Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

O πρίγκηπας Παραμή και η πριγκίπισσα Θάκη. Για μικρά αλλά και μεγάλα ...παιδιά.

Μια φορά και έναν καιρό, που ο καιρός ήταν πολύ πριν και αρκετά μετά, σε ένα μακρινό βασίλειο ζούσε ήρεμα και ευτυχισμένα ο πρίγκηπας Παραμή .
Ο πρίγκηπας Παραμή μπορεί να μην ήταν φιλόδοξος, αλλά εκτιμούσε ότι  άφησαν οι προηγούμενοι και διοικούσε με την δύναμη του στρατού του και την δικαιοσύνη των νόμων του.
Οι υπήκοοι του δεν είχαν κανένα παράπονο και έσκυβαν με σεβασμό στο πέρασμα του.
Τους εξασφάλιζε μια ζωή που μπορούσαν να κάνουν όνειρα και ο κύκλος της ζωής τους δεν διακοπτόταν συνήθως με κάποιο βίαιο τρόπο.


Αν και τα καλοκαίρια ήταν ζεστά και οι χειμώνες ήπιοι, μια παγωνιά είχε τρυπώσει εκείνο το Φθινόπωρο στην καρδιά του Παραμή.
Τα χρόνια περνούσαν και το γκρίζο αντικαθιστούσε σιγά σιγά το βαθύ μαύρο χρώμα στα μαλλιά . Η μοναξιά του μεγάλωνε κάθε μέρα και πιο πολύ . Μεγάλωνε τόσο που δεν έβρισκε πια παρηγοριά στα χαμόγελα και τις ζεστές κουβέντες των υπηκόων του, ούτε στα δώρα των καλών του γειτόνων.
Η πριγκίπισσα που θα του ζέστανε την καρδιά δεν είχε έρθει ακόμα στον δρόμο του και είχε πια πειστεί πως μάταια περίμενε το ιδανικό του ταίρι.
Διάνυσμα σκίτσα με ευτυχής πρίγκιπες και πριγκίπισσες. σκίτσο σε σελίδα σημειωματάριων — Διανυσματικό Αρχείο #31526715
Όπως γίνεται και τούτον το καιρό, έτσι γινόταν και τότε που ο καιρός ήταν πολύ πριν και αρκετά μετά, τα ξαφνικά που φέρνουν το καλό, αλλάζουν την ζωή μας και η απογοήτευση μετατρέπεται σε ελπίδα.

'Ηταν σε μια από τις τυπικές επισκέψεις στο εργοστάσιο υφαντουργίας που είδε μια όμορφη κοπέλα να εξετάζει μερικά υφάσματα.
Έσκυψε το κεφάλι μπροστά στον Παραμή και οι όμορφες της μπούκλες της σκέπασαν το πρόσωπο.

Ο γλυκός αέρας του πρωινού έφερνε αρώματα από τους γύρω λόφους και ήταν λες και όλες του οι αισθήσεις του ψιθύριζαν ότι αυτό ήταν το πεπρωμένο του.

Την ρώτησε το όνομα της και του απάντησε, Θάκη.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και η Θάκη συστήθηκε από τον Παραμή από μεγάλο μπαλκόνι του παλατιού του στους υπηκόους του ,σαν την πριγκίπισσα τους.
Ο κόσμος φώναξε ζήτω, γελούσε και χαιρόταν με την χαρά του πρίγκηπα τους, ευγνωμονούσαν και την καλή τους τύχη που η Θάκη ήταν πάντα τόσο καλή και ευγενική με όλους.
 Κάθε μέρα από τότε που έγινε ζευγάρι με τον Παραμή, νοιαζόταν και φρόντιζε όσους είχαν ανάγκη, όσους της ζητούσαν συμβουλές, όσους είχαν μια πληγωμένη καρδιά και πονεμένη ψυχή.

Ο λαός ήταν χαρούμενος γιατί ένας ικανοποιημένος λαός δεν έχει εμπάθεια για τον τίμιο πρίγκηπα του. Δεν ζηλεύει τα πάρα πάνω πλούτη δεν αναρωτιέται για την δική του μοίρα. Ο λαός που δέχεται την φροντίδα και την αγάπη , την δικαιοσύνη και την συμπόνοια, κάνει προσευχές να έχει ο πρίγκηπας τους πολλά πολλά χρόνια ζωής και προσωπική ευτυχία.

Πράγματι, οι ευχές τους εισακούστηκαν και σε λίγους μήνες η Θάκη γέννησε ένα πανέμορφο μωρό.
Ένωσαν τα ονόματα τους και τον έβγαλαν Παραμηθάκη.

Έτσι ο Παραμηθάκης μεγάλωνε γαλήνια σε μια εύφορη γη και δροσερά ποτάμια. Μάθαινε να παίζει με όλα τα παιδιά στους λόφους και την ακροθαλασσιά και οι μεγάλες σάλες ήταν πάντα γεμάτες από τα παιδιά που τιτίβιζαν σαν τα πουλιά στα δέντρα.

Και έζησαν αυτοί καλά και εκείνοι ακόμα καλύτερα. Χωρίς κακούς, χωρίς δράκους, χωρίς αδικίες και μίσος.
Βλέπεις δεν ήταν παρά τότε που ο καιρός ήταν πολύ πριν και αρκετά μετά, και τα παραμύθια διαρκούσαν μια ολόκληρη ζωή.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου