Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Μια Κυριακή του Πάσχα.


Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

Μια Κυριακή του Πάσχα.

Το αρνί γύριζε στην σούβλα και το κοκορέτσι τσιτσίριζε και άφριζε πάνω από τα πυρακτωμένα κάρβουνα.
"Πόσο μοιάζω με το κοκορέτσι ώρες ώρες.."  μουρμούρισε η Φρόσω και έτρεξε να ξαναγεμίσει την άδεια κανάτα  με κρασί.

Πάντα περίμενε με προσμονή και χαρά την Ανάσταση και δεν την πείραζε που περνούσε ολόκληρες μέρες όρθια μπροστά στον νεροχύτη για να τα έχει όλα έτοιμα .

Τα κουλούρια τα τσουρέκια, την μαγειρίτσα το ψητό, και τις πίτες της, όλα για την οικογένεια τους φίλους ακόμα και για τους περαστικούς η τους ταξιδιώτες, αν τύχαινε και περνούσαν  από την πόρτα της.
Συναισθηματική  και αυτό που λέμε..θρήσκα, η Φρόσω σύμπασχε στα Πάθη του Χριστού και έψελνε πάνω από τα κρεμμύδια το "Ω γλυκύ  έαρ" . Καμιά φορά μπερδευόταν και ίδια, και δεν ήξερε αν έκλαιγε από τα κρεμμύδια η από την συγκίνηση.

Η μέρα της Ανάστασης λαμπρή και ζεστή, και τα τραπέζια είχαν στρωθεί από νωρίς με την ανακούφιση που έφερε η αλλαγή του καιρού.
Όλα πήγαιναν τέλεια, μέχρι που έφτασε ο απρόσκλητος επισκέπτης μαζί με τον ανιψιό της από το εξωτερικό.
Τι έκπληξη! τι χαρά! Είχε να τον δει πάνω από δυο χρόνια και  ο χρόνος στο Λονδίνο του είχε δώσει την χλομάδα των Ευρωπαίων που μοιάζει ώρες ώρες κάπως σικ....

Μετά τις πρώτες χαιρετούρες, τους σύστησε τον φίλο του και εκείνος ανταποκρίθηκε στα ζεστά και χαμογελαστά πρόσωπα με ένα κρύο χαμόγελο που δεν το ζέσταναν ούτε όλα τα κάρβουνα που έψηναν το αρνί και το κοκορέτσι.
" O Mάνος' έκανε τις συστάσεις ο Πετρής, ο ανεψιός της Φρόσως, γιος της αδελφής της, που πήρε πια το πτυχίο και την πρώτη του άδεια από την δουλειά.

" Tί έχει ο φίλος σου Πέτρο μου?" ρώτησε  η Φρόσω, ενώ η μάνα του της έκανε νόημα να μην δίνει σημασία μέρα που είναι.
 Ο Πέτρος χαμογέλασε αμήχανα και άλλαξε κουβέντα. "Έλα βρε θεία να δοκιμάσουμε την πίτα σου..Πιστεύω να έχεις βάλει φρέσκο τυρί ε? "

Η Φρόσω το άφησε πίσω της και συνέχισε να σίφουνας να ετοιμάζει το τραπέζι.

Το αρνί πέτυχε, και το κοκορέτσι το ίδιο.
Οι πετσούλες ξεκολούσαν και τα παιδιά ροκάνιζαν αχνιστά ροδοκόκκινα κομματάκια, ενώ οι μεγάλοι μετρούσαν το πόση χοληστερίνη κρύβει η κάθε μπουκιά ..

Ήρθε η ώρα να φάνε το αρνί στο τραπέζι, αλλά ο επισκέπτης δεν άγγιζε τίποτα.
Μάταια η Φρόσω του έβαζε μπροστά του μια το ένα και μια το άλλο. Ο Μάνος χαμογελούσε ακόμα πιο κρύα από πριν, ίσως γιατί τα κάρβουνα είχαν πια σβήσει, και κοίταζε αφηρημένα τριγύρω, αλλά κυρίως τον Πέτρο με νόημα που έλεγε..'πότε θα φύγουμε?"
"Δεν μου λες βρε Πέτρο. Τι έχει ο Μάνος και έχει τέτοια μούτρα?" ζήτησε να μάθει η Φρόσω εκνευρισμένη , γιατί δεν ήθελε και να " κολαστεί μέρα που είναι, Θέ μου συγχώραμε!"
" Δεν είναι τίποτα βρε θεία..απλά ο Μάνος είναι χορτοφάγος και βρίσκει πολύ βάρβαρο το έθιμο με το αρνί..Τώρα αν σου πω ότι είναι και μέλος σε μια οργάνωση για τα δικαιώματα των ζώων και κάνουν μεγάλη φασαρία για να το καταργήσουν, τι θα πεις?"

"Tι να πω βρε παιδί μου...πολλά λοξά ακούμε....ακόμα ένα δεν πειράζει, αλλά μου χαλάει το κέφι..πως να το κάνουμε.."

H Φρόσω δεν το έβαλε κάτω όμως. Βουρλιζόταν να έχει μπροστά της μια ξινισμένη μούρη από την μια, και στεναχωρόταν που πέρασε άνθρωπος από το σπίτι της και δεν ευχαριστήθηκε από την άλλη.
Στο τέλος πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε ένα μεγάλο πιάτο με χαλβά, παξυμαδάκια, ελιές,και λίγο ταραμά στην άκρη. Άνοιξε και μια κονσέρβα ντολμαδάκια που είχε μείνει από την νηστεία και του τα έβαλε μπροστά του.
"O Mάνος κοκκίνισε πρασίνισε, μάλλον το πήρε για ειρωνεία παρά για ενδιαφέρον, αλλά τι να κάνει ..πεινούσε και άρχισε να τρώει ενώ η Φρόσω μονολογούσε από την απέναντι πλευρά.." Κρίμα βρε παιδί μου...και πέταξα άδικα τους γίγαντες εχτές..."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου