Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

12 μήνες , 12 τραγούδια ,12 ποιήματα με πολλές ευχές για το 2018.


Είναι ήδη 27 Δεκέμβρη και το 2017 σιγά σιγά αποσύρεται από την σκηνή για να δώσει την θέση του στο 2018.
Δεν είναι παρά μια άλλη μέρα που ξημερώνει,
και όμως, αυτή η μέρα της κάθε νέας χρονιάς, είναι πάντα φορτωμένη με ευχές, ελπίδες και όνειρα .
Άλλοτε νέα, άλλοτε πάλι το βάρος των προηγούμενων χρόνων, ψάχνει να βρει μια δικαίωση στον νέο.
Ας αποχαιρετήσουμε όμορφα το 2017 και ας καλώς ορίσουμε το 2018 με τραγούδια και ποιήματα για τους μήνες του έτους.


Τα χέρσα

 Κι όμως
Η αληθινή ζωή είναι απούσα
Και είναι αυτή που κατοικεί
Στις σκέψεις και στα όνειρά μας
Και δεν την αφήνουμε να περπατήσει
Αλυσοδεμένη την κρατούμε μέσα μας

Να μιλήσουμε κάποια στιγμή
Για τα χέρσα  χωράφια μας
 Αυτά που ακόμα
 Δεν τα ξεχερσώσαμε
Από απουσία τόλμης
 Ή  απ’ την απειλή του «άλλου»

Και ο έρωτας…
Εσαεί ανολοκλήρωτος
    Γ. Π. Τζήκας



«Γενάρης», Τσαρούχης

               ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ
Απ' το παράθυρο στα βάθη μακριά,
Ο κάμπος ξεχωρίζει,
Και φαίνεται η αποκριά
Μέσα στο δρόμ' όλη βοή που τριγυρίζει
Είν' ο καιρός όπου τρελή γιορτάζ' η χώρα,
Και σιέται η μυγδαλιά με κάλλη ανθοφόρα.

Φτωχός ο κάμπος μας, μα όχι και γυμνός,
Αφού είν' ασπροντυμένος.
Μοιάζει με νιο που αχαμνός
Κι απ' την αρρώστια κάτασπρος ειν' ο καημένος.
Στο δρόμο άμαξες, μεθύσι, προσωπίδες,
Και ρίχνει ο ουρανός βροχής ρανίδες.

Τι τάχα να είσαι θλιβερή, ψιλή βροχή, 
Που αργά κι αγάλι 'γαλι
Μας έρχεσαι την εποχή
Που τα νυφιάτικα η μυγδαλιά έχει βάλει; 
Η φύσις κλαίει τη χειμωνιά που την παγώνει,
Ή κλαίει από χαρά στο Μάρτη που σιμώνει;

Σ' εκείνο το παράθυρο μπροστά κρατεί
Η μάννα το παιδί της,
Πότε του δείχνει τη γιορτή,
Πότε την εξοχή με τη λευκή στολή της.
Αποκριάς χαρά φωτίζει τ' αγγελούδι, 
Κι η μάννα είν' έμορφη, σα μυγδαλιάς λουλούδι.

Ρίχνει τα μάτια της και βλέπει τα βουνά
Μ' ολόχιονο φουστάνι, 
Και με το νου της αρχινά
Και χίλιους μύριους στοχασμούς άθελα κάνει,
Λιγάκι θλιβερούς σα νέφη του Φλεβάρη,
Μα πάντα καθαρούς, σαν του χιονιού τη χάρη.

Γιατ' είναι μάνα με μυαλό και με καρδιά,
Και είναι η ζωή της
Λουλούδι με τριπλή ευωδιά
Που της σκορπά ο Θεός, ο κόσμος, το παιδί της.
Την ενθυμίζ' η χειμωνιά κι η αγριάδα
Ότι κοντεύει του Μαρτιού να ρθει η λιακάδα.

Και νιώθει σαν γλυκιά μαρτιάτικη αυγή
Στα βάθη της ψυχής της,
Κι ακολουθά η συλλογή:
- Παρόμοια κι ο δυστυχής όπου η πίστις
Και τ' ουρανού η ελπίς φωλιάζει στην καρδιά του, 
Νιώθει μια δύναμη γλυκιά στη συμφορά του. 

Ενώ μας δέρνουνε του κόσμου τα δεινά,
Βάλσαμο η πίστη χύνει.
Κι ενώ είναι χιόνι στα βουνά,
Για ιδές η μυγδαλιά τον κάμπο πώς τον ντύνει!
Μ' απ' το παιδί μου μακριά πίκρες και πόνοι,
Και το Θεό η χαρά να του θυμίζει μόνη.

Σε τέτοιους στοχασμούς ο νους της καταντά,
Και άλλα συλλογιέται.
Μα το παιδάκι της κοντά
Στην τρέλα της αποκριάς βουτιέται.
Ξεχνά τα τόσα του παιχνίδια, και το κρύο,
Κι έχει παράπονο, και πόθους χίλιους δύο.
Μεσ' την καρδούλα του, αγάπες του χρυσές, 
Σωριάζονται ωραίες
Και πλουμισμένες φορεσιές
Και μάσκες και σπαθιά και περικεφαλαίες.
Κυρίες το κοιτούν, τις ρίχνει ζαχαράτα,
Κανείς την έμορφη δεν ξέρει μασκαράτα...

Ακόμα στο παράθυρο μπροστά κρατεί
Η μάννα το παιδί της.
Ξεχνιέτ' εκείνο στη γιορτή,
Κι αυτή στην εξοχή με τη λευκή στολή της.
Αποκριάς χαρά φωτίζει τ' αγγελούδι,
Κι η μάνα είν' έμορφη σα μυγδαλιάς λουλούδι.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ.




William Shakespeare – Sonnet 98 (1609)

Δεν ήμουν πλάι σου την άνοιξη αυτή
καθώς ο Απρίλης, πολύχρωμος και λαμπερός
της νιότης την πνοή φυσούσε μες στο κάθε τι -
ως και o Κρόνος γελούσε κι έπαιζε, ο σκοτεινός

Μα ούτε τα τραγούδια των πουλιών, ούτε η γλυκιά η ευωδιά
τόσων και τόσων λουλουδιών, με μύρια χρώματα κι οσμές
δε με κατάφεραν το καλοκαίρι να ιστορήσω ξανά
κι άνθη να δρέψω, απ’ τις θαυμάσιες της γης τις αγκαλιές.

Πώς να παινέσω το βαθύ το πορφυρό της τριανταφυλλιάς;
πώς να θαυμάσω το υπέροχο τού κρίνου το λευκό;
ανούσια ήταν χάδια, σκαριφήματα και μόνο της χαράς,
και πρότυπό τους μόνο εσύ, μοντέλο τους εσύ, μοναδικό.

Κι έμοιαζε γύρω παγερός χειμώνας, ναι, εσύ μακριά
κι εγώ εκεί, με τη σκιά σου λες να παίζω, με όλα αυτά.

Διονύσιος Σολωμός




Πρωτομαγιά

Του Μαγιού ροδοφαίνεται η μέρα ,
που ωραιότερη φύση ξυπνάει
και την κάνουν λαμπρά και γελάει
πρασινάδες , αχτίνες , νερά.

Άνθη κι άνθη βαστούνε στο χέρι ,
παιδιά κι άντρες , γυναίκες και γέροι.
Ασπροντύματα , γέλια , και κρότοι ,
όλοι δρόμοι γιομάτοι χαρά.

Ναι χαρείτε του χρόνου την νιότη ,
άντρες , γέροι , γυναίκες παιδιά.

Γιάννης Ρίτσος, [Ιούνιος μήνας]
“Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας –
άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι
ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,
μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη
καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι.

Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους.
Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει.
Ένα πουλί ξύπνησε.
Το ποτάμι κυλούσε.

Τότε ακριβώς, ο πιο μεγάλος έκανε μια κίνηση
σα ν’ άπλωνε τον ουρανό πάνου στα γόνατά του
κι άρχισε να ράβει τ’ αστέρια στη θέση τους
όπως ράβει ο φυλακισμένος τα κουμπιά στο σακάκι του.”
(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, Προσχέδια, τ. 3ος, Κέδρος)


«Ψελλιστί παίρνεται ο υπνάκος μέσα σ’ ένα στεντόρειο μεσημέρι,
γεμάτο τζιτζίκια που μαίνονται. Ιούλιος. Α, νάρθει η ώρα που θα
δαγκώνεις το περγαμόντο και που ύστερα θα πίνεις πίνεις δροσερό
νερό, καφέδες, και σιγάρο ατελεύτητο σαν την Ελλάδα.»
(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον, Ίκαρος)

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
Ο Αύγουστος ελούζονταν μες την αστροφεγγιά
Κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά
Αύγουστε μήνα και Θεέ σε σένα ορκιζόμαστε
Πάλι του χρόνου να μας βρείς στο βράχο να φιλιόμαστε
Απ’ την Παρθένο στον Σκορπιό χρυσή κλωστή να ράψουμε
Κι έναν θαλασσινό σταυρό στη χάρη σου ν’ ανάψουμε
Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
Κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά.
Οδυσσέας Ελύτης ( Τα ρω του έρωτα )

ΠΟΘΟΣ - Ναπολέων Λαπαθιώτης

Βαθύ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρό σε καρτερώ,
με τις πλατιές, βαριές σου στάλες
των φύλλων άραχλοι χαμοί, των δειλινών αργοί καημοί,
που με μεθούσατε τις άλλες...
Τα καλοκαίρια μ᾿ έψησαν και τα λιοπύρια τα βαριά,
κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζοι:
απόψε μου ποθεί η καρδιά πότε να ῾ρθεί μέσ᾿ τα κλαριά,
ο θείος βοριάς και το χαλάζι!

Τότε, γερτός κι εγώ ξανά, μέσ᾿ τα μουγγά τα δειλινά,
θ᾿ αναπολώ γλυκά, -ποιος ξέρει-,
και θα με σφάζει πιο πολύ, σαν ένα μακρινό βιολί,
το περασμένο καλοκαίρι...

ο ποίημα του Οκτώβρη

Ο χρόνος είναι κάτι απίθανα μακρύ
Υπήρξαν χρόνοι πάει περάσαν μυθικοί
Ούτε μπιλίνες ούτε έπη ούτε εποποιίες πια
Σαν τηλεγράφημα η στροφή πετά

Με φλογισμένα χείλη πιες γονατιστός
Απ’ το ποτάμι που το λένε γεγονός
Είν’ ο καιρός Που όλος βομβίσει σε τηλέγραφου χορδή
Είναι η καρδιά με την αλήθεια ίδιο μαζί

Μη λησμονήσετε να μνημονεύσετε τον ποιητή μας
Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι
Πριν σαράντα έξι χρόνια μίσεψε μακριά μας
Τι δουλειά έχει ο Μαγιακόφσκι;
Μας μίλαγε τακτικά ένας γέρος σύντροφος Μακεδόνας
Στη φάμπρικα γι’αυτόν
Όταν καμιά Κυριακή πίναμε καμιά ρακή από την πατρίδα
Και μετά τραγουδούσαμε τραγούδια της ξενιτειάς
Και τ’αντάρτικα
Είχε μείνει χρόνια στη Ρωσία
Κι έπαιρνε το βιβλίο με τα ποιήματα του Βλαδίμηρου
Όπως τον έλεγε
Και μας διάβαζε
Και θυμόταν τον άλλο Βλαδίμηρο
Και δάκρυζε καμιά φορά
Σαν πολλά να τά’πα
Γεια σας και πάλι


Στίχοι: Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι & Γιάννης Ρίτσος
 Καλό μήνα μ’ ένα  ποίημα για τον Νοέμβριο από την Έμιλυ Ντίκινσον
Η Μέρα συνέχεια μίκραινε, πιεσμένη
Από μια Νύχτα κυρτωμένη και πρόωρη
Το Απόγευμα έριχνε το λιγοστό του Κίτρινο
Στο βαθύ Δειλινό-
Οι Άνεμοι έβγαλαν τις πολεμικές τους συνήθειες
Τα Φύλλα ζήτησαν άδεια και την πήραν-
Ο Νοέμβρης κρέμασε το Γρανιτένιο Καπέλο του
Πάνω σε καρφί Βελουδένιο.


Κωστής Παλαμάς, «Δεκέμβριος»…
“Η μητερούλα στον κόρφο της κοιμίζει/ το ακριβό, το μόνο της παιδί
έξω με χιόνια Δεκέμβρης τριγυρίζει/ κι αυτή το σφίγγει και, σα να τραγουδεί
σιγομιλάει με γέλιο και τρεμούλα, η μητερούλα:
«Άγιε Νικόλα, που ξέγνοιστα χτενίζεις/ τ’ άσπρα σου γένια ψηλά στον ουρανό
και πέφτουν κάτου σωρός και μας χιονίζεις/ μην το κρυώσεις, λυπήσου τ’ ορφανό.
Λαμπάδα τρέχω σ’ εσέ ν’ ανάψω κιόλα, Άγιε Νικόλα!
Να ο Χριστός σου γεννιέται σε λιγάκι/ που αγαπάει, μικρό μου, τα παιδιά.
Ζεστό σου φέρνει καινούριο φουστανάκι/ και την ευχή του πιστή σου συνοδιά.
Κοιμήσου τώρα, και θάρθει στ’ όνειρό σου, να  ο Χριστός σου!
Κι αφού μας φύγει, δε μας ξεχνά, θ’ αφήσει/ στον Άη Βασίλη για σε παραγγελιά
χίλια παιχνίδια λαμπρά να σου χαρίσει/ και ζαχαράτα και χάδια και φιλιά.
Με τη χαρά του η χάρη του θα σμίγει/ κι αφού μας φύγει!
Τι θα μου μένει, αν γράφθη μαύρη μέρα/ για να το χάσω από την αγκαλιά;
Χωρίς παιδάκι τι είναι η μητέρα/ χωρίς πουλάκι τι θέλει κ’ η φωλιά;
Αν της πετάξει, ας πέσει χαλασμένη…Τι θα μου μένει!»”
(Κωστή Παλαμά, Άπαντα, τ. 1, εκδ. Γκοβόστης)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου