Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

"Το μαντηλάκι με τα αρχικά"

To μικρό τετράγωνο μαντηλάκι σφάδαζε μέσα στην πίεση των δακτύλων της κ.Γαρυφαλιάς ενώ απλωνόταν η υγρασία από τα δάκρυα που κυλούσαν αργά αλλά σταθερά  στα μάγουλα της.

Καθόταν εκεί, στην άκρη της καρέκλας με την πλάτη στητή και τα πόδια πλεγμένα σταυροπόδι με το τακούνι της να κτυπά σχεδόν ρυθμικά τον μεταλλικό σκελετό .

Η  υπάλληλος την κοιτούσε με συμπάθεια πάνω από τα γυαλιά της που όλο και γλιστρούσαν  στην άκρη της μύτης της.
Η ζέστη άχνιζε από τις χαραμάδες του κλιματιστικού που την πολεμούσε με επιμονή στέλνοντας ανάσες δροσιάς πάνω από τις δυο γυναίκες.


Ο Ιούλιος είχε μπει για τα καλά και το καλοκαίρι είχε φέρει μαζί του και την κ.Γαριφαλιά.
"Γαρυφάλου?" ρώτησε για επιβεβαίωση η υπάλληλος ενώ διάβαζε τα χαρτιά της.
"To γένος Παπαζήζη?"
"Μάλιστα, μάλιστα!" συμπλήρωσε η Γαρυφαλιά σφίγγοντας ακόμα πιο πολύ το βαμβακερό της μαντηλάκι.
 Αre you gonna be late mum? Ιt's really hot out here and I am starving!" Ακούστηκε η φωνή του νεαρού που στεκόταν έξω από την πόρτα όλη αυτή την ώρα μαζί με την δίδυμη αδελφή του.
"Just a moment  honney"  είπε με ανυπομονησία η κ.Γαρυφαλιά αντιμετωπίζοντας την απορία στα μάτια της υπαλλήλου.
"Τα παιδιά μου" συμπλήρωσε με καμάρι κοκκινίζοντας πάνω από το απαλό ρουζ του μακιγιάζ της που είχε απομείνει στο πρόσωπο της  " δεν ξέρουν  καλά ελληνικά..Δεν είναι ότι δεν μιλάνε" σχεδόν απολογήθηκε στην άγνωστη κυρία που έψαχνε τα χαρτιά της.

Η υπάλληλος σηκώθηκε και άρχισε να ψάχνει τις οικογενειακές μερίδες του υποθηκοφυλακείου  για να βρει το συμβόλαιο που της είχε ζητήσει η  τόσο ευσυγκίνητη κυρία και τώρα είχε αρχίσει να καταλαβαίνει το γιατί.
" Mετανάστες..πόσα χρόνια άραγε έχει να έρθει στην πατρίδα?
"Έχω να έρθω πάνω από 5 χρόνια να δω το πατρικό μου στο χωριό" λες και απάντησε στην σκέψη της η κ.Γαρυφαλιά Γαρυφάλλου, το γένος Παπαζήση. "Θέλω να τα γράψω στα παιδιά, να έρχονται, έστω και κάθε 10 χρόνια..να μη ξεχάσουν  την πατρίδα "

Συγκινήθηκε και η Ζωή, και κρύφτηκε πίσω από τον διάδρομο να σκουπίσει και αυτή τα δάκρυα της.
Η συγκίνηση της γυναίκας την είχε αγγίξει πάρα πολύ και ήξερε πάρα πολύ καλά το τι σημαίνει ξενιτιά με όλη την οικογένεια του πατέρα της στην άλλη άκρη του κόσμου, να τους βλέπουν μόνο στο skype και στις φωτογραφίες στα κινητά. "Πάλι καλά που υπάρχουν και αυτά" δεν βαριόταν ποτέ να συμπληρώνει η μητέρα της μετά από κάθε επικοινωνία.

H Γαρυφαλιά ήταν ένα παιδί του χωριού που ονειρευόταν να πάει στην πόλη, και μια γυναίκα της πόλης, που ονειρευόταν και αναπολούσε το χωριό της.
Είχε γελάσει τόσο πολύ με την επιμονή της γιαγιάς της να της υφάνει με τα χέρια της μερικά προικιά, ακόμα και αν οι καιροί είχαν αλλάξει και τα έτοιμα λευκά είδη υπήρχαν παντού,

"Όχι, όχι" επέμενε η γιαγιά της η Γαρυφαλιά που είχε και το όνομα της. " Δεν είναι καλά, δεν θα αντέξουν! Αυτά που θα σου φτιάξω εγώ στην κρεβατίνα θα τα έχεις για μια ζωή!"
" Tι να τα κάνω για μια ζωή? Θα τα βαρεθώ!" Δυσανασχετούσε η μικρή Γαρυφαλιά ενώ έβλεπε για άλλη μια φορά την γιαγιά της να κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι και να της λέει ξανά " Είσαι μικρή δεν καταλαβαίνεις"!

Δυσανασχετούσε η Γαρυφαλιά για πολλά πράγματα στο χωριό και δεν σήκωνε το κεφάλι της από τα βιβλία που της άνοιγαν άλλους κόσμους και της μάθαιναν τι υπήρχε πέρα από τους γύρω λόφους, τα σκιερά περιβόλια και τις αγροτικές δουλειές που επέμενε η οικογένεια της να μαθαίνει.

Δυσανασχετούσε και για το παλιομοδίτικο της όνομα και το άλλαξε σε Φαίη σαν την πρωταγωνίστρια στον σινεμά που της άρεσε τόσο πολύ να πηγαίνει.
Το ξέκοψε στο σπίτι, "Αν δεν με λέτε Φαίη δεν θα σας μιλάω" . " Μάλιστα κυρία Νταναγουέη" την πείραζαν τα αδέλφια της και έκαναν μορφασμούς ειρωνικούς που την στενοχωρούσαν.

Την  ημέρα που έμαθε πως πέρασε στο Πολυτεχνείο βρήκε πάνω στο κρεβάτι της μια μικρή στοίβα με σεντόνια γεμάτα κέντημα , μαξιλαροθήκες με κεντημένα τα αρχικά της, πετσέτες της κουζίνας ριγωτές με κόκκινες και μπλε γραμμές, και κατά πάνω, ένα λευκό μαντηλάκι με όμορφα λευκά  κεντήματα και πλεγμένα ανάμεσα τους τα αρχικά της λες και κάποιος καλλιγράφος τα είχε σχηματίσει πάνω στο πανί.
"Αχ γιαγιά μου! Τι όμορφα που είναι!"
" Είναι το δώρο μου για την ζωή σου, να μην ξεχνάς και να μη μας ξεχάσεις εκεί που θα πας" είπε με τρεμάμενη φωνή η γιαγιά της και την αγκάλιασε σφιχτά σφιχτά αφού της έδωσε την ευχή της και την σταύρωσε στο μέτωπο.

Σαν όνειρο είχε περάσει εκείνο το καλοκαίρι του 1980 , σαν όνειρο καλοκαιρινό το μικρό της πρώτο σπίτι ,τα πρώτα χρόνια στο Πολυτεχνείο σαν πάντα η πρώτη φορά η συγκίνηση στην φωνή της μαμάς της όταν την σύστηνε σε κάποια γνωστή της, " Η κόρη μου, σπουδάζει μηχανικός! Στο Πολυτεχνείο! Δεν παρέλειπε να προσθέτει πάντα, παρά τις τόσες ατέλειωτες φορές που η Φαίη της είχε πει να το σταματήσει γιατί δεν αισθανόταν σαν είδος προς παρουσίαση.

Σαν ένα κακό όνειρο είχε έρθει και το νέο του θανάτου της γιαγιάς της και τότε για πρώτη φορά, αναζήτησε το μικρό της μαντιλάκι και έκλαψε πικρά για όσα δεν είχε πει σε αυτή την τόσο πονεμένη γυναίκα , την γιαγιά της, την Γαρυφαλιά.
Η Θλίψη αφήνει την πόρτα ανοιχτή για την χαρά, την αγάπη τα όνειρα.
Στο πάρτι για το πτυχίο γνώρισε τον Νικόλα και αν και ο έρωτας τους έφερε κοντά, τα όνειρα τους τους πήγαν στην Καλιφόρνια για να στήσουν εκεί μια άλλη ζωή ,μακριά από τις μιζέριες της Ελληνικής πραγματικότητας.
Έκλαιγε η μάνα της, είχε μαυρίσει από την στεναχώρια ο πατέρας της, αλλά η Φαίη και ο Νικόλας ήταν αμετάπιστοι. Χαρούμενοι και ονειροπόλοι έβλεπαν κιόλας μπροστά τους το μέλλον τους.

Την ημέρα που πήρε το καράβι, κούνησε το μαντήλι από το κατάστρωμα σε φίλους και συγγενείς για να το μουσκέψει για άλλη μια φορά με δάκρυα στο αεροδρόμιο, εκεί που αποχαιρέτησε τους γονείς της.
Πετώντας πάνω από τα σύννεφα, άνοιξε ασυναίσθητα το μαντηλάκι της και κοίταζε για πολύ ώρα τα αρχικά της. Ήταν σαν να είχε την γιαγιά της μαζί της και της μιλούσε για την νέα ζωή που την περίμενε.
Και πράγματι, όλα πήγαν καλά , όπως τα είχε ονειρευτεί.  Μια δουλειά γεμάτη εμπειρίες και δράση, μια οικογένεια αγαπημένη , δυο παιδιά με έξυπνα μάτια και καλή καρδιά.

Όμως όσο περνούσαν τα χρόνια, το μαντιλάκι όλο και πιο συχνά βρισκόταν στα χέρια της, όλα και πιο συχνά έπιανε τον εαυτό της να αναπολεί τα παιδικά της χρόνια, και τότε οι πλαγιές δεν έμοιαζαν με φυλακή, και οι οικείες παλιές εικόνες ερχόντουσαν όλα και πιο συχνά στον ύπνο της , όχι για να τον ταράξουν αλλά για να τον απαλύνουν.
"Μy name is Garifalia"  είπε μια μέρα στους συναδέλφους της στο γραφείο, "after my grandma, a wonderful woman" και πέρασαν πολλές μέρες μέχρι να τους πείσει όλους να την φωνάζουν με το βαφτιστικό της όνομα . Δεν ήταν πια ένα βαρύδι της Ελληνικής επαρχίας, παρά ένα αναμνηστικό της ζωής που είχε αφήσει πίσω, μια γέφυρα αόρατη αλλά δυνατή με την ρίζα που είχε απομείνει σε κείνα τα περιβόλια και τα τρία πια μνήματα στο μικρό νεκροταφείο.

Ο Νικόλας και τα παιδιά, δεν συμμεριζόντουσαν αυτές τις ευαισθησίες και γελούσαν συχνά μαζί της. Η αλήθεια είναι ότι τα πρώτα χρόνια ερχόντουσαν συχνά . Ακόμα και στις αρρώστιες των γονιών της μπόρεσε να συμπαρασταθεί και να είναι κοντά τους μέχρι το τέλος.
Αφού όμως εκείνοι έφυγαν, όλο και κάτι τύχαινε, όλο και κάποιο άλλο μέρος φαινόταν ιδανικό στα παιδιά για διακοπές , όλο και πιο πολύ ξεμάκρυνε ο τόπος της και γινόταν ένα άπιαστο όνειρο χωρίς να μπορεί να μεταδώσει την αγάπη που ένιωθε και την νοσταλγία στα παιδιά και στον Νικόλα.

Το μαντηλάκι της την συνόδευε πάντα. Σαν ένας πίνακας που έγραφε πάνω του στιγμές, αναμνήσεις, επιθυμίες, και σκέψεις. Μέχρι και σήμερα που επιτέλους κατάφερε να έρθει για άλλη μια φορά , και είχε ίσως την τελευταία ευκαιρία να ενώσει τα παιδιά της με εκείνη την ρίζα που είχε αφήσει τόσα χρόνια πίσω της.

Οι διαδικασίες τελείωσαν γρήγορα και η Γαριφαλιά σκούπισε τα τελευταία της δάκρυα πριν χαιρετήσει την Ζωή και βγει έξω στο ήλιο που έκαιγε και στα παιδιά της που ανυπόμονα περίμεναν όλη αυτή την ώρα.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου