Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

"Ο εφιάλτης της μεσήλικης." Κωμικό χρονογράφημα.

"Τι κάνεις χρυσό μου?" Ρώτησε η Τάνια την παλιά της συμμαθήτρια όταν συναντήθηκαν μετά από χρόνια σε κεντρικό καφέ.
" Τι να κάνω? Γερνάω" απάντησε η συμμαθήτρια Σάσα με την λευκή ρίζα να ξεπηδάει ανάμεσα στα ατίθασα μαλλιά της για να πιστοποιήσει την αλήθεια του πράγματος.
" Έλα καλέ τώρα! Εμείς δεν γερνάμε απλά μεγαλώνουμε!" Της απάντησε χαμογελώντας η Τάνια .
" Aχ μωρέ φιλενάδα! Μόνο να σου πω για τον εφιάλτη που είχα χτες το βράδυ! Δεν μπορώ να το χωνέψω ότι πέρασαν τα χρόνια και είναι σαν να είναι μια στιγμή! "
"Για πες λοιπόν!" Την παρότρυνε η Τάνια αφού κάθισαν σε ένα τραπεζάκι με θέα τις βάρκες στο λιμάνι.



"Που λες" ξεκίνησε η Σάσα , "Eίχα πάει για ψώνια στο σούπερ μάρκετ να ψωνίσω τα χρειαζούμενα της βδομάδας και ανάμεσα τους είχα πάρει και κατεψυγμένα λαχανικά διαφόρων ειδών.
Τα έβαλα στο καρότσι και ετοιμάστηκα να τα πάω στο αυτοκίνητο.
Εκείνη την στιγμή άρχισε ένας φοβερός αέρας που έκανε τα τζάμια να τρίζουν και τα αυτοκίνητα να τρέμουν.
Τι να έκανα όμως , έπρεπε να φύγω.
Πήρα επιτέλους την απόφαση να βγω έξω και ενώ άνοιγα την πόρτα, μια ριπή αέρα την έσπρωξε προς τα έξω. Αφήνω το καρότσι και πιάνω την πόρτα με τα δυο μου χέρια. Το καρότσι άρχισε να τρέχει και στο τέλος γύρισε και όλα απλώθηκαν παντού.
Σπρώχνω την πόρτα με όλη μου την δύναμη, τρέχω να αρχίσω να μαζεύω τα πράγματα, ενώ μια φωνή ενός παιδικού μου φίλου που παίζαμε μαζί στις γειτονιές , ακούστηκε πιο δυνατά από τον αέρα που φώναζε
" Σάσα, στάσου! Ξέχασες τις σερβιέτες και είσαι στην εμμηνόπαυση!"
 Στέκομαι ακίνητη από την έκπληξη, γιατί ποτέ μου δεν είχα φανταστεί ότι θα ενδιέφερε τον οποιονδήποτε να σκεφτεί το αν είμαι η όχι σε τέτοια περίοδο της ζωής μου , πόσο μάλλον τον παιδικό μου φίλο, και με τρόμο συνειδητοποιώ ότι έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από τότε , τόσα που δεν θυμόμουν πια τι είδους σερβιέτες ταιριάζουν στην περίσταση.
Εν τω μεταξύ τα μαρούλια είχαν φτάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, τα σακουλάκια με τα κατεψυγμένα είχαν ήδη ανοίξει από μερικές γάτες, οι χαρτοπετσέτες είχαν βραχεί σε μερικά νερά που είχαν ξεμείνει από τα πρωινά σφουγγαρίσματα, το καρότσι πήγαινε με το πλάι όλο και πιο μακριά και ο αέρας με έκανε να περπατάω όπως στο κατάστρωμα με 8 μποφόρ.

Μάζεψα κάτι άλλα πραγματάκια κακείν κακώς, ενώ ο Άκης, - ο φίλος που σου έλεγα -  μου έφερνε από μέσα τρέχοντας αλαφιασμένος ένα πακέτο σερβιέτες με φτερά !
Ακούω τον εαυτό μου να φωνάζει " Δεν θέλω με φτερά!!!' και εκεί ξύπνησα και με ανακούφιση βρέθηκα στο κρεβατάκι μου, με τα πράγματα στην θέση τους και την περίοδο αυτή της ζωής μου πολύ μακρινή."
Η Τάνια άρχισε να γελάει , "Βρε τι θυμάσαι στον ύπνο σου βρε Σάσα !  Της είπε γελώντας και οι δυο παλιές φίλες συνέχισαν τον καφέ τους και τις αναπολήσεις για τα χρόνια της νιότης τους .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου