Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

ΕΥΔΟΞΙΑ ΓΙΑΤΡΑΚΟΥ – ΛΑΜΠΡΟΥ .Μια Καρυστινή ταγμένη στην προσφορά. Γηροκομείο Καρύστου.


Αγαπητοί αναγνώστες πολλές φορές σκέφτομαι το πόσα πράγματα χρωστάμε σε όσους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, πρόσφεραν απλόχερα την αγάπη τους στους συμπολίτες τους.
Αυτά τα δύσκολα χρόνια όλα παίρνουν άλλες διαστάσεις. Οι δυνάμεις των απλών ανθρώπων, οι αδυναμίες του κράτους, οι ανάγκες που μεγαλώνουν και οι προοπτικές που στενεύουν, φέρνουν στην σκέψη μας πάλι όσους σε ανάλογους καιρούς στάθηκαν εκεί που δεν υπήρχε κανείς.

Τους ονομάζουμε ευεργέτες και είναι ώρα να τους γνωρίσουμε έναν έναν.



ΕΥΔΟΞΙΑ ΓΙΑΤΡΑΚΟΥ – ΛΑΜΠΡΟΥ
Η Ευδοξία Λάμπρου, το γένος Γιατράκου, υπήρξε άνθρωπος της προσφοράς από τα πολύ νεανικά της χρόνια. Από τη μητέρα της, Παναγιώτα Γιατράκου, το γένος Ζήση, έμαθε την αξία της αφοσίωσης και της αγάπης στην οικογένεια. Από τον πατέρα της όμως, Δημήτριο Γιατράκο, έμαθε την αξία της προσφοράς στον συνάνθρωπο, στο κοινωνικό σύνολο. Αν και κτηματίας ο πατέρας της, ενδιαφερόταν πάντα για τους συντοπίτες του και φρόντιζε  να συνδράμει ουσιαστικά όπου χρειαζόταν. Το ακέραιο του χαρακτήρα του και η σωστή του σκέψη, τον καθιστούσαν τον αδιαμφισβήτητο υποψήφιο για θέσεις σχετικές με τη δημόσια δομή της Καρύστου, συνήθως αμισθί. Έτσι διετέλεσε Διευθύνων Σύμβουλος του εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της δωρεάς Κότσικα, ενώ αργότερα εκλέχτηκε και Δήμαρχος, όπου η δράση του και η σωστή σκέψη του άφησε στην μνήμη όλων όσων τον γνώρισαν και συνεργάστηκαν μαζί του το παροιμιώδες «Το ‘πε ο Γιατράκος».
Σ’ αυτό το σπιτικό μεγάλωσε και η Ευδοξία, επιμελής μαθήτρια πάντα και με πολλά ενδιαφέροντα. Το 1940, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, παντρεύτηκε τον Ελευθέριο Λάμπρο, έμπορο, και ήρθε στην Αθήνα. Οι θηριωδίες του πολέμου και του εμφυλίου μετά, η πείνα και η μιζέρια των συνανθρώπων της, την ώθησαν στην προσφορά. Αρχικά, σαν μέλος του Φιλοπτώχου Ταμείου του Ιερού Ναού Αγίας Φωτεινής Νέας Σμύρνης, που ήταν και η ενορία της, είχε τη δυνατότητα να έρθει σε άμεση επαφή με τον πάσχοντα συνάνθρωπο, τον φτωχό, τον ηλικιωμένο, το εγκαταλελειμμένο παιδί, τον ανάπηρο. Μπήκε σε υπόγεια, σε παραπήγματα, σε σκηνές και μοίραζε τρόφιμα, ρούχα, τα λιγοστά χρήματα που υπήρχαν τότε. Περισσότερο όμως χάριζε τον εαυτό της, μοίραζε αφειδώς τον χρόνο της. Σε εποχές που οι μετακινήσεις δεν είχαν τη σημερινή ευκολία, αλλάζοντας πολλές φορές 2 ή 3 συγκοινωνίες, ξεκινούσε από τη Νέα Σμύρνη για να πάει στο Νοσοκομείο της Βούλας όπου υπήρχαν χρόνιοι ασθενείς, από όλη την Ελλάδα, μακριά από τα σπίτια τους και τις οικογένειές του. Η Ευδοξία τους κρατούσε συντροφιά, ενδιαφερόταν για την υγεία τους, ρωτούσε τους γιατρούς, μοίραζε καλούδια. Πήγαινε και ξαναπήγαινε. Και όταν κάποτε έφευγαν, δεν τους ξεχνούσε. Για χρόνια αλληλογραφούσε μαζί τους για να μαθαίνει νέα τους και πάντα συνόδευε το γράμμα με ένα πακετάκι. Επισκεπτόταν και το Άσυλο Ανιάτων στην Κυψέλη, ένα Ίδρυμα που και τότε, όπως και σήμερα, είχε ανάγκη στήριξης και προσφοράς, αλλά και πολλά άλλα Ιδρύματα.
Περισσότερο όμως, έδινε την ψυχή της στα ορφανοτροφεία. Γι’ αυτά δεν χρειαζόταν να πάει μακριά. Στην Νέα Σμύρνη, λόγω και των προσφύγων, υπήρχαν τρία: της Εθνικής Στέγης, που ήταν και το κοντινότερο στο σπίτι της, του Αγίου Ανδρέα και το Ιωσηφόγλειο στη Συγγρού. Εκτός από παιχνίδια και ρούχα που πήγαινε συχνά, έφτιαχνε γλυκά, πίττες, κέικ και κουλουράκια για να έχουν πάντα τα παιδιά (κορίτσια συνήθως) κάτι στο χέρι τους. Κάποτε, έμεινε ξάγρυπνη, σχεδόν δύο μερόνυχτα για να πλέξει 12 μικρά ζακετάκια για 12 μικρά κοριτσάκια που είχαν μόλις φέρει σε ένα από αυτά.
Μετά τον θάνατο της μητέρας της και του συζύγου της, ένα χρόνο αργότερα, άρχισε να παραμένει για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα στην Κάρυστο. Συνέχισε την προσφορά της σε μεμονωμένα άτομα. Γνώριζε όμως ότι ένα Ίδρυμα παρέχει τη δυνατότητα βοήθειας σε περισσότερους συνανθρώπους. Έτσι πήρε τη μεγάλη απόφαση να δωρίσει ένα μεγάλο μέρος του πατρικού της οικοπέδου στη Μητρόπολη Καρυστίας και Σκύρου με σκοπό την ίδρυση Κέντρου περίθαλψης παιδιών (Η αγάπη της για τα παιδιά ήταν αμείωτη). Ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Καρυστίας & Σκύρου κ.κ. Σεραφείμ την ενημέρωσε ότι στην περιοχή μας δεν υπάρχει πια ανάγκη Ιδρύματος για παιδιά, υπάρχει όμως μεγάλη ανάγκη Ιδρύματος για γέροντες. Φυσικά, η Ευδοξία δέχτηκε κι έτσι, το 1984, τέθηκε ο θεμέλιος λίθος. Η ημέρα των εγκαινίων του Γηροκομείου, τον Ιούλιο 1992,  ήταν ημέρα μεγάλης συγκίνησης για την Ευδοξία γιατί έβλεπε έμπρακτα την ευόδωση των προσπαθειών μιας ολόκληρης ζωής. Ο κύκλος είχε κλείσει. Τα λίγα χρόνια που έζησε ακόμη, πολύ συχνά επισκεπτόταν το Γηροκομείο, καθόταν με τους παππούδες και τις γιαγούλες, γιαγιούλα πια και η ίδια, έπινε καφέ μαζί τους και αναθυμόνταν πρόσωπα και πράγματα του παρελθόντος τους.

Η Ευδοξία Λάμπρου άφησε την τελευταία της αναπνοή στο σπίτι της, στην αγκαλιά της αγαπημένης της οικογένειας, της κόρης της Μαρίας, του γαμπρού της Λεωνίδα Μαμά και των εγγονών της Θάλειας και Ευδοξίας. Όλοι μαζί, στο προσκεφάλι της, την φίλησαν και την αποχαιρέτησαν. Ας είναι αιώνια η μνήμη της και ζωντανό το παράδειγμά της.  

Μαρία Γ,Μαμά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου