάστρες με αμέτρητα λουλούδια, ενώ τα κυπαρίσσια ανέβαιναν και ίσκιωναν σε πυκνή βλάστηση σε μια πλευρά.
Από τα δεξιά και τα αριστερά της αυλής κατέβαιναν οι σκάλες για το ισόγειο όπου ήταν η σκεπαστή αυλή με τα τόξα και τις παγκάδες, με τα κατώγια και τα μπαστικά που ήταν τα αναγκαία για την λάτρα και τα απαραίτητα του σπιτιού και του κτήματος.
Στα ανατολικά δίπλα στο σπίτι ήταν η μεγάλη στέρνα γεμάτη νερό που πότιζαν τις βραγιές ενώ τα εκατοντάδες βατράχια χάλαγαν τον κόσμο με τις φωνές τους.
Μουσμουλιές, γεμάτες πορτοκαλί μούσμουλα, κουβαριές φορτωμένες με άσπρα μπουκέτα, και  λεμονιές , περίμεναν τα παιδιά να παίξουν με την ψυχή τους στο αγαπημένο σπίτι της γιαγιά τους.
Σκαρφάλωναν στα δέντρα, έριχναν πέτρες στην στέρνα για να διώξουν τα βατράχια, έπαιζαν πόλεμο με τους καρπούς του κυπαρισσιού , έκαναν κούνια στην αυτοσχέδια κούνια στην θολωτής αυλής με ένα μαξιλάρι πάνω στο σκοινί μέχρι να μυρίσουν τα φρεσκοψημένα καρβέλια που έβγαιναν από τον φούρνο και να ακούσουν την φωνή της να τα φωνάζει για φαγητό.

"Ελάτε να σας κάνω δυο αυγά που έχετε ξεστηνικωθεί πια",  και άντε πάλι τρεχάλα μέχρι την κουζίνα με το τραπέζι έτοιμο .
"Γιαγιά είναι νηστεία!" έλεγε η πιο θρησκευάμενη,, για να πάρει την απάντηση, "Oδηγός και οδοιπόρος αμαρτία ουκ έχει", μιας και το περπάτημα από την Κάρυστο μέχρι το Νικάσι το θεωρούσε οδοιπορικό για να πείσει τα παιδιά να φάνε, μιας και η επίσκεψη δεν ήταν προσχεδιασμένη και δεν υπήρχε κάτι ανάλογο της νηστείας.

Μιας νηστείας ευέλικτης και μιας πίστης πάντα προσαρμοσμένης στην κάθε ανάγκη γιατί  "O Θεός είναι μεγάλος " και όταν πια δεν είχε άλλες εξηγήσεις κατέληγε πάντα στο " Μη με ξεσυνερίζεσαι παιδί μου, μεγάλη γυναίκα είμαι ,μη δίνεις σημασία"..



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου