Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Η Νάνσυ και ο Τηλέμαχος.

H Νάνσυ προσπαθούσε να ισορροπήσει πάνω στα τακούνια της ενώ παράλληλα συγκρατούσε και τον συμβίο της από το να παρασυρθεί στην μεγάλη κατηφόρα που απλωνόταν μέχρι το λιμάνι.

Βλέπεις ο Τηλέμαχος, αρνιόταν πεισματικά να παραδεχθεί ότι είχε ανάγκη μπαστουνιού, το λιγότερο, και με την συνεχή επωδό, " Άσε με ! Δεν έχω ανάγκη!" δυσκόλευε τις προσπάθειες της ατυχούς Νάνσυς να τον κρατήσει μακριά από πεσήματα και πιθανόν χειρότερα δράματα.

Άλλωστε όπως όλοι ξέρουν, "  Ο γέρος, η από πέσιμο η από χέσιμο πάει" και ο Τηλέμαχος πήγαινε φυρί φυρί για το πρώτο.
"Εγώ είμαι γέρος?"  θύμωνε και κοκκίνιζε σε όποιον τολμούσε να αναφερθεί στην ηλικία του.
Ντυμένος στην τρίχα με το άσπρο του παντελόνι και τα ιστιοπλοϊκά του παπούτσια, την polo θαλασσί μπλούζα του και το μαλλί άσπρο αλλά πυκνό και πλούσιο να σχηματίζει μια άσπρη χαίτη, ο Τηλέμαχος κρατιόταν σε φόρμα με αυστηρή δίαιτα, προσωπικό γυμναστή και νέα γυναίκα που αυτή την στιγμή, είχε μια απελπισμένη έκφραση παραίτησης στο όμορφο και ολοστρόγγυλο πρόσωπο της.

Η Νάνσυ είχε εντυπωσιαστεί τότε, 20 χρόνια πίσω από τον Τηλέμαχο πάνω σε ένα μεγάλο ιστιοφόρο στην Ύδρα. Σε αγώνες αυτός, σε διακοπές με τις συμφοιτήτριες εκείνη . Κολακεύτηκε η μικρή Νάνσυ από το ενδιαφέρον του 45 άρη τότε Τηλέμαχου και έπεσε με τα μούτρα σε μια σχέση που δεν φαινόταν να κρατάει πολύ.

"Που πας την πιτσιρίκα γέρο μπισμπίκι!" τον κορόϊδευαν οι φίλοι του κρυφά από την Νάνσυ,
"Έλα στον παππού!" της τραγουδούσαν οι φίλες της στα μπαρ και χόρευαν πάνω στην μπάρα, " Όσο προλαβαίνεις, πριν αρχίσουν τα τσάγια!" Της τα φώναζαν αλλά η Νάνσυ ανένδοτη ζούσε στο όνειρο της άνετης ζωής και το ενδιαφέρον κάποιου για πολλές άπιαστου γοητευτικού μεσήλικα.

Όταν οι φίλες της έλιωναν σόλες να ψάχνουν για δουλειά, εκείνη πήγαινε διακοπές με το σκάφος.
Όταν έπαιρναν τον πρώτο τους μισθό, εκείνη είχε πάει στο Παρίσι για ψώνια. Όταν εκείνες έπαιρναν το πρώτο τους δάνειο για χτίσουν το σπίτι τους, εκείνη άλλαζε τα πλακάκια της πισίνας στην Εκάλη γιατί δεν της ταίριαζαν με το στύλ της εποχής.
Πέρασαν τα χρόνια της νιότης για την Νάνσυ, χαλαρά και ανέμελα χωρίς να σκέφτεται ποτέ το αύριο.
Το πρόβλημα όμως ήταν ότι ούτε ο Τηλέμαχος το σκεφτόταν.
Εισοδηματίας με ακίνητα, έλιωνε το ένα αυτοκίνητο μετά το άλλο, μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα σε ταξίδια και την παρακολούθηση των ακινήτων ενώ είχε σαν παιδί του το σκάφος του που πάντα έπαιρνε μέρος στους αγώνες.
Δεν έκαναν παιδιά, γιατί κανείς τους δεν είχε ποτέ χρόνο για να "κλειστεί μέσα ".
Η ζωή τους ήταν ζηλευτή για πολλούς μέχρι που ήρθε η κρίση και τα πράγματα άρχιζαν να αλλάζουν δραματικά για το ανέμελο ζευγάρι.
Τα ακίνητα δεν νοικιαζόντουσαν πια, έστω και σε πολύ λιγότερη τιμή, δεν μπορούσε να πουλήσει τίποτα, οι φόροι άρχιζαν να φουσκώνουν βουνό , ένα βουνό που πλάκωνε τις αδύναμες πλάτες της Νάνσυ και του Τηλέμαχου.

Τώρα που τα λεφτά έφευγαν σιγά σιγά, η λάμψη άρχισε να ξεθωριάζει. Η Νάνσυ είχε πολύ χρόνο άδειο μέσα σε ένα άδειο σπίτι, χωρίς φίλους και παρέες αφού δεν μπορούσε πια να ακολουθήσει την ζωή τους, χωρίς παιδιά, χωρίς τίποτα, μόνο με τον Τηλέμαχο να της σπάει τα νεύρα με την εμμονή του να παραμείνει νέος και να ξοδεύει το μεγαλύτερο μέρος όσων τους είχαν απομείνει στην προσωπική του φροντίδα.
Το αποκορύφωμα ήταν όταν γλίστρησε στο κατάστρωμα και έκοψαν οι τέντωνες του δεξιού μηρού.

Για μήνες η Νάνσυ για πρώτη φορά στην ζωή της, αναγκάστηκε να κάνει την νοσοκόμα, να είναι όλη την ημέρα κοντά στον Τηλέμαχο, να κοιτάνε τηλεόραση και να μιλάνε με γιατρούς και φυσικοθεραπευτές.
 Ξαφνικά ανακάλυψαν ότι δεν είχαν τι να πουν, και ναι, η Νάνσυ το ξεστόμισε, "Είναι και η διαφορά ηλικίας"!
O Tηλέμαχος γύρισε στο μαξιλάρι και τα άσπρα του μαλλιά τυλίχτηκαν στο πρόσωπο του κάνοντας τον να μοιάζει με θυμωμένο άγαλμα. "Λίγο αργά δεν την θυμήθηκες την διαφορά ηλικίας!? Τώρα που τελειώσαν τα λεφτά την σκέφτηκες, ε?" την ρώτησε με φωνή τόσο κρύα όσο και η θάλασσα τον χειμώνα, ίσως ακόμα πιο κρύα και από αυτήν.

Η Νάνσυ δαγκώθηκε γιατί το είχε σκεφτεί πολλές φορές από τότε που σταμάτησε την πλούσια ζωή της αν θα είχε ποτέ μπλέξει μαζί με τον Τηλέμαχο αν ήταν φτωχός.
Μάλλον όχι , είχε φτάσει στο συμπέρασμα.
Είχε φτάσει και σε πολλά άλλα συμπεράσματα που τα δέχθηκε με μεγάλη ευκολία και χωρίς καμιά ενοχή η μεταμέλεια.
Όπως το ότι δεν την ενδιέφερε να ασχοληθεί με τίποτα συγκεκριμένο, ότι δεν μετανιώνει που δεν έκανε παιδιά, ότι δεν της έλειψε ποτέ το βαθύτερο συναίσθημα και οι κοινοί στόχοι που δίνουν νόημα σε τόσους άλλους ανθρώπους.
Πέρασε την ζωή της πρώτης  νιότης της σαν ένα ταξίδι στο κατάστρωμα του σκάφους του Τηλέμαχου και τώρα απλά μαζεύει τα πανιά ενώ ο καπετάνιος ετοιμάζεται να αράξει στο λιμάνι.

Σε κείνο το λιμάνι που τώρα τον κρατά να μην πέσει ενώ βλέπουν από μακριά να πλησιάζουν τα σκάφη.Ο Τηλέμαχος επέμενε να κατέβουν να δουν τα ιστιοπλοϊκά που είχαν έρθει για την Ρεγκάτα του Αιγαίου και η Νάνσυ δεν μπόρεσε να τον πείσει να πάρει μαζί του το μπαστούνι.
"Θα με δουν οι γνωστοί μου με το μπαστούνι και θα γελάνε!" της είπε θυμωμένα.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να ζωγραφίζει τα νερά πορτοκαλί και μωβ . Τα σκάφη πλησίαζαν σαν να χόρευαν πάνω στο νερό και ενώ είχαν πλησιάσει στο λιμάνι πάνω στο πρώτο ξεχώριζε η φιγούρα ενός εντυπωσιακού άντρα γύρω στα 50 που έδινε εντολές στο πλήρωμα.

Το χέρι της Νάνσυς κύλησε σιγά σιγά από το μπράτσο του Τηλέμαχου και στερέωσε το σκουλαρίκι που γλυστρούσε από το αυτί της για να σηκωθεί σε χαιρετισμό προς τον άγνωστο άνδρα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου