Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

'Το βήμα του χορού που έμεινε πίσω.' Ένα παραμύθι για μικρά παιδιά.



Μια φορά και ένα καιρό, ήταν ένα βήμα χορού που ήρθε στον κόσμο μαζί με ένα  κοριτσάκι  την ώρα που άλλαζε ο χρόνος  και τα  δευτερόλεπτα έτρεχαν να ξεφύγουν από τον παλιό και να προφτάσουν τον νέο.
Πάνω στο τελευταίο δευτερόλεπτο  του χρόνου το βήμα έμεινε για ένα κλάσμα του εκατομμυριοστού του εκατοστού λίγο αναποφάσιστο πριν μπλεχτεί στο ποδαράκι της μικρούλας .
Το ρολόι κτύπησε 12, και βήματα πολλά σύρθηκαν γύρω του. Φοβήθηκε μη μπλεχτεί σε λάθος πόδια και άρπαξε το μεγάλο δάκτυλο της μπεμπούλας. Κρύφτηκε εκεί ανάμεσα στο μεγάλο και στον μέσο και άκουγε φωνούλες να σκεπάζουν την κούνια του μωρού.
Να ζήσει ευτυχισμένο, έλεγε η μία.
Πάντα καλότυχο, συμπλήρωνε μια άλλη. Ευχαριστώ ,ευχαριστώ πολύ, απαντούσε η κουρασμένη φωνή της μανούλας ενώ η  νεογέννητη μπέμπα γουργούριζε και τίναζε τα ποδαράκια της σαν να ήθελε να χορέψει τον πρώτο της χορό.Σετ με χορό — Διανυσματικό Αρχείο #10297972
Μαζί  τιναζόταν και το βήμα τρομαγμένο και  μόνο έξω από το σώμα που θα το φιλοξενούσε, παγιδευμένο στο μοιραίο εκείνο εκατομμυριοστό της αλλαγής του χρόνου.
Χρόνια πολλά, καλή χρονιά, έλεγαν τώρα οι φωνές και άκουγε φιλιά να έρχονται από ψηλά, εκεί  από όπου οι μεγάλοι έσταζαν βλέμματα αγάπης στο μωρό.
Οι  ώρες περνούσαν , το μωρό ξυπνούσε και έπινε το γάλα του, γουργούριζε ξανά και ξανά μέχρι να βρει τον δικό του ρυθμό και μαζί με αυτόν, τα βήματα που χορού μπερδεύονταν στα ποδαράκια του που τινάζονταν χορευτικά όταν έπαιζε, όταν έβλεπε όνειρα, όταν έκφραζε την χαρά του, την αγωνία του, την ανυπομονησία του, ακόμα και την οργή του όταν κάποιο μεγάλο χέρι το έπιανε άγαρμπα η το ζούλαγε σαν μια φούσκα νερό για να δει το προς τα πού θα μαζευτεί το νερό.
Οι μέρες , οι μήνες και τα χρόνια περνούσαν γρήγορα και το κοριτσάκι έμαθε να περπατά , να τρέχει να σκαρφαλώνει, να σχηματίζει μικρές πατουσίτσες στην άμμο το καλοκαίρι και αγγελάκια στο χιόνι τον χειμώνα.
Το προσωπάκι της έμοιαζε σαν ένας ήλιος που έλαμπε πάντα με τα χρυσαφένια της  ατίθασα μαλλιά να πετάγονται σαν τις αχτίνες του μέσα από τις κορδέλες, ενώ τα ματακάκια της σαν την καλοκαιρινή θάλασσα λαμπίριζαν από το εσωτερικό της φως και την φλόγα που έκρυβαν τα βήματα χορού που όσο περνούσαν τα χρόνια ζητούσαν επίμονα να αναλάβουν τον έλεγχο των κινήσεων της.
Από τα πρώτα παιχνίδια στην αγκαλιά της μαμάς και τα πρώτα τραγούδια, μέχρι και το νήπιο που άρχισαν να μπλέκονται με τα βήματα των άλλων παιδιών, τα βήματα που χορού της αναζητούσαν το βήμα που έλειπε και είχε μείνει μόνο του και παραπονεμένο να περιμένει την ιδανική στιγμή να πιαστεί και αυτό με όλα τα άλλα, εκεί ανάμεσα στο μεγάλο δάκτυλο και στον μέσο.
Του φώναζαν και το καλούσαν αλλά η αόρατη κουρτίνα του χρόνου έμενε πάντα αδιαπέραστη και συμπαγής προξενώντας μεγάλο πόνο στο αποκλεισμένο βήμα.
Πότε πότε, όταν η μικρούλα κοιμόταν τολμούσε να ξεφύγει από την κρυψώνα του και να δοκιμάζει μόνο του να βρει τον ρυθμό του. Την μια μπορεί να ακολουθούσε τα βήματα κάποιου άλλου μέσα στο σπίτι, την άλλη της μουσικής που ακουγόταν από το ραδιόφωνο η την τηλεόραση, όμως η αγωνία του να μην χαθεί μακριά από την μικρούλα ήταν τόσος μεγάλος που ποτέ δεν μπορούσε πραγματικά να αφεθεί και να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο μακριά της.
Παρόλα αυτά μάθαινε και εκείνο τον κόσμο και τους χιλιάδες ήχους  που θα μπορούσαν να ταιριάξουν με κάποιο συναίσθημα. Μάθαινε το νόημα των λέξεων που θα μπορούσαν να μπουν σε ένα τραγούδι, να περιγράψουν μια ιστορία . Μάθαινε την φύση και τα πλάσματα της  στις εκδρομές και τις βόλτες της μικρούλας  . Έμαθε για τα βήματα που έχουν τα πουλιά πριν να πετάξουν από την φωλιά τους για πρώτη φορά, έμαθε για τον ρυθμό που τρέχουν οι αλεπούδες όταν κυνηγούν το βράδυ όπως και τον φοβισμένο χορό των θηραμάτων τους  που έτρεχαν να ξεφύγουν μακριά τους.
Όσο πιο πολύ περνούσαν τα χρόνια , τόσο πιο ασφαλές αισθανόταν το βήμα να απομακρύνεται από το κορίτσι  μιας είχε μάθει πια τους δρόμους  και τους τρόπους να γυρίζει πάντα πίσω χωρίς να χάνεται και η στεναχωριέται τόσο πολύ.
Άλλωστε σαν βήμα χορού, μπορούσε να βρίσκει δρόμους μέσα από τα συναισθήματα που με τον καιρό έμαθε με το όνομα τους. Φόβος, ανησυχία ελπίδα σιγουριά, δύναμη απελπισία μοναξιά , ανυπομονησία προσμονή ,χαρά λύπη ακόμα και χαρμολύπη, όλα είχαν ένα όνομα , όλα ανήκαν παντού και όλα συνδέονταν με μια αόρατη αλυσίδα που δεν έσπαγε ποτέ και πάνω της το βήμα ακολουθούσε τον ρυθμό της ζωής.
Το κορίτσι μεγάλωσε , έγινε μια όμορφη κοπέλα που βρήκε τα βήματα του έρωτα της  και εκείνη όπως και η μητέρα της θα έφερνε στον κόσμο το δικό της παιδί στην αλλαγή του χρόνου.
Σε εκείνα τα δευτερόλεπτα της αλλαγής του χρόνου όπου το νέο μωρό ερχόταν στο κόσμο, το βήμα βρήκε το κενό στον χρόνο και πήδηξε την τελευταία στιγμή για να συναντήσει τα υπόλοιπα βήματα που είχε αφήσει πίσω τόσα χρόνια πριν.
Τα βήματα συναντήθηκαν και ξεπροβόδησαν όλα μαζί  τα βήματα του μωρού προσέχοντας να μη ξεμείνει κανένα πίσω πάλι , και η αλήθεια είναι ότι ποτέ οι νοσοκόμες δεν είχαν ξαναδεί την ζωή να υποδέχεται μωρό με τόσο ρυθμό και χορευτικές κινήσεις.


1 σχόλιο:

ΜΌΣχα Χατζηνικολή είπε...

Πολύ σουρεαλιστικό!!!

Δημοσίευση σχολίου