Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

H αρχόντισσα της πλατείας Αμαλίας και οι ιππότες του ΞΙ!

Όλοι μας νομίζουμε ότι η πλατεία Αμαλίας ήταν πάντοτε πλατεία.
Ίσως όχι και πάντα, αλλά από τότε που ήρθε ο Όθωνας και είπε " Τι ωραίο μέρος είναι αυτό!! Θα κάνω μια πλατεία, να, με το συμπάθιο που όλοι θα με θυμούνται και θα δοξάζουν την κυρά μου την Αμαλία.
"Εσύ Αμαλίτσα τι λες" γύρισε και την ρώτησε.
Όμως η Αμαλία κοιτούσε την θάλασσα και δεν έβλεπε την ώρα να φύγει από τις λάσπες που της λέρωναν το ωραίο της φουστάνι.
"Αχ θείε μου! άσε τις πλατείες τώρα και άσε με να χτίσω εδώ το εξοχικό μου που μου αρέσει τόσο πολύ!" είπε με ενθουσιασμό η μικρή κοπελίτσα δίπλα του. ¨Αλλωστε  η μικρή του ανηψούλα που είχε έρθει από την Γερμανία και τον ακολουθούσε στα ταξίδια για να δει και αυτή την χώρα που έδωσαν στον θειούλη της τον αγαπημένο, έδειχνε να έχει ξετρελαθεί  με  τον τόπο.  Ήταν μια λεπτούλα, ξανθούλα, κάπως κοντούλα, αλλά ομορφούλα και πολύ τσαχπινούλα.
Μαζί της ταξίδευαν και μερικοί ιππότες του τάγματος Ξί, επιφορτησμένοι με το εύκολο καθήκον να την προσέχουν και να μην την ψάχνουν για λύτρα από μερικούς κλέφτες και άλλες συμμορίες που δεν έλεγαν να συμμορφωθούν και να χαρούν με τον Γερμανό βασιλιά και περίμεναν ακόμα να κάνουν κουμάντο από μοναχοί τους.


Αφού είδε ο Όθωνας ότι της Αμαλίτσας δεν της καιγόταν καρφί για την πλατεία και ότι η ανηψούλα του το ήθελε το οικόπεδο ολόκληρο και διαμπερές, συμφώνησε να την αφήσει να χτίσει εκεί το παλατάκι της.
Και πράγματι έτσι έγινε.
Εκεί που είναι τώρα το μνημείο ήταν η κρεβατοκάμαρα και το μπαλκόνι της έφερνε ένα γύρω το σπίτι να βλέπει και πότε κατεβάσει σύννεφο στην κορφή της Όχης να φοράει τον καπιτονέ της το γιλεκάκι για να μην κρυώνει.
Τα πρώτα χρόνια ερχόταν τον Μάη και έφευγε κοντά τα Χριστούγεννα.
Τι βόλτες με τις άμαξες, τι πικ νικ , τι ταξιδάκια με τα καϊκια μέχρι τους Πεταλιούς, τι μεγαλεία με φιλοξενούμενους ,τι πράγματα τι θάματα, είδε η Κάρυστος αυτά τα χρόνια δεν λέγεται.
Κατά ένα περίεργο λόγο όμως , όλα ξεχάστηκαν με τον καιρό.
Οι χωρικοί έμπαιναν και έβγαιναν στις κουζίνες μεταφέροντας τα ψάρια, τα μέλια , τα φρούτα και όλα τα καλά του Θεού, ενώ κηπουροί φρόντιζαν τον τεράστιο κήπο και το περιβόλι που κάλυπτε όλον τον χώρο που τώρα είναι η πλατεία.
Ένας από τους κηπουρούς ήταν ο Ασίμης  . Ένα παλικάρι δυο μέτρα με κάτι πλάτες σαν τραπέζι κήπου, Με μαύρα μαλλιά μακριά σαν πειρατής και μαύρα μάτια ..
Με άλλα λόγια, ο  Ασίμης  ήταν ένας πολύ όμορφος νέος, που δεν κοίταγε μόνο την δουλειά του.
Ότι και να έκανε, το μάτι ξέφευγε και κοιτούσε τα παράθυρα και τα μπαλκόνια της αρχόντισσας Αμαλίας, - γιατί και αυτή, Αμαλία την έλεγαν-, και προσπαθούσε να πιάσει το βλέμμα της.
Δεν χρειάστηκε και πολύς κόπος η αλήθεια είναι, μιας και η Αμαλία δεν γοητευόταν από τους ευγενείς νέους που την ακολουθούσαν στις διακοπές της αλλά αντίθετα την τραβούσαν πιο brutal τύποι , όπως η Ασίμης. Άλλωστε η ομορφιά του δεν άφηνε θηλυκό για θηλυκό ασυγκίνητο και όλες οι δούλες, οι παρατρεχάμενες οι επισκέπτριες , όλες ξαφνικά ήθελαν να κάνουν μια βόλτα από εκεί που δούλευε ο Ασίμης,
Οι ιππότες του Ξι που είχαν μείνει στην συνοδεία της αρχόντισσας τους , έκαναν περιπολία γύρω γύρω από το κτήμα και πρόσεχαν μην πλησιάσει κανείς επικίνδυνος  χωρίς να υποψιάζονται ότι η αρχόντισσα τους σιγά σιγά , έπεφτε στα δίκτυα του κηπουρού Ασίμη.
Και όσο οι ιππότες του Ξι έκαναν γύρω γύρω από το κτήμα, τόσο ο Ασίμης έκανε γύρω γύρω από το σπίτι σε κύκλους που όλο και μίκραιναν, μέχρι που στο τέλος μπήκε και μέσα.
Μπήκε μέσα μια με λουλούδια, μπήκε μέσα δυο με λεμόνια, μπήκε μέσα τρις με κρασί, στο τέλος βγήκε με το μέλι της Αμαλίας και οι ιππότες του τάγματος Ξι, δεν πήραν χαμπάρι.

Τέλειωσε το καλοκαίρι, η παρέα της Αμαλίας ετοιμάστηκε να φύγει αλλά εκείνη όλο κάτι είχε και καθυστερούσε την αναχώρηση.
Στο τέλος την άφησαν μόνη στο μεγάλο αρχοντικό και εκείνη τους κούνησε το άσπρο της κεντητό μαντήλι ενώ το καϊκι ξεμάκραινε από το λιμάνι.
Οι ιππότες τα είχαν βάψει μαύρα αλλά τι να κάνουν? Συνέχισαν να περιπολούν το κτήμα και να βαριούνται την ζωή τους αφού δεν υπήρχε σημάδι κινδύνου πουθενά.
Σιγά σιγά, βρήκαν και αυτοί την βολή τους, και άρχισαν να έχουν πάρε δώσε με τους ντόπιους, να μαθαίνουν την γλώσσα και να κάνουν παρέες, που άλλα χρόνια δεν θα μπορούσαν ποτέ να σκεφτούν.
Όσο πιο πολύ χαλάρωναν οι ιππότες , τόσο πιο πολύ χαλάρωνε και η Αμαλία και σχεδόν ήταν κοινό μυστικό ότι ζούσε σαν ζευγάρι με τον Ασίμη, προς μεγάλη θλίψη των υπολοίπων γυναικών που τριγυρνούσαν στο σπίτι.
Όμως ο πατέρας της Αμαλίας ανησύχησε μετά από πάνω από χρόνο που είχε να πάει στο πατρικό της και αποφάσισε να πάει ο ίδιος να δει τι έχει η κόρη του και δεν μπορεί να ταξιδέψει.
Έτσι στα ξαφνικά φάνηκε στην πόρτα του κτήματος και οι λόγχες έπεσαν από την τρομάρα που πήραν οι ιππότες του Ξι.
Έτρεξαν να τον βοηθήσουν και να ξεφορτώσουν την άμαξα του αφέντη τους ενώ εκείνος ορμούσε μέσα στο σπίτι.
Άνοιξε την πόρτα και τι να δει! Τον Ασίμη με την Αμαλίτσα να ξεσκονίζουν μαζί τα μαξιλάρια του καναπέ της κουζίνας!
Έξαλλος ο πατέρας άρχοντας, μη έχοντας που να κρυφτεί η κόρη αρχοντοπούλα, και ο Ασίμης σαν όνειρο εξαφανίστηκε στην στιγμή ,σαν το τζίνι που το κλείνεις στο μπουκάλι.
Για αρχή την κλείδωσε στην κάμαρα της, και αφού ετοίμασε τα αναγκαία για το ταξίδι, την έστειλε με 2 φρουρούς του άρον άρον στον θείο Όθωνα να τον περιμένει.
Μετά, έδωσε διαταγή να ισοπεδωθούν τα πάντα. Το σπίτι γκρεμίστηκε, τα περιβόλια και οι κήποι ξεχερσώθηκαν .
Όσο για τους ιππότες ? Όχι δεν τους σκότωσε. Μόνο τους έδωσε από 50 γερές βουρδουλιές και μετά έβαλε τον Δρυίδη του να τους καταραστεί να μείνουν για πάντα εκεί, για όσο ζουν να κάνουν τον γύρω του κτήματος και οι απόγονοι τους να κάνουν το ίδιο.

Με τα χρόνια έμεινε το όνομα της Αμαλίας και μετά που έγινε πλατεία, κανείς δεν σκέφτηκε να αλλάξει το όνομα , αν και κανείς δεν έμαθε ποτέ την τύχη της.
Τον Ασίμη τον ξαναείδαν μετά από χρόνια σε ένα χωριό, και αφού παντρεύτηκε έκανε πολλά όμορφα παιδιά σαν και κείνον.
Όσο για τους ιππότες, δεμένοι από το ξόρκι ,δεν μπορούσαν να φύγουν από κει. Παντρεύτηκαν και έκαναν παιδιά που έμεναν και αυτά εκεί στην άκρη της πλατείας, και ακόμα και σήμερα, αν δεις, οι απόγονοι των ιπποτών κάνουν ακόμα τον γύρω της πλατείας και  ξεκουράζονται κάτω από τα λίγα δέντρα που έμειναν να θυμίζουν την ομορφιά του κτήματος.

ιστορικο παραμυθι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η επόμενη ανεμογεννήτρια, είναι του γείτονα σου στο χωράφι σου.

Το κόλπο γκρόσο της εποχής λέγεται, Ενεργειακή κοινότητα.  Η Ενεργειακή Κοινότητα, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται μια πάρα πολύ καλή περιβαλλοντι...