Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Νάνσυ και Τηλέμαχος.




Έρχονται οι γιορτές και ένα ανάγνωσμα χωρίς στενάχωρες σκέψεις από εδώ στους αναγνώστες και αναγνώστριες του blog.



H Νάνσυ προσπαθούσε να ισορροπήσει πάνω στα τακούνια της ενώ παράλληλα συγκρατούσε και τον συμβίο της από το να παρασυρθεί στην μεγάλη κατηφόρα που απλωνόταν μέχρι το λιμάνι.

Βλέπεις ο Τηλέμαχος, αρνιόταν πεισματικά να παραδεχθεί ότι είχε ανάγκη μπαστουνιού, το λιγότερο, και με την συνεχή επωδό, " Άσε με ! Δεν έχω ανάγκη!" δυσκόλευε τις προσπάθειες της ατυχούς Νάνσυς να τον κρατήσει μακριά από πεσήματα και πιθανόν χειρότερα δράματα.


Άλλωστε όπως όλοι ξέρουν, "  Ο γέρος, η από πέσιμο η από χέσιμο πάει" και ο Τηλέμαχος πήγαινε φυρί φυρί για το πρώτο.
"Εγώ είμαι γέρος?"  θύμωνε και κοκκίνιζε σε όποιον τολμούσε να αναφερθεί στην ηλικία του.
Ντυμένος στην τρίχα με το άσπρο του παντελόνι και τα ιστιοπλοϊκά του παπούτσια, την polo θαλασσί μπλούζα του και το μαλλί άσπρο αλλά πυκνό και πλούσιο να σχηματίζει μια άσπρη χαίτη, ο Τηλέμαχος κρατιόταν σε φόρμα με αυστηρή δίαιτα, προσωπικό γυμναστή και νέα γυναίκα που αυτή την στιγμή, είχε μια απελπισμένη έκφραση παραίτησης στο όμορφο και ολοστρόγγυλο πρόσωπο της.

Η Νάνσυ είχε εντυπωσιαστεί τότε, 20 χρόνια πίσω από τον Τηλέμαχο πάνω σε ένα μεγάλο ιστιοφόρο στην Ύδρα. Σε αγώνες αυτός, σε διακοπές με τις συμφοιτήτριες εκείνη . Κολακεύτηκε η μικρή Νάνσυ από το ενδιαφέρον του 45 άρη τότε Τηλέμαχου και έπεσε με τα μούτρα σε μια σχέση που δεν φαινόταν να κρατάει πολύ.

"Που πας την πιτσιρίκα γέρο μπισμπίκι!" τον κορόϊδευαν οι φίλοι του κρυφά από την Νάνσυ,
"Έλα στον παππού!" της τραγουδούσαν οι φίλες της στα μπαρ και χόρευαν πάνω στην μπάρα, " Όσο προλαβαίνεις, πριν αρχίσουν τα τσάγια!" Της τα φώναζαν αλλά η Νάνσυ ανένδοτη ζούσε στο όνειρο της άνετης ζωής και το ενδιαφέρον κάποιου για πολλές άπιαστου γοητευτικού μεσήλικα.

Όταν οι φίλες της έλιωναν σόλες να ψάχνουν για δουλειά, εκείνη πήγαινε διακοπές με το σκάφος.
Όταν έπαιρναν τον πρώτο τους μισθό, εκείνη είχε πάει στο Παρίσι για ψώνια. Όταν εκείνες έπαιρναν το πρώτο τους δάνειο για χτίσουν το σπίτι τους, εκείνη άλλαζε τα πλακάκια της πισίνας στην Εκάλη γιατί δεν της ταίριαζαν με το στυλ της εποχής.
Πέρασαν τα χρόνια της νιότης για την Νάνσυ, χαλαρά και ανέμελα χωρίς να σκέφτεται ποτέ το αύριο.
Το πρόβλημα όμως ήταν ότι ούτε ο Τηλέμαχος το σκεφτόταν.
Εισοδηματίας με ακίνητα, έλιωνε το ένα αυτοκίνητο μετά το άλλο, μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα σε ταξίδια και την παρακολούθηση των ακινήτων ενώ είχε σαν παιδί του το σκάφος του που πάντα έπαιρνε μέρος στους αγώνες.
Δεν έκαναν παιδιά, γιατί κανείς τους δεν είχε ποτέ χρόνο για να "κλειστεί μέσα ".
Η ζωή τους ήταν ζηλευτή για πολλούς μέχρι που ήρθε η κρίση και τα πράγματα άρχιζαν να αλλάζουν δραματικά για το ανέμελο ζευγάρι.
Τα ακίνητα δεν νοικιαζόντουσαν πια, έστω και σε πολύ λιγότερη τιμή, δεν μπορούσε να πουλήσει τίποτα, οι φόροι άρχιζαν να φουσκώνουν βουνό , ένα βουνό που πλάκωνε τις αδύναμες πλάτες της Νάνσυ και του Τηλέμαχου.

Τώρα που τα λεφτά έφευγαν σιγά σιγά, η λάμψη άρχισε να ξεθωριάζει. Η Νάνσυ είχε πολύ χρόνο άδειο μέσα σε ένα άδειο σπίτι, χωρίς φίλους και παρέες αφού δεν μπορούσε πια να ακολουθήσει την ζωή τους, χωρίς παιδιά, χωρίς τίποτα, μόνο με τον Τηλέμαχο να της σπάει τα νεύρα με την εμμονή του να παραμείνει νέος και να ξοδεύει το μεγαλύτερο μέρος όσων τους είχαν απομείνει στην προσωπική του φροντίδα.
Το αποκορύφωμα ήταν όταν γλίστρησε στο κατάστρωμα και έκοψαν οι τέντωνες του δεξιού μηρού.

Για μήνες η Νάνσυ για πρώτη φορά στην ζωή της, αναγκάστηκε να κάνει την νοσοκόμα, να είναι όλη την ημέρα κοντά στον Τηλέμαχο, να κοιτάνε τηλεόραση και να μιλάνε με γιατρούς και φυσικοθεραπευτές.
 Ξαφνικά ανακάλυψαν ότι δεν είχαν τι να πουν, και ναι, η Νάνσυ το ξεστόμισε, "Είναι και η διαφορά ηλικίας"!
O Tηλέμαχος γύρισε στο μαξιλάρι και τα άσπρα του μαλλιά τυλίχτηκαν στο πρόσωπο του κάνοντας τον να μοιάζει με θυμωμένο άγαλμα. "Λίγο αργά δεν την θυμήθηκες την διαφορά ηλικίας!? Τώρα που τελείωσαν τα λεφτά την σκέφτηκες, ε?" την ρώτησε με φωνή τόσο κρύα όσο και η θάλασσα τον χειμώνα, ίσως ακόμα πιο κρύα και από αυτήν.

Η Νάνσυ δαγκώθηκε γιατί το είχε σκεφτεί πολλές φορές από τότε που σταμάτησε την πλούσια ζωή της αν θα είχε ποτέ μπλέξει μαζί με τον Τηλέμαχο αν ήταν φτωχός.
Μάλλον όχι , είχε φτάσει στο συμπέρασμα.
Είχε φτάσει και σε πολλά άλλα συμπεράσματα που τα δέχθηκε με μεγάλη ευκολία και χωρίς καμιά ενοχή η μεταμέλεια.
Όπως το ότι δεν την ενδιέφερε να ασχοληθεί με τίποτα συγκεκριμένο, ότι δεν μετανιώνει που δεν έκανε παιδιά, ότι δεν της έλειψε ποτέ το βαθύτερο συναίσθημα και οι κοινοί στόχοι που δίνουν νόημα σε τόσους άλλους ανθρώπους.
Πέρασε την ζωή της πρώτης  νιότης της σαν ένα ταξίδι στο κατάστρωμα του σκάφους του Τηλέμαχου και τώρα απλά μαζεύει τα πανιά ενώ ο καπετάνιος ετοιμάζεται να αράξει στο λιμάνι.

Σε κείνο το λιμάνι που τώρα τον κρατά να μην πέσει ενώ βλέπουν από μακριά να πλησιάζουν τα σκάφη. Ο Τηλέμαχος επέμενε να κατέβουν να δουν τα ιστιοπλοϊκά που είχαν έρθει για την Ρεγκάτα του Αιγαίου και η Νάνσυ δεν μπόρεσε να τον πείσει να πάρει μαζί του το μπαστούνι.
"Θα με δουν οι γνωστοί μου με το μπαστούνι και θα γελάνε!" της είπε θυμωμένα.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να ζωγραφίζει τα νερά πορτοκαλί και μωβ . Τα σκάφη πλησίαζαν σαν να χόρευαν πάνω στο νερό και ενώ είχαν πλησιάσει στο λιμάνι πάνω στο πρώτο ξεχώριζε η φιγούρα ενός εντυπωσιακού άντρα γύρω στα 50 που έδινε εντολές στο πλήρωμα.

Το χέρι της Νάνσυς κύλησε σιγά σιγά από το μπράτσο του Τηλέμαχου και στερέωσε το σκουλαρίκι που γλιστρούσε από το αυτί της για να σηκωθεί σε χαιρετισμό προς τον άγνωστο άνδρα.

Το σκάφος πλησίαζε στο λιμάνι και όσο πλησίαζε τόσο τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων φαίνονταν πιο καθαρά, μέχρι που το χαμόγελο του καπετάνιου φάνηκε λαμπερό και χαρούμενο μαζί με μια ματιά γλυκιά και φιλική που έκανε την καρδιά της Νάνσυς να λιώσει και να θυμηθεί πολλά πολλά χρόνια πίσω, παρόμοια χαμόγελα πριν ο Τηλέμαχος τα σβήσει και να κυριαρχήσει πάνω τους.


Χαμένη στην στιγμή λες και ο χρόνος είχε σταθεί εκεί και έπαιζε με τα κύματα δεν κατάλαβε αμέσως την προτροπή του Τηλέμαχου να πλησιάσουν ακόμα περισσότερο για να χαιρετίσουν από κοντά το πλήρωμα του νικητή όπως και τα άλλα που έμπαιναν ένα ένα στο λιμάνι.

Ένιωσε να κοκκινίζει , " είναι από την ζέστη " δικαιολογήθηκε αμήχανα και έπιασε ξανά το μπράτσο του Τηλέμαχου για να τον οδηγήσει στα σκάφη.

Ο Τηλέμαχος ακτινοβολούσε αυτοπεποίθηση και ικανοποίηση. Όλες οι αναμνήσεις τόσο ζωντανές και τόσο μαζεμένες στον χρόνο που οι εικόνες περνούσαν μπροστά του σαν να ήταν ο ορίζοντας μια τεράστια οθόνη και η νιότη του κυριαρχούσε περήφανη και αίκίνητη, εγωιστική και πολλές φορές αλαζονική, αλλά πάντα νικηφόρα και πάντα αποδεχτή η ανωτερότητα του από όλους , κυρίως από τον γυναικείο πληθυσμό που κατέκλυζε τα πάρτι  και τις εξόδους του. Και όλα αυτά, μέχρι η Νάνσυ με τον ναζιάρικο και επιφανειακά αφελή της τρόπο τον γοήτευσε αρκετά για να δέσει την ζωή του μαζί της.
Δεν τον απογοήτευσε , κάθε άλλο. Ταίριαξαν και ακολούθησε την ζωή του χωρίς να θέλει κάτι διαφορετικό, μόνο που τελευταία με το πρόβλημα της υγείας του, την έβλεπε να δυσανασχετεί πιο πολύ και από τότε που τα οικονομικά προβλήματα τους άλλαξαν την ζωή. "Δεν πειράζει, θα γίνω καλά και όλα καλά" σκέφτηκε ο Τηλέμαχος χωρίς να έχει καταλάβει ακόμα το πόσο η νέα οικονομική του κατάσταση  είχε επηρεάσει τα συναισθήματα της απέναντι του.

Η σκάλα κατέβηκε και χαρούμενα νέα παιδιά απλώθηκαν στο λιμάνι με το καπετάνιο να χάνεται στο βάθος του σκάφους. Ο Τηλέμαχος χαιρετούσε γνωστούς, αντάλλασσε απόψεις για τον αγώνα, και έδειχνε να έχει ξαναβρεί τον εαυτό του και το χιούμορ του, ενώ η Νάνσυ προσπαθούσε να εντοπίσει τον γοητευτικό άντρα που είχε εξαφανιστεί.
Και όμως ήταν αυτός που ξεπρόβαλε από την καμπίνα του σκάφους κρατώντας στην αγκαλιά του ένα αγοράκι γύρω στα 5 και στον ώμο του στηριζόταν τρυφερά μια μικροκαμωμένη γυναίκα περίπου στην ηλικία της που κάτι στην θύμισε από τα παλιά.
Μελαχρινή με ατίθασα σγουρά μαλλιά πιασμένα σε κοτσίδα, έμοιαζε με κάποια ανάμνηση που δεν μπορούσε ακόμα να ταυτοποιήσει, και ξαφνικά όταν άρχισε να κινείται, μια οικειότητα ανασύρθηκε από το παρελθόν και της έφερε ένα όνομα στο στόμα..Ελένη.. Ελένη εσύ, φώναξε έκπληκτη, ενώ η Ελένη άφησε μια φωνή αναπάντεχης χαράς και όρμησε στην σκάλα για να την συναντήσει.
Την αγκάλιασε σφιχτά με όλη την ειλικρίνεια και τον αυθορμητισμό που θυμόταν η Νάνσυ από τότε που καθόντουσαν μαζί στο Γυμνάσιο, πριν αυτή φύγει για το εξωτερικό ακολουθώντας τους γονείς της.
Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της Νάνσυς, δάκρυα συγκίνησης και με κομμένη την ανάσα μπόρεσε να μιλήσει στο τέλος για να αρχίσει μια συζήτηση γεμάτη νέα και  αναμνήσεις.
 Οι άντρες είχαν σταθεί παράμερα και έλεγαν κάθε τόσο το πόσο απρόσμενη είναι η ζωή και το τι εκπλήξεις μπορεί να φέρνει κάθε μέρα, έτσι αναπάντεχα και τυχαία.
Στο τέλος η Ελένη σύστησε τον άντρα της και η Νάνσυ ένιωσε ένα τσίμπημα αμηχανίας για τον χαιρετισμό που είχε κάνει προς το μέρος του..Μα, κάποιον που θυμίσατε πολύ έντονα και σας μπέρδεψα με κείνον,, δικαιολογήθηκε ενώ ο άντρας την καθησύχαζε..Μην ανησυχείτε, πολύς κόσμος μας χαιρετά στους αγώνες και πάντα είναι χαρά μας να τους χαιρετάμε και μεις. Άλλωστε αγώνας χωρίς θεατές δεν έχει ομορφιά.. έτσι δεν είναι.. την κοίταξε με μια γλυκύτητα που η Νάνσυ ένιωσε τα γόνατα της να λυγούν και αυτή την φορά έπιασε το μπράτσο του Τηλέμαχου, όχι για να τον στηρίξει αλλά για να στηριχτεί η ίδια.
Δεν μπόρεσαν να αποφύγουν το κάλεσμα του ζευγαριού για ένα ποτό μαζί με τα πληρώματα και ενώ οι άντρες μιλούσαν για αγώνες και ανέμους, η Ελένη και η Νάνσυ, έπιασαν το νήμα της νιότης τους από εκεί που το είχαν αφήσει, στην εξώπορτα του σχολείου την τελευταία φορά που είχαν συναντηθεί.

Μια ζωή ολόκληρη είχε περάσει από τότε, αλλά τόσο διαφορετικά για την κάθε μια.
Η Ελένη είχε μετακομίσει στο Λονδίνο, είχε σπουδάσει νοσηλευτική και στην πρακτική της γνώρισε τον Πέτρο, τον άντρα της, που έκανε την ειδικότητα του , παιδίατρος.
Μα τι γλυκό αλήθεια, ε, Ποια μπορεί να αντισταθεί σε έναν παιδίατρο. Υπάρχει τίποτα καλύτερο από τα παιδιά, ρώτησε ρητορικά η Ελένη και μετά το πρόσωπο της σκοτείνιασε για την αποβολές και τις δυσκολίες να κάνει την μεγάλη οικογένεια που τόσο ονειρευόταν.
Τελικά ο αγαπημένος της γιος ήρθε να αναπληρώσει το κενό και τα παιδιά που φροντίζει στην στέγη αστέγων είναι αρκετά για μια όχι μεγάλη, αλλά τεράστια οικογένεια.
Η Νάνσυ την άκουγε χωρίς να την διακόπτει. Τρόμαζε λίγο για το τι θα έλεγε ότι είχε κάνει όλα αυτά τα χρόνια ,αλλά από την άλλη, γιατί όχι..Δεν ντρεπόταν , δεν μετάνιωνε, και οπωσδήποτε ποτέ της δεν ήθελε παιδιά και δεσμεύσεις. Έτσι τα είπε, όπως τα σκεφτόταν. Λίγο αμυντικά η αλήθεια είναι, λίγο πιο πολύ από όσο χρειαζόταν για να συναντήσει την γεμάτη κατανόηση ματιά της παιδικής φίλης.
Και λοιπόν, μια περιπέτεια είναι η ζωή, και ο καθένας ας την ζει χωρίς να μετανιώνει..Εμένα αυτό είναι το μότο μου της είπε, και την αγκάλιασε για άλλη μια φορά.

Η ώρα περνούσε ευχάριστα για όλους αλλά η κούραση βάρυνε πάνω στον Τηλέμαχο που της έκανε νόημα να φύγουν.
Με πολλές υποσχέσεις να μην χαθούν και με ανταλλαγή των τηλεφώνων τους, οι δυο φίλες αποχωρίστηκαν και σιωπηλά η Νάνσυ ακολούθησε τον Τηλέμαχο στον γυρισμό.
Τι έχεις και δεν μιλάς..την ρώτησε ο Τηλέμαχος με περιέργεια.
ΑΑ, Τίποτα το ιδιαίτερο, απλά σκεφτόμουν το πόσο διαφορετική είναι η ζωή μας και τι κοινό έχουμε τώρα πια για να ήμαστε πάλι φίλες.
Ο Τηλέμαχος κοντοστάθηκε, σήκωσε το μπαστούνι και στράφηκε προς την παραλία. Της έδειξε τον ορίζοντα και είπε με ένα ονειροπόλο χαμόγελο, Την θάλασσα καλή μου, την θάλασσα.

Το είπε και γέμισε το στόμα του ,σαν τους μαγείρους που μιλούν για συνταγιές στην τηλεόραση και μετά τόσα πολλά χρόνια και εκείνη την στιγμή η Νάνσυ κατάλαβε ότι τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να αναπληρώσει την αγάπη του για την θάλασσα. Οι φυσικοθεραπείες, η φροντίδα για τον εαυτό του, τα έξοδα που θεωρούσε περιττά δεν είχαν  παρά μόνο ένα στόχο. Να τον γυρίσουν πάλι πάνω στο κατάστρωμα, να έχει την δύναμη να τραβά τα σκοινιά και να απλώνει τα πανιά στον άνεμο.

Τελικά η μόνη σου αγάπη είναι η θάλασσα, του απάντησε λίγο πικρά η Νάνσυ και ο Τηλέμαχος της απάντησε παιχνιδιάρικα.. Μα είναι η μόνη που με προκαλεί.
Τι εννοείς Τηλέμαχε, ρώτησε μπερδεμένη, για να πάρει την απάντηση που στο βάθος την ήξερε και η ίδια. Η θάλασσα σε προκαλεί να αντιμετωπίζεις τις δυνατότητες σου κάθε φορά, οι άνθρωποι με τα χρόνια γίνονται τόσο προβλέψιμοι. Χάνουν το ενδιαφέρον τους.
Το έχασα και γω, δεν μπόρεσε να αποφύγει την ερώτηση και για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια ένιωσε πιο ανασφαλής από ποτέ.
Τι να σου πω Νάνσυ μου..Σε ξέρω πολύ καλά φαντάζομαι..δεν νομίζω να κάνεις  κάτι που θα με καταπλήξει η δεν θα το περιμένω..
Ποτέ μη λες ποτέ Τηλέμαχε, ήρθε η παγωμένα αμυντική απάντηση της Νάνσυς που είχε δεδομένο ότι η μεγάλη διαφορά ηλικίας και η ομορφιά της μαζί με τα διαδοχικά πλήγματα του Τηλέμαχου της είχαν εξασφαλίσει το απυρόβλητο και την αποκλειστικότητα του να έχει πρωτοβουλίες και δεύτερες σκέψεις.

O Τηλέμαχος.

Ο Τηλέμαχος στάθηκε λίγο και γέμισε για άλλη μια φορά την ψυχή του με την θέα της Θάλασσας που σκοτεινή και ασημένια από το φως του φεγγαριού τον περίμενε να τον δεχτεί πάλι κοντά της.

Η στιγμή γέμισε από αναμνήσεις , από εικόνες και πρόσωπα , καταστάσεις και συναισθήματα, όλα στο φόντο της θάλασσας.
Είναι κάτι στιγμές που προεκτείνονται στον χρόνο, η αλλιώς, είναι σαν να έχει σταματήσει. Μια τέτοια στιγμή ήταν και η τωρινή του Τηλέμαχου και το χαμόγελο του πατέρα του που τον χαιρετούσε πριν να ανέβει την σκάλα του καραβιού ήταν μόνο ένα χιλιοστό μακριά του.
Ο πατέρας πάντα έφευγε και πάντα γυρνούσε, εκτός από εκείνη την τελευταία φορά που έφυγε χωρίς τον γυρισμό.

Ήταν μόνο 20 χρονών και μόλις είχε γυρίσει το κλειδί στην πόρτα όταν άκουσε τα ουρλιαχτά της μητέρας του. Έτρεχε πανικόβλητος για να μάθει ανάμεσα στα γοερά αναφιλητά και τις μπερδεμένες κουβέντες  ότι ο πατέρας του, ο γλυκός του ο πατέρας, είχε χαθεί μαζί με το καράβι σε έναν τρομερό τυφώνα στην Καραϊβική.
Κανείς επιζώντας κανένα ίχνος του πλοίου, τίποτα απολύτως.
 Σωριάστηκε δίπλα στην μητέρα του και εκεί αγκαλιασμένοι σχημάτισαν ένα καράβι χωρίς άγκυρα μιας και η άγκυρα τους χάθηκε για πάντα σε άγνωστα νερά .

Ο πόνος  του ξέσκισε τα σωθικά, ο πανικός και ο φόβος μπροστά στο άγνωστο που ανοιγόταν μπροστά του τον έκαναν να τρέμει σαν να έχει πυρετό και η μαμά του ένα πλάσμα αδύναμο και απελπισμένο είχε μείνει με μάτια άδεια να ατενίζει την φωτογραφία του γάμου της στον απέναντι τοίχο. Μέχρι και σήμερα δεν μπορούσε να καταλάβει το πόσες ώρες έμειναν εκεί μέχρι που να αρχίσουν τα κτυπήματα στην πόρτα και φίλοι με συγγενείς να ορμούν στα άδυτα της πιο προσωπικής τους στιγμής και να προσπαθούν να εκμαιεύσουν πληροφορίες που δεν ήξεραν, απαντήσεις που δεν είχαν, λόγια που δεν μπορούσαν να ειπωθούν.
Μαζεύτηκε ένα σμάρι μαυροφορεμένων ανθρώπων που ανέλαβαν το σπίτι λες και ήταν δικό τους καράβι και έφεραν γιατρό για την μαμά του και κείνον τον κοιτούσαν γεμάτοι λύπη.
"Ποιοι είναι όλοι αυτοί? Που τον ξέρουν ?Πως νομίζουν ότι με την φασαρία τους θα βοηθήσουν?" σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν ο Τηλέμαχος μέχρι που δεν το άντεξε πια και έφυγε σιωπηλά και διακριτικά χωρίς να το καταλάβει κανείς. Άνοιξε την πόρτα και ξεχύθηκε στον δρόμο, έπεσε πάνω σε ένα ταξί που τον οδήγησε στο λιμάνι και το αγαπημένο του σκαρί που τόσα ταξίδια είχαν κάνει με τον πατέρα.
Ξάπλωσε στην κουκέτα του και αφέθηκε στο λίκνισμα της θάλασσας  που σαν μια μεγάλη αγκαλιά τον πήρε στα κύματα της και τον νανούρισε μέχρι το πρωί.
Ο ήλιος που έμπαινε από το φιλιστρίνι τον ξύπνησε  και για αρκετές στιγμές προσπαθούσε να καταλάβει το πως βρέθηκε εκεί ,μέχρι που η ανάμνηση της είδησης τον κτύπησε πάλι σαν κεραυνός.
Έκλαψε πολύ ο Τηλέμαχος εκείνο το πρωινό, Έκλαψε δυνατά με αναφιλητά και φώναξε στον Θεό για την αδικία του και στον πατέρα του να γυρίσει πίσω.
Έκλαψε και φώναξε κραυγές μέσα από την καρδιά του και έφευγαν οι λέξεις και τα δάκρυα σαν τα πουλιά που τους ανοίγεις το κλουβί και φτερουγούσαν  στον ουρανό. Μόνος στο λιμάνι τόσο πρωί , Φλεβάρης και κρύο, έρημη η μαρίνα , έρημος και αυτός.
Όταν πια μπόρεσε να βρει την αυτοκυριαρχία του, ξεκίνησε για το σπίτι.
Στην πόρτα συνάντησε την γεμάτη επίπληξη ματιά της θείας του , της αδελφής της μητέρας του που είχε αναλάβει τα πάντα για την κηδεία, ενώ την γλυκιά του μαμά δεν την αναγνώρισε έτσι που την είχε αλλάξει ο πόνος. Μέσα σε ένα βράδυ η αγέρωχη και δυναμική Μαρία, είχε μετατραπεί σε σκιά του εαυτού της χαμένη στις πιο πικρές της σκέψεις ενώ κάθε λίγο ξεσπούσε σε λυγμούς που της τράνταζαν το κορμί.
Η κηδεία κύλισε σαν εφιάλτης, μιας και το σώμα δεν βρέθηκε ποτέ, αλλά το μνήμα γέμισε λουλούδια και όλοι προσευχόντουσαν η ψυχή του να είναι κοντά τους για να ακούσει τις προσευχές τους

Λίγες μέρες μετά την κηδεία η μητέρα του ακολούθησε την αδελφή της στην Θεσσαλονίκη ενώ ο Τηλέμαχος αμετάπειστος δεν έφευγε μακριά από το αγαπημένο του σκάφος στην μαρίνα της Γλυφάδας.
Έτσι έμεινε εκεί, μόνος και με όλες του τις παρέες να τον αποφεύγουν διακριτικά μιας και δεν ήταν πια και τόσο ευχάριστη παρέα.
"Μόνο η θάλασσα δεν σε προδίδει ποτέ" σκέφτηκε τότε, ενώ κάθε μέρα άνοιγε πανιά για ατελείωτες βόλτες "ακόμα και αν μπορεί να σε σκοτώσει", συμπλήρωνε πικρά προσπαθώντας να φέρνει στην μνήμη του το πρόσωπο του πατέρα.

Ο χρόνος που κύλησε έφερε και την είδηση του θανάτου της μητέρας του. Ποτέ δεν είχε καταφέρει να συνέλθει ψυχολογικά και σιγά σιγά αφέθηκε τελείως στο κενό μέχρι που το κενό γέμισε θάνατο και νέα δάκρυα για τον νεαρό Τηλέμαχο.

Ο χαμός των δικών του και με το τρόπο που έγιναν τον σημάδεψαν ανεξίτηλα και καθοριστικά.
" Γιατί να αγαπάς τόσο πολύ αν είναι να υποφέρεις έτσι?" ρωτούσε και ξαναρωτούσε τον εαυτό του βάζοντας σε δεύτερη μοίρα όλες τις στιγμές ευτυχίας και χαράς που είχε ζήσει.

Σταμάτησε το πανεπιστήμιο στο τρίτο έτος και δεν ξαναπάτησε ποτέ. Σπίτι του ήταν το σκάφος και στόχος του οι αγώνες. Όλοι τον ζήλευαν και πάντα έδειχνε ξέγνοιστος και ευτυχισμένος και κανείς ποτέ δεν κατάλαβε, σε κανέναν ποτέ δεν είπε τον πόνο του και το βάρος της απώλειας της οικογένειας του , ούτε καν στην Νάνσυ που τώρα περιμένει υπομονετικά να συνέλθω από την ονειροπόληση, σκέφτηκε ο Τηλέμαχος και ξεκίνησε να περπατά την ανηφόρα.

Η Νάνσυ.

 Η Νάνσυ περίμενε υπομονετικά τον Τηλέμαχο αφημένη στις δικές της σκέψεις.
Τα μαλλιά της ανέμιζαν στον αέρα που όλο και δυνάμωνε. Σε αυτόν τον αέρα που ο ήχος του ήταν η συνοδεία της παιδικής και εφηβικής της ηλικίας.
Στο τέλος της ανηφόρας η πόρτα του καλοστεκούμενου νεοκλασικού αρχοντικού τους περίμενε ορθάνοικτη με την μητέρα της να τους καλωσορίζει .
"Άντε βρε παιδιά! Αργήσατε! Ανησύχησα!"
"Γιατί ανησύχησες μαμά?" την ρώτησε βαριεστημένα η Νάνσυ ενώ με απογοήτευση σύγκρινε τους σχεδόν συνομήλικους , μαμά και άντρα.
Ο Τηλέμαχος 60 και η μητέρα της 70, έμοιαζαν πιο πολύ ζευγάρι μεταξύ τους παρά για πεθερά και γαμπρός.
Η  αρχοντική κυρία Ευανθία με κατάλευκη επιδερμίδα και έναν εντυπωσιακό άσπρο κότσο που έδενε αρμονικά με τα καταπράσινα μάτια της στο χρώμα του λαδιού, ήταν το καμάρι της Νάνσυς.
"Η μητέρα μου" έλεγε σε όποιους την γνώριζαν για πρώτη φορά, και γεμάτη ικανοποίηση περίμενε πάντα το βλέμμα θαυμασμού που ακολουθούσε .
Η λεπτή της σιλουέτα αναδεικνυόταν πάντα από πολύ προσεχτικά διαλεγμένα ρούχα που την έκαναν να φαίνεται ακόμα ψηλότερη από το 1.75 που ήταν και η Νάνσυ πολλές φορές παραδεχόταν μπροστά στον καθρέπτη ότι παρά όλες τις προσπάθειες της  και την αυθεντική ελληνική της ομορφιά με τα πλούσια καστανά μαλλιά της και τα αμυγδαλωτά της μάτια , ποτέ δεν είχε καταφέρει να έχει τον αέρα της μητέρας της, ούτε την αρχοντιά της.
Η κ. Ευανθία ήταν το καμάρι του πατέρα της και η λατρεία του μέχρι και σήμερα που ογδοντάρης πια, ακόμα  την θαυμάζει και εκδηλώνει την αγάπη του με έναν τρόπο που φέρνει σε αμηχανία την μοναχοκόρη τους.
Ο κ. Λάμπρος μπορεί να ήταν ένας τετραπέρατος έμπορος με λόγια που στάζουν μέλι αλλά από θα έλεγε κανείς ότι ήταν ένας κλασσικός μέσος Έλληνας.
Μέτριο ύψος, μέτριο βάρος, μέτρια μελαχρινά χαρακτηριστικά με μια καραφλίτσα που ξεκίνησε νωρίς, δεν έδινε κάποια ιδιαίτερη εντύπωση.
Αν τον γνώριζε όμως κάποιος καλύτερα, θα έβρισκε έναν θησαυρό χαρούμενο και γαλοντόμο γεμάτο χιούμορ και καλή καρδιά.
Η Νάνσυ ήταν το καμάρι τους, το κοριτσάκι τους, η βασίλισσα τους. Μία και μοναδική, μιας και οι ατέλειωτες ώρες στο κατάστημα υφασμάτων που περνούσαν οι γονείς της τους είχαν στραγγίξει κάθε κουράγιο για δεύτερο παιδί.
Αγωνίστηκε πολύ ο κ.Λάμπρος να φτάσει να έχει το αρχοντικό που τώρα στεκόταν η κ.Ευανθία,αλλά της το είχε τάξει.
"Ευανθία μου, της είχε πει..Το βλέπεις αυτό? Θα γίνει δικό μας!"
Eίχαν αστράψει τα μάτια της Ευανθίας και τότε την είχε ερωτευτεί πιο πολύ παρά ποτέ. Πράγματι τα κατάφερε να δώσει στην αγαπημένη του γυναίκα το σπίτι των ονείρων της και έτσι η ευτυχία τους ήταν ολοκληρωμένη.
Η Νάνσυ κοιτούσε την μητέρα της να μιλάει χαρούμενα με τον Τηλέμαχο για τα νέα του αγώνα και την συνάντηση τους με τον Πέτρο και την Ελένη και ταυτόχρονα θυμόταν εκείνη την πρώτη μέρα που πέρασε το κατώφλι αυτού του σπιτιού.
Θα ήταν περίπου 10, ναι, ήταν 10 χρονών. Μια μέρα πριν τα γενέθλια της και μάλιστα η μαμά της βιαζόταν να μετακομίσουν για να κάνουν το πάρτι της στο καινούργιο τους σπίτι.
Οι εργασίες αναπαλαίωσης είχαν κυλήσει στην ώρα τους και τα νέα τους έπιπλα είχαν βγει από το χαρτόνι.
Δέκα χρονών βασίλισσα σε νέο βασίλειο , περιδιάβαινε τα δωμάτια και τραγουδούσε για να δοκιμάσει την ακουστική του νέου σπιτιού.
Το πάρτι έγινε, όλοι θαύμασαν και συνεχάρησαν το ζευγάρι για το σπίτι τους, ενώ η κ.Ευανθία όταν έσβησε τα κεράκια , της ευχήθηκε," Άντε και με το καλό, όταν μεγαλώσεις να μείνεις σε καλύτερο!"
"Πόσο καλύτερο βρε γυναίκα!" γέλασε ο κ.Λάμπρος ενώ οι καλεσμένοι για να δείξουν ότι συμφωνούν ξέσπασαν σε χειροκροτήματα.
Εκείνη την στιγμή είχε γελάσει και η ίδια, αλλά αργότερα στο κρεβάτι της έφερνε και ξανά έφερνε στο μικρό της μυαλουδάκι τα λόγια της μητέρας της .  "Ναι , γιατί όχι? Ακόμα καλύτερο! Αν όχι αυτή τότε ποια  θα μπορούσε να ονειρευτεί το παλάτι της?"
Oι κούκλες της όλες με τα χρυσά τους φορέματα και τα ξανθά τους μαλλιά, έμοιαζαν να συμφωνούν  με τις σκέψεις της μικρής Νάνσυς που παραδόθηκε σε έναν βαθύ ύπνο γεμάτο πρίγκιπες και μακρινά βασίλεια.

Ο πατέρας της θα ήταν ακόμα στο καφενείο ενώ οι τρείς τους ετοιμάστηκαν για το δείπνο. Μόνο ένα τηλεφώνημα που έβγαλε τον Τηλέμαχο στην βεράντα για λίγο έκανε τις δυο γυναίκες να ανταλλάξουν ματιές γεμάτες αναπάντητες ερωτήσεις, ερωτήσεις που δεν ειπώθηκαν ούτε όταν ξανά ήρθε ο Τηλέμαχος στο τραπέζι.
Καληνύχτησαν την κ.Ευανθία  με χαμόγελα , κάτι που άλλαξε όταν το  ζευγάρι έμεινε μόνο του στο δωμάτιο του.

Ο Τηλέμαχος αργά αργά, σχεδόν τελετουργικά έβγαλε του πουκάμισο του και πλησιάζοντας  στο ανοικτό παράθυρο άναψε ένα τσιγάρο.
Τα γαλάζια του μάτια θάμπωσαν λες σαν τον καθρέπτη από τους υδρατμούς  και μια αίσθηση παραίτησης ήρθε και κούρνιασε στους ώμους του.

Η Νάνσυ αναστατώθηκε με την απότομη αλλαγή του αλλά περίμενε να μιλήσει πρώτος αν και ένιωθε ότι τα νέα δεν θα της άρεσαν καθόλου."Νάνσυ , πως θα σου φαινόταν να ζούσαμε εδώ μόνιμα? Που εδώ?  Τι εννοείς?  Η ανησυχία της έμοιαζε πιο πολύ με πανικό, κάτι που έκανε τον Τηλέμαχο να χαμογελάσει πικρά και απλά να προσθέσει..Ναι ,εδώ, στην Κάρυστο, στο πατρικό  σου.

Το στόμα της Νάνσυ έμεινε ξέπνοο και σωριάστηκε στο κρεβάτι. Μα γιατί, τι συνέβη, κατόρθωσε στο τέλος να ψελλίσει. Συνέβη ότι πουλήθηκε το σπίτι μας, αυτό συνέβη. Και όχι μόνο. Το αυτοκίνητο σου, το αυτοκίνητο μου, το πατρικό μου στο Φάληρο και το διαμέρισμα στην Κιφισιά. Πάνε όλα! Το κατάλαβες?
Mα πως , πως έγινε τόσο ξαφνικά, χωρίς να ξέρω τίποτα, ψέλλισε νιώθοντας όλες της τις δυνάμεις να την εγκαταλείπουν ..
Δεν έγινε τίποτα ξαφνικά, απλά εσύ προτιμάς να μην σκέφτεσαι πράγματα που σε στενοχωρούν, και γω ειλικρινά δεν έχω καμιά όρεξη να προσπαθώ να σου εξηγώ το πως το γιατί. Δεν διαβάζεις καν εφημερίδες! Αν σε ρωτήσω ποιον έχουμε πρωθυπουργό πιθανόν να μην πάρω καν απάντηση..πρόσθεσε ο Τηλέμαχος κοιτάζοντας ψηλά το φεγγάρι που γέμιζε για την πανσέληνο τόσο γρήγορα όσο αντίθετα άδειαζε εκείνος από κουράγιο για εξηγήσεις .

Ο πανικός τώρα γινόταν κύμα που θόλωνε στο μυαλό. Ποιος πρωθυπουργός!  Τι σχέση έχει με το σπίτι, με το αυτοκίνητο μου! Ούρλιαξε η Νάνσυ και ξέσπασε σε γοερά κλάμματα πάνω στο κρεβάτι.
Θα σου εξηγήσει η μητέρα σου, είπε εκνευρισμένος ο Τηλέμαχος και έφυγε με ορμή από το δωμάτιο για να χαθεί μια σκιά ανάμεσα στις σκιές στον σκοτεινό δρόμο.

Η Νάνσυ προσπαθούσε για ώρα να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της και να επεξεργαστεί τα φοβερά νέα που μόλις είχε μάθει. Στο τέλος μάζεψε το κουράγιο της και βγήκε από το δωμάτιο της. Η μητέρα της καθόταν με ένα φλιτζάνι τσάι μπροστά της στο τραπέζι και ήταν ολοφάνερο ότι την περίμενε να βγει για να μιλήσουν.
Τι συμβαίνει μαμά? Τι είναι όλα αυτά? Τι είπε ο Τηλέμαχος και εσύ τα ξέρεις και δεν μου λες τίποτα? Κάνεις λες και όλα είναι εντάξει?
H κ.Ευανθία σήκωσε το χέρι της για να την σταματήσει..Ένα ένα με την σειρά! της είπε και της έδειξε την καρέκλα δίπλα της να κάτσει. Η Νάνσυ σωριάστηκε πάνω της και περίμενε τις απαντήσεις με αγωνία.
Λοιπόν..Ξεκίνησε η κ.Ευανθία.. Τα έχουμε πει με τον Τηλέμαχο και τα ξέρει και ο πατέρας σου. Προσπαθούσαμε να βρούμε έναν τρόπο να στο πούμε αλλά με το ένα και το άλλο, δεν προλάβαμε. Ελπίζαμε να μιλούσαμε πριν τουλάχιστον πουληθούν.
Όχι δεν κατάλαβα! φώναξε εκνευρισμένη η Νάνσυ. Δεν κατάλαβα τίποτα!
Κοίτα να δεις, προσπάθησε να την καλμάρει η κ.Ευανθία. Το ξέρεις ότι τα πράγματα σιγά σιγά έχουν γίνει πάρα πολύ δύσκολα , δεν το ξέρεις? Δεν μπορεί ο Τηλέμαχος να ανταπεξέλθει ούτε στους φόρους, ούτε στην συντήρηση τους πια . Όλα τα έχουν κάνει τεκμήρια, έχουν βάλει φόρους και στο μυγόχεσμα..προσπάθησε να κάνει ένα αστείο η κ.Ευανθία, μα το μόνο που κατάφερε ήταν να φέρει μια έκφραση αηδίας στην αγαπημένη της κόρη.
Παρόλα αυτά συνέχισε με υπομονή να προσπαθεί να εξηγήσει στην κόρη της την κατάσταση.
Ο Τηλέμαχος προτιμά να κρατήσει το σκάφος παρά το σπίτι, θα το φέρει εδώ όταν γίνει καλά και δεν τα χρειάζεστε αυτά τα ακριβά αυτοκίνητα εδώ. Σιγά σιγά όταν τακτοποιηθείτε θα πάρετε ένα πιο απλό.
Μα τα αυτοκίνητα μας πόσο βαραίνουν πια! είπε απελπισμένη η Νάνσυ.
Ένα χαμόγελο κρεμάστηκε από τα χείλη της μαμάς της και έκανε κούνια μέχρι τα μάτια της που χαμογέλασαν και αυτά.
Τι βαραίνει το Καγιέν και το Μερσεντές το τζιπ? της συλλάβισε σιγά σιγά , λες και αν τα έλεγε αργά η Νάνσυ θα καταλάβαινε ότι αυτά τα αυτοκίνητα δεν ήταν για ένα μέρος σαν την μικρή τους πόλη, ούτε ταίριαζαν με την ζωή εκεί.
Μα όλα μαζί! ψέλλισε η Νάνσυ, και το σπίτι μου, το σπίτι μου, το σπίτι μου..
Επαναλάμβανε ξανά και ξανά την φράση ,κάθε φορά με άλλο τόνο, μέχρι που το παράπονο την πήρε και ξέσπασε σε κλάματα πάλι.
Η κ. Ευανθία σηκώθηκε και την αγκάλιασε από τους ώμους. Έλα, μην κάνεις έτσι..Εσύ δεν έλεγες ότι βαριέσαι να κάθεσαι στο σπίτι μόνη σου? Να, εδώ θα κάνουμε και παρέα..

Η Νάνσυ σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε λες και ήταν μια ξένη κυρία που συνάντησε τυχαία σε ένα καφέ. Τι της έλεγε τώρα? Ότι δεν θα την ένοιαζε που πουλήθηκε το σπίτι της , χωρίς να το ξέρει καν? Ότι θα μπορούσε να δεχτεί αυτή την ανατροπή στην ζωή της έτσι απλά? Ότι θα ξαναγύρισε εκεί από όπου είχε φύγει χωρίς διαμαρτυρία χωρίς πόνο?
Και ο Τηλέμαχος? Δεν τον πειράζει?
Μα φυσικά τον πειράζει τον Τηλέμαχο, της απάντησε η μαμά της που είχε διαβάσει τα μάτια της και την σκέψη της. Τι νομίζεις? Αλλά το έχει πάρει απόφαση. Άλλωστε ο Τηλέμαχος την έζησε την ζωή του , είναι γεμάτος, μπορεί να μείνει εδώ κοντά στην θάλασσα με το σκάφος του που το αγαπά τόσο πολύ . Κάτι θα βρει να κάνει να του περνά η ώρα, και θα έχετε και τα χρήματα να ζείτε χωρίς έννοια.
Να ζούμε εδώ!? Της είπε η Νάνσυ χωρίς να την κοιτά. Είχε στείλει το βλέμμα της μια βόλτα στο μέλλον που της περιέγραφε η μητέρα της και αυτό που έβλεπε δεν της άρεσε καθόλου.

Είδε τον εαυτό της χωρίς όλα αυτά που είχε μάθει να την ορίζουν. Το μεγάλο της αυτοκίνητο, το πλούσιο σπίτι της στην Εκάλη, τα κοσμήματα της και τα ακριβά της σύνολα. Χωρίς τα ρεστοράν και τα μπαράκια όπου έβλεπε όλους όσους είχαν σημασία στην ζωή που τόσο της άρεσε. Πολιτικούς, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες. Είδε η Νάνσυ τον εαυτό της σαν μια απλή γυναίκα σε ένα τόπο που δεν ταίριαζε. Πως θα περνούσε την μέρα της? Τι θα έκανε? Θα έκανε η ίδια τις δουλειές με την μητέρα της? Έφριξε η Νάνσυ στην σκέψη του εαυτού της σαν νοικοκυρά και σύζηγο του Τηλέμαχου .
Πέρασε από το μυαλό της ο Τηλέμαχος αλλά ήταν πολύ θυμωμένη μαζί του για να αισθανθεί την παραμικρή συμπόνια.
Σηκώθηκε και χωρίς να πει άλλη κουβέντα έσυρε τα βήματα της μέχρι το κρεβάτι της και εκεί νανουρίστηκε με τα παιδικά της όνειρα, τότε που όλες της οι κούκλες γύρω γύρω της έλεγαν παραμύθια για πρίγκιπες και μακρινά βασίλεια.

Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησε και έκανε αρκετές στιγμές να θυμηθεί όλα όσα είχαν γίνει το προηγούμενο βράδι. Ο Τηλέμαχος δεν ήταν δίπλα της , φαίνεται σηκώθηκε νωρίς για να με αποφύγει, σκέφτηκε πάλι θυμωμένη . Πήγε στο μπάνιο και κοίταξε ώρα το πρόσωπο της στον μεγάλο καθρέπτη. Ήταν νέα, μόνο 40, και το κορμί της ζητούσε πολλά περισσότερα από τα αυτοκίνητα και τις εξόδους σε ακριβά μαγαζιά. Μπορούσε να ησυχάσει αυτές τις φωνές όσο ήταν σε κίνηση , τώρα όμως μόνη της χωρίς να περιμένει κάτι συναρπαστικό, οι φωνές του σώματος έγιναν κραυγές και σχημάτισαν ένα όνομα σε αναστεναγμό. Πέτρο!

Ο Τηλέμαχος γύρισε το μεσημέρι μαζί με τον κ.Λάμπρο και στο τραπέζι συζητούσαν για τις τιμές και τις διαδικασίες της πώλησης των ακινήτων με την Νάνσυ αμέτοχη . Μόνο όταν ανέφερε ότι θα πάει στην Αθήνα για να μιλήσει με τους αγοραστές συνάντησε το βλέμμα της Νάνσυ που σηκώθηκε σε εγρήγορση. Μόνος μου θα πάω, συμπλήρωσε . Εσύ μπορείς να πας μετά να πακετάρεις ότι θέλεις και να ξεχωρίσεις πια έπιπλα μπορούμε να φέρουμε εδώ.
"Εδώ δεν θέλω κανένα έπιπλο μου! δεν ταιριάζουν!" είπε κοφτά η Νάνσυ.
Ο Τηλέμαχος ανασηκώθηκε στην καρέκλα του και την κοίταξε εξεταστικά για αρκετή ώρα. Στο τέλος την ρώτησε με συγκρατημένη επιθετικότητα. "Είσαι σίγουρη ότι δεν θέλεις τίποτα!?" Απολύτως, του απάντησε η Νάνσυ και ξαναχαμήλωσε τα μάτια για να μη φανούν τα δάκρυα που είχαν αρχίσει να αναβλύζουν ξανά.





Ο Τηλέμαχος πήρε το καράβι από το Μαρμάρι το τελευταίο Αυγουστιάτικο απόγευμα και στην διαδρομή έβλεπε τα κύματα να κτυπούν τα πλευρά του καραβιού και τον ήλιο να βυθίζεται στο ίδιο του το αίμα. Κόκκινο το φεγγάρι, κόκκινη και η θάλασσα πριν γίνει πορτοκαλί και μώβ, μέχρι που το σκοτάδι τύλιξε τα πάντα σε μια γεμάτη αγωνία νύχτα για τον ίδιο που πήγαινε να τελειώσει με την ζωή των 60 χρόνων του.

"Η αυγή είναι πάντα φωτεινή. Η Αυγή θα έρθει" προσπαθούσε να παρηγορήσει τον εαυτό του εκείνες τις ώρες, τόσο στο καράβι, όσο και στην διαδρομή μέχρι την Εκάλη.
Το σπίτι που με τόσο ανέμελη και χαρούμενη διάθεση είχαν φτιάξει με την Νάνσυ, του έφερνε τόσες αναμνήσεις από τότε που το όνειρο τους ήταν να κάνουν ένα έργο τέχνης. Μια εντυπωσιακή ομορφιά, πρωτότυπη και μοναδική που θα εξέφραζε την προσωπικότητα τους. Και το έκαναν πράγματι τόσο όμορφο που όλοι ήθελαν να περνούν ώρες εκεί. Γεμάτο σπίτι γεμάτο κόσμο και γέλια.
"Που πήγαν όλα τώρα?" ρώτησε ο Τηλέμαχος τους σιωπηλούς τοίχους, και με πίκρα προχώρησε στην κρεβατοκάμαρα του . Με απελπισία κοίταξε γύρω του τις τεράστιες ντουλάπες, γεμάτες από ρούχα πανάκριβα . Που θα τα πήγαινε όλα αυτά? Έπρεπε να αρχίσει να ξεκαθαρίζει και να σκεφτεί που θα αφήσει τα υπόλοιπα.
Με αυτές τις σκέψεις κοιμήθηκε βαριά. Με τις σκέψεις που του έφερναν εφιάλτες και στριφογυρνούσε στο τεράστιο διπλό τους κρεβάτι χωρίς να μπορεί να αποφασίσει χωρίς να μπορεί να ηρεμίσει. Οι παλμοί του είχαν ανέβει και έβαλε ασυναίσθητα το χέρι του στην καρδιά του να συγκρατήσει το φτερούγισμα που δεν έλεγε να σταματήσει.
Επιτέλους το πρωί ήρθε και έφερε μαζί του την μεταφορική εταιρία που άδειασε το σπίτι από όλα τα έπιπλα  και τα μετέφερε σε μια αποθήκη μέχρι να δει τι θα τα κάνει. Διάλεξε τα ρούχα που πίστευε ότι θα ήταν αρκετά και τα υπόλοιπα με ευλαβική προσοχή τα τακτοποίησε και αυτά για την αποθήκη.
Το τέλος της ημέρας τον βρήκε σε ένα άδειο σπίτι με μόνο του περιεχόμενο τα ρούχα της Νάνσυς και τα προσωπικά της είδη.
Δάκρυσε ο Τηλέμαχος που είδε έτσι το αγαπημένο του σπίτι, αλλά συγκράτησε τον πόνο του γιατί τον περίμενε άλλος μεγαλύτερος. Την άλλη μέρα έπρεπε να κάνει το ίδιο στο πατρικό του. Στο πατρικό του που δεν είχε αλλάξει τίποτα εδώ και τόσα χρόνια και πήγαινε να νιώσει πάλι παιδί, να αφουγκραστεί τις αναμνήσεις του και να αισθάνεται κοντά στους γονείς του.

Ήταν πολύ βαρύς ο πόνος του όταν άνοιξε την πόρτα, Ήταν σαν ένας καινούργιος θάνατος και ήταν μόνος. Το ήξερε ότι η Νάνσυ δεν θα τον συγχωρούσε που της είχε κρύψει την αλήθεια αλλά δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τίποτα αρνητικό στην κατάσταση που βρισκόταν.
Δεν το διακινδύνευσε να της μιλήσει. Η συμπεριφορά της ήταν τόσο απόμακρη και τυπική όλο αυτόν το καιρό χαμένη σε έναν κόσμο δικό της φευγαλέο και απροσδιόριστο.
Κάθησε στην αγαπημένη γωνιά της μητέρας του στο σαλόνι και ενώ κοιτούσε τα μάτια του πατέρα του στην φωτογραφία  στον απέναντι τοίχο,πήρε μερικά τηλέφωνα σε σχεδόν ξεχασμένους συγγενείς.
Πρώτα ξαδέλφια, ανήψια και σύζηγοι τους που δεν είχε δει ποτέ, γέμισαν το μεσημέρι το σπίτι.
Μετά τις πρώτες αμήχανες στιγμές, άρχισαν να εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους για μερικά έπιπλα, πίνακες και διακοσμητικά. Οι ώρες περνούσαν και έφερναν μαζί τους αναμνήσεις από χαμένα πρόσωπα, προσωπικές ιστορίες που είχαν να μοιραστούν κοινές αναμνήσεις, αποδείξεις για την σημασία των γονιδίων στον χαρακτήρα, χαρακτηριστικά του ενός η του άλλου συγγενή που στο τέλος όλα τα τύλιξε η οικιότητα της κοινής ρίζας και της ίδιας οικογενειακής ιστορίας.
Παραδόξως ο Τηλέμαχος δεν αισθανόταν τόσο άσχημα όσο πίστευε ότι θα ένιωθε πριν σηκώσει το τηλέφωνο και καλέσει όλους αυτούς τους ανθρώπους στο  σπίτι του.
Οι εμπειρίες που είχε από τον θάνατο των γονιών του με τους τόσους συγγενείς τώρα έμοιαζαν πολύ μακρινές, λες και αφορούσαν κάποιον άλλον, και όσο περνούσε η ώρα, τόσο ήταν σίγουρος ότι η απόφαση του να μοιράσει κάποια πράγματα στους συγγενείς ήταν η σωστή.
Ντροπαλά χαμόγελα ευγνωμοσύνης, ματιές συμπόνιας και συμπαράστασης κατέληξαν σε μεγάλες και εγκάρδιες αγκαλιές με ανταλλαγή υποσχέσεων ότι θα συναντηθούν σύντομα και ατέλειωτα καλέσματα στα σπίτια τους για να δει και ο ίδιος το πόσο θα αξιοποιούσαν τα δώρα του.

Ήταν πια αργά το βράδυ όταν η πόρτα έκλεισε πίσω τους και ο Τηλέμαχος κουρασμένος ξάπλωσε στο κρεβάτι των γονιών του.
Εικόνες από παιδικά παιχνίδια πάνω του, του ήρθαν στην μνήμη τόσο ζωντανές που ένα χαμόγελο τον συνόδευσε στον ύπνο του με την φωνή της μαμάς του να τον νανουρίζει όπως όταν ήταν μικρό παιδάκι.
Το άλλο πρωϊνό τον ξύπνησε το φως  του ήλιου που έμπαινε από τις ανοικτές κουρτίνες . Ξύπνησε  με μια αίσθηση αισιοδοξίας και χαράς. Δεν το πίστευε ακόμα ότι είχε καινούργιους φίλους στους χαμένους συγγενείς του και ότι η ζωή ακόμα μπορούσε να του επιφυλάσσει ευχάριστες εκπλήξεις.
Οι κούτες για άλλη μια φορά τον περίμεναν να τις γεμίσει με τα απομεινάρια της ζωής του και των γονιών του αλλά αυτή την φορά δεν θα τα έστελνε σε αποθήκη.
Θα τα έπαιρνε μαζί του για να στήσει άλλο ένα μικρό αυτή την φορά σπιτικό στην στεριά της Καρύστου. Η Νάνσυ δεν είχε δεχθεί να κρατήσει τίποτα , δεν είχε δεχθεί ούτε καν την πρόταση να μείνουν στο  πατρικό αρχοντικό της, δεν είχε δείξει καμιά διάθεση να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα και αυτό τον είχε πληγώσει ακόμα μια φορά.
Στον διακανονισμό για την αγορά των σπιτιών, ένας από τους αγοραστές δέχθηκε να πληρώσει ένα μέρος των χρημάτων για το πατρικό του και σαν συμπλήρωμα να του δώσει το εξοχικό του στην Κάρυστο. Ο Μενέλαος δεν πίστευε στα αυτιά του όταν το είχε ακούσει.
Τι σύμπτωση! είχαν φωνάξει και οι δύο με τα παιχνίδια της τύχης. Δέχθηκε ο Τηλέμαχος μιας και το θεώρησε έναν καλό οιονό  και μια απόφαση της μοίρας. Έτσι τώρα στα 60 του θα έστηνε ένα  σπιτάκι , ένα καινούργιο νοικοκυριό, και η σκέψη του δεν έτρεξε στην Νάνσυ αλλά στα πρόσωπα των νέων του φίλων που είχε ήδη καλέσει να τον επισκεφθούν όποτε μπορούν.

Το ήξερε το σπίτι ο Τηλέμαχος. Ήταν ακριβώς πάνω από έναν απάνεμο ορμίσκο προς τον Μπούρο, δίπλα στην πολυσύχναστη παραλία του Κάβου. Εκεί θα μπορεί να αφήνει και το σκάφος του το καλοκαίρι για να πηγαίνει για ψάρεμα η για βόλτα.
"Nαι! Η ζωή είναι ωραία ακόμα και με λιγότερα!" είπε στον εαυτό του και μετά σαν να ντράπηκε λίγο μιας και καταλάβαινε και ο ίδιος ότι αυτά τα λιγότερα τα δικά του είναι ένα άπιαστο όνειρο για τους περισσότερους.

Το φορτηγό ήρθε στην ώρα του και σε όλο το ταξίδι ο Τηλέμαχος σκεφτόταν σαν ένα παιδί που κάνει αταξίες το ποια θα ήταν η αντίδραση της Νάνσυ όταν δει ξαφνικά να ανατρέπονται τα μόλις πριν λίγες μέρες νέα δεδομένα.  "Ας κάνει ότι θέλει", έλεγε και ξανά έλεγε στον εαυτό του ίσως προσπαθώντας να τον πείσει ότι δεν τον νοιάζει η ότι καλά είχε κάνει και δεν είχε επικοινωνήσει μαζί της καθόλου από τότε που είχε φύγει.
"Ούτε και η Νάνσυ όμως σήκωσε το τηλέφωνο, επομένως, θα δείξει", είπε στωϊκά και ρούφηξε μια μεγάλη γουλιά καφέ από το καλαμάκι ενώ οι γλάροι ζύγιαζαν το πέταγμα τους στην πλώρη και ο μεσημεριανός ήλιος σκόρπιζε τις καλοκαιρινές αναμνήσεις στα 4 σημεία του ορίζοντα.

Με το που έπιασε το καράβι στο λιμάνι πήρε τηλέφωνο στο σπίτι και χωρίς να τους αποκαλύψει τίποτα τους είπε να είναι έτοιμοι στην πόρτα για να τον ακολουθήσουν κάπου. Αρνήθηκε να δώσει πάρα πάνω εξηγήσεις παρά μόνο ότι ήταν έκπληξη.
"Όχι άλλες εκπλήξεις! Δεν αντέχω άλλες εκπλήξεις!  φώναξε θυμωμένη η Νάνσυ και μπήκε γρήγορα στο μπάνιο για να ετοιμαστεί.

 συνεχίζεται............................κάποτε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου