Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

Ιωάννης Κονδυλάκης. 5 Χρονογραφήματα.

5 χρονογραφήματα από τα χιλιάδες γραπτά που πατέρα του χρονογραφήματος στην Ελλάδα.

hellenicaworld.org

ΑΝΑΒΙΩΣΙΣ ΤΗΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ 

Ο κ. Σπ. Λάμπρος είπέ τινα εις το Αθλητικόν Συνέδριον περί της αναβιώσεως της γυμναστικής εις την νεωτέραν Ελλάδα και έπλεξε δίκαιον εγκώμιον εις τον μακαρίτην Φωκιανόν, τον πρώτον, όστις μετά του Ηρ. Βασιάδου, συνέλαβε την ιδέαν της συνενώσεως των ανά την ελευθέραν και δούλην Ελλάδα αθλητικών σωματείων εις ένα πανελλήνιον αθλητικόν σύλλογον. Αλλά του πρώτου διδασκάλου της γυμναστικής και πρώτου εισαγαγόντος αυτήν εις την Ελλάδα δεν εμνήσθη, ίσως διότι η ανάμνησίς του δεν εσχετίζετο με τον σκοπόν του συνεδρίου.

Πολλοί εν τούτοις υπάρχουν ακόμη οι ενθυμούμενοι τον αγαθόν και ολίγον ιδιόρρυθμον Παγώνα ή Παγώντα, όπως τον απεκάλουν οι μη αρχαΐζοντες όπως αυτός, ο οποίος από Παγώνης ίσως έγινε Παγών επί το αρχαιοπρεπέστερον. Ο Παγών ούτος, πρώτος διευθυντής του Διδασκαλείου, με μακράν λευκήν κόμην και βαθύν ατημέλητον πώγωνα, εισήγαγε την γυμναστικήν εις τας νεωτέρας Αθήνας εκ Γερμανίας, όπου είχε σπουδάσει, και συνέταξε το πρώτον νεοελληνικόν εγχειρίδιον γυμναστικής.
Ο Παγών ήτο γνωστός και διά τους ιδιορρύθμους γεωγραφικούς και ιστορικούς του χάρτας, εις τους οποίους παρίστατο η ιστορική και γεωγραφική των εθνών εξέλιξις ως καταρράκτης, του οποίου τας πρώτας δίνας απετέλουν οι Εβραίοι, Ασύριοι και άλλοι ανατολικοί λαοί, οι προηγηθέντες εις τον πολιτισμόν. Διά τούτο ο άτλας ούτος ωνομάσθη υπ' αυτού «Ρους του χρόνου».
Το πρώτον γυμναστήριον ιδρύθη εκεί όπου σήμερον είνε το Πτωχοκομείον, αλλά και εις το Διδασκαλείον, εις την σημερινήν οδόν Θουκυδίδου ιδρύθη έτερον με δύο ή τρία δίζυγα, έν μονόζυγον και μίαν γέφυραν.
Ο Παγών κατέβαλε μεγάλας προσπαθείας διά να διαδώση την γυμναστικήν και πείση περί των ωφελειών αυτής. Ου μόνον δ' εδίδασκεν, αλλά και διά του ιδίου παραδείγματος προσεπάθει να καταδείξη την ευεργετικήν επί της υγείας επίδρασιν της σωμασκίας. Διότι και πεζοπόρος ακούραστος ήτο και κολυμβητής, συχνά δ' εξήρχετο εις εκδρομάς μακράς μετά των μαθητών του.
Αλλ' αι προσπάθειαί του έμειναν άγονοι σχεδόν καθ' ολοκληρίαν. Ο κόσμος εθεώρει ματαίας τας ασκήσεις του και τας περιεφρόνει, σχεδόν όπως περιεφρόνει των σαλτιμπάγκων τα κυβιστήματα. Διά τούτο ολίγοι εκ των μαθητών του επεδόθησαν εις την γυμναστικήν. Όταν δε το 1859, κατά την πρώτην Ολυμπιακήν έκθεσιν, εσκέφθησαν να τελέσωσι και σωματικούς αγώνας, δεν ευρέθησαν νέοι συστηματικώς εξησκημένοι και οι οργανωταί των αγώνων ηναγκάσθησαν να στρατολογήσωσιν από τον δρόμον τους έχοντας φυσικήν τινα ρώμην και δεξιότητα.
Οι αγώνες ετελέσθησαν εις την πλατείαν της Ελευθερίας, όπου εστήθη μόνον διά τους βασιλείς, τους διπλωμάτας και τους ανωτέρους υπαλλήλους μία εξέδρα, ενώ ο λαός αφέθη να θεάται όρθιος. Και κατ' αρχάς μεν έγιναν ιπποδρομίαι, εις τας οποίας έλαβον μέρος και αμαξηλάται με τα χονδρά των άλογα· έπειτα δε ετελέσθησαν κωμικοί και άθλιοι σωματικοί αγώνες, δόλιχοι, αναρρίχησις εις ιστόν, εις την οποίαν έλαβε μέρος και τυφλός τις επαίτης, και ασκωλιασμός. Με το τελευταίον γύμνασμα τουλάχιστον εγέλασαν πολύ οι αφελείς Αθηναίοι της τότε εποχής, διότι συνίστατο εις πήδημα επί φουσκωμένου ασκού και έπεσαν πολλοί, νικητής δε ανεδείχθη επί τέλους εκείνος όστις κατώρθωσε να σταθή επί του ασκού στιγμάς τινας.
Η ταραχώδης εποχή της μεταπολιτεύσεως και της τριετούς κρητικής επαναστάσεως διέκοψε την τέλεσιν των ολυμπιάδων, αίτινες επανελήφθησαν μόνον το 1870. Ετελέσθησαν δε και τότε αγώνες, ουχί όμως πλέον εις την πλατείαν Κουμουνδούρου, αλλ' εις το Παναθηναϊκόν Στάδιον, το οποίον προχείρως εκαθαρίσθη, των θεατών τοποθετηθέντων επί των κλιτύων, οπόθεν εκ διαλειμμάτων κατεκυλίοντο κατά συμπλέγματα και μάζας, ολισθαίνοντες. Αλλά δεν δύναταί τις να είπη ότι οι αγώνες του 70 επέτυχον περισσότερον από τους αγώνας του 59.
Καταφανεστέρα κάπως ήτο η πρόοδος κατά τους αγώνας του 1875, οίτινες επίσης ετελέσθησαν εις το Στάδιον.
Αλλ' η σωμασκία ήρχιζε να διαδίδεται, εισαχθείσα και εις τα σχολεία υποχρεωτικώς. Ο I. Φωκιανός, επιδοθείς ολοψύχως εις την διδασκαλίαν και την ανάπτυξιν της γυμναστικής, συνετέλεσαν υπέρ πάντα άλλον εις την σημερινήν πρόοδον αυτής. Αντί του παλαιού δημοσίου γυμναστηρίου, του οποίου τον χώρον κατέλαβεν η περιοχή του Πτωχοκομείου και εις το οποίον εφονεύθη ο αδελφός του Φωκιανού, πεσών εκ του διζύγου, ιδρύθη το παρά τον Ιλισσόν ευρύ γυμναστήριον. Μικρότερα δε γυμναστήρια ιδρύθησαν ως παραρτήματα των γυμνασίων και λοιπών εκπαιδευτηρίων.
Αλλ' η μεγάλη και οριστική ώθησις προς τα εμπρός εδόθη εις την γυμναστικήν υπό των τελευταίων ολυμπιακών αγώνων. Έκτοτε αληθής γυμναστικός ζήλος ανεπτύχθη καθ' όλην την Ελλάδα και σήμερον τα αθλητικά σωματεία πλησιάζουν εις τα 60. Πιστεύεται δε ότι ουχί ολίγον θα συντελέση υπέρ της προόδου της γυμναστικής και το χθες αρχίσαν συνέδριον και η εξ αυτού προελθούσα ένωσις και κοινοπραξία των απανταχού της Ελλάδος, ελευθέρας και δούλης αθλητικών σωματείων.
(Ιανουάριος 1897).

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΕΞ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΕΛΛΗΝΟΣ ΜΗ ΜΕΤΑΒΑΝΤΟΣ ΕΙΣ ΑΜΕΡΙΚΗΝ

Πώς ευρέθηκα κατά την χθεσινήν νύκτα αιφνιδίως εις τας Ηνωμένας Πολιτείας της Αμερικής, ενώ εκοιμώμην εις την κατά την οδόν Σκουφά κατοικίαν μου, μόνον ίσως εις τον κοντολογιώτατον εξηγητήν των ονείρων κ. Κουρτίδην θα φανή μυστήριον. Εγώ τουλάχιστον έχω την ιδέαν ότι ωνειρεύθηκα, πράγμα το οποίον μου συμβαίνει ενίοτε όταν κοιμώμαι.
Σας βεβαιώ ότι δεν είμαι εξ εκείνων εις τους οποίους επήλθεν η ιδέα, αφού έσωσαν την Ελλάδα από τους Τούρκους, να σώσωσι και την πτωχήν Αμερικήν από την εκδίκησιν των Ισπανών. Και όμως υπό τοιαύτην ιδιότητα, φαίνεται, ευρέθηκα επί της προκυμαίας… της Νέας Υόρκης, υποθέτω, διότι δεν είχα κανένα πρόχειρον Μπέδεκερ, και οι διαβάται, στρατιωτικοί και μη με προσηγόρευον «συνταγματάρχην» — Μόρνιγγ, κόρνελ!
Φαίνεται δε ότι ο τίτλος ούτος μ' εξέπληξεν ολίγον, διό και εξήτασα εις το πλευρόν μου και εύρον ανηρτημένον, ως ξίφος, το μπαστούνι μου! Τότε ενθυμήθηκα ότι τα 9/10 των Αμερικανών είνε συνταγματάρχαι, τινές μάλιστα δις και τρις και δεκάκις συνταγματάρχαι, λαμβάνοντες υπό διάφορα ονόματα δύο και τρεις και δέκα συντάξεις. Και συνεπέρανα ότι μεθ' όσης ευκολίας λαμβάνουν μετά της αυτής και δίδουν τον τίτλον τούτον.
Τωόντι δε πάντες σχεδόν οι παραπορευόμενοι έσυρον εις το λιθόστρωτον με πολλήν υπερηφάνειαν ξύλινα ξίφη και η λέξις «κόρνελ» επέτα από στόματος εις στόμα. Σας βεβαιώ όμως ότι όσην υπερηφάνειαν μου ενέπνεε το αξίωμα του συνταγματάρχου, άλλο τόσον κακόν μου έκανεν ο τίτλος «κόρνελ», καίτοι είμαι άγαμος. Επί τέλους ημείς οι Έλληνες πιθανόν να έχωμεν ελαττώματα, αλλ' αυτά δεν τα υποφέρωμεν! Και ήρχισα ν' απαντώ εις τους χαιρετισμούς με ελληνικόν γρυλλισμόν:
— Είσθε και φαίνεσθε…
Αλλά τι είνε αυτοί! Τρίβω τα μάτια μου…..
Οι Έλληνες στρατηγοί και επιτελείς οι διακριθέντες κατά τας υποχωρήσεις του ελληνοτουρκικού πολέμου! Τι θέλουν αυτοί εδώ;…..Ω δυστυχία σου Αμερική! απεφάσισες λοιπόν να εξασφαλίσης άκοπον θρίαμβον εις τους Ισπανούς;
Και τόσον μεγαλοφώνως εξέφρασα την σκέψιν μου ταύτην, ώστε ένας εκ των Γιάγκιδων συνταγματαρχών μου είπε με μειδίαμα «χαλύβδινον», διότι εδώ τα πάντα είναι χαλύβδινα, πλην των ξιφών:
— Ησυχάσετε….. Εκάμαμε τον υπολογισμόν μας. Τους γενναιοτάτους σας τους προορίζομεν διά την νήσον Κούβαν, όπου δεν μπορούν να υποχωρούν επί πολύ, χωρίς να πέσουν εις την θάλασσαν. Λοιπόν θ' αναγκασθούν να πολεμήσουν εν απογνώσει, θα γίνουν ακουσίως ήρωες.
Τώρα όμως εγέλασα και εγώ γέλωτα ο οποίος αν δεν ήτο από χάλυβα, εξάπαντος θα ήτο εξ αλουμινίου:
— Αλλ' αυτά τα παλληκάρια ξέρουν κι' άλλο μονοπάτι. Αν παραδοθούν;
Ο «κόρνελ» ωχρίασε:
— Αυτό δεν το υπελογίσαμεν!
Είμαι κατάπληκτος. Διά να φαντασθήτε το μήκος της οδού εις την οποίαν εισέρχομαι αυτήν την στιγμήν, αρκεί να σας είπω ότι η απέναντι μου οικία φέρει αριθμόν 2,305! Και το πρώτον πάτωμα εκάστου σπιτιού σηκόνει επί των ώμων του άλλα 20 ή 30 πατώματα· και επάνω από όλα αυτά περνά εναέριος σιδηρόδρομος, και από πάνω ακόμη περνούν αερόστατα και υπέρ όλα αυτά ο ουρανός. Τα εφαντάσθη αυτά ο Ναστραδίν Χότζας, ο οποίος έπαθεν απεριγράπτους συμφοράς, διότι ωνειρεύθη ότι εκάθητο επάνω εις μίαν καθέκλαν, η οποία ήτο επάνω εις ένα αυγό, το οποίον ήτο επάνω εις ένα μιναρέ;
Αλλά διατί τρέχουν έτσι αυτοί οι άνθρωποι;
— Διά να μην τους πατήσουν εκείνοι που τρέχουν κατόπιν, κόρνελ, μου είπε φιλοφρόνως ο υιός του Έδισων, ο οποίος την στιγμήν εκείνην εφωτογράφει την σκέψιν μου.
— Και διατί τρέχουν εκείνοι που έρχονται κατόπιν, αν επιτρέπετε;
— Διότι…
Δεν επρόφθασε να μου απαντήση, ούτε εγώ ν' ακούσω, διότι δεν γνωρίζω πώς ευρέθημεν εντός μεγάλης απόχης, την οποίαν έχουν εις το πρόσθιον μέρος οι τροχιόδρομοι, διά να συλλέγουν, αντί να φονεύουν, τους απροσέκτους διαβάτας. Εις το σωσίβιον αυτό ευρίσκομεν τρεις σκύλους, μίαν αραπίναν με δίοπτρα, ένα Ιταλόν με το οργανέτον του, ένα πλανόδιον Έλληνα ζαχαροπλάστην, ένα παιδάκι μέσα εις το καροτσάκι του. Η αραπίνα εμειδίασε φιλαρέσκως, ο Έλλην προσεπάθει να εύρη ισορροπίαν διά να μ' εναγκαλισθή, το βρέφος έκλαιεν αγγλιστί, οι σκύλοι εγαύγιζαν δεν ενθυμούμαι εις ποίαν γλώσσαν και ο νέος Έδισων μου είπεν:
— Εκαταλάβατε τώρα, κόρνελ, διατί τρέχουν οι Αμερικανοί;
— Δεν εκατάλαβα.
— Διατί;
— Διότι δεν εννοώ αγγλικά.
Τρέχω τώρα, τρέχω μανιωδώς, με την γλώσσαν έξω, με κρουνούς ιδρώτος. Αχ, διατί να μην ήμουν συνταγματάρχης εις την Ελλάδα, να με κηρύξουν στάσιμον; Και εις τον ιλιγγιώδη εκείνον δρόμον διακρίνω συγκεχυμένα, ως εν ονείρω, ανθρώπους λευκούς, μαύρους, κιτρίνους, ερυθροδέρμους, Κινέζους με κοτσίδαν σειομένην εις τον αέρα, αραπάδες με κουδούνια εις τ' αυτιά και την μύτην, των οποίων το κάτω χείλος σαρόνει το έδαφος, Ινδούς επί αγρίων ίππων, επί κεφαλής των οποίων τρέχει ο Μπούφαλο Μπιλ έφιππος, κραδαίνων δόρυ, πέντε ή έξ σιδηροδρόμους, οι οποίοι σφυρίζουν με όλην την δύναμιν του ατμού των, σύνταγμα αμαζόνων, επισειουσών παράδοξα όπλα, τα οποία οι Έλληνες κατατάσσομεν εις τα σαλατικά, ποδήλατα, φωνογράφους, σπίτια από πεπιεσμένον χάρτην, κινηματογράφους, ηλεκτροσκόπια, προβολείς ηλεκτρικούς! Και τρέχουν όλα αυτά, και όλοι αυτοί με ταχύτητα δαιμόνων, με βοήν χιλίων καταρρακτών του Νιαγάρα!
— Ούρρα Αμέρικα!
— Μα βρε αδελφέ, μα βρε αδελφέ, λέγω ξεγλωσσισμένος προς ένα ερυθρόδερμον, τι κάνετε εδώ; Θα σκάση όλη η Αμερική;
— Δεν ξέρεις τι κάνομεν! μου είπε θαυμάζων ο Ινδός και σείων εν αγανακτήσει το μέγα κέρατον το οποίον του εχρησίμευεν ως πολεμικόν στόλισμα της κεφαλής. Πρόσεξε να μη σ' ακούση κανείς, διότι θα τεθής εις αργίαν δι' απολύσεως, κόρνελ. Κάνομεν διαδήλωσιν και συγχρόνως γενικά γυμνάσια. Δεν βλέπεις ότι εκινητοποιήθησαν όλαι αι δυνάμεις της χώρας;…..
— Πρόσεξε! πρόσεξε!
Παρ' ολίγον να περάση από πάνω μου και να με συντρίψη τεράστιον δολλάριον, το οποίον διήλθε με ταχύτητα ατμομηχανής. Και επί τη διαβάσει του χιλιάδες πίλων ερρίφθησαν εις τον αέρα και βροντώδης ζητωκραυγή εκυλίσθη εις απέραντον μήκος:
— Ούρρα ο στρατάρχης Δόλλαρ!…
Ο Έδισσων! ο Έδισσων! ο στρατηγός Έδισσων!
Έφιππος εις ίππον σιδηρούν, του οποίου οι οφθαλμοί εκπέμπουν ηλεκτρικάς λάμψεις και οι ρώθωνες πυρ, διαβαίνει ο Μόλτκε των Αμερικανών.
— Τι νέα από την Ελλάδα μας, κόρνελ; μ' ερωτά με δημοκρατικήν αφέλειαν. Ο ναύαρχος Σαχτούρης γιατί μας αφήκε ορφανούς; Ο εξάδελφός μου ο Λαμπίκης τι γίνεται; Ο ναύαρχος Λεβίδης;…..
Και χάνεται μέσα εις λαίλαπα και βροντήν ενθουσιασμού.
Εις την Αμερικήν ή εις την Ελλάδα ευρίσκομαι; Επί εβδομάδας τώρα βομβαρδίζεται η Αβάνα και πέφτει ως η Πρέβεζα, αλλά μένει ορθή. Μήπως ο ναύαρχος Κριεζής;…..Ω Θεέ μου, ονειρεύομαι;…..Αλλά πώς μέσα εις τας αγωνιώδεις αυτάς σκέψεις μου έρχεται η ιδέα ότι η Αβάνα ονομάζεται και Χαβάνα διότι…..κόπτει καπνόν;
Ο Χρήστος ο αράπης! Είνε δυνατόν; Μα δεν απέθανε λοιπόν; Ο Χρήστος ο αράπης με ψηλό, με γάντια, με λούσα τζέντλεμαν. Και ανακαγχάζει όταν με ακούη λέγοντα ότι ήλθα να χύσω το αίμα μου υπέρ των αδελφών Κουβαίων.
— Ήρτες για πετσώματα, πες το, μου λέγει.
Κ' εντώ έχει λευτερία κλεφτερία!
Και ξεκαρδίζεται, επαναλαμβάνων με την εύθυμον ηλιθιότητα των αραπάδων:
— Λευτερία κλεφτερία!
Πανικός εις την Νέαν Υόρκην. Ο Ισπανικός στόλος έφθασε. Τι άσχημες που είνε η αραπίνες όταν κλαίουν! Οι Αμερικανοί δεν φωνάζουν πλέον ούρρα, διότι τα τελευταία φείδια έχουν την ουρά.
Μπουμ!… η πρώτη κανονιά, η οποία μ' εξυπνά… Αλλ' όχι, είνε η λάμπα μου η οποία εξερράγη και το πάτωμα φλέγεται. Και ο «κόρνελ» δεν έχει πιστόλι διά να ειδοποιήση τους πυροσβέστας.
(Απρίλιος 1898).

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Είδατε τους Αθηναίους όταν επιστρέφουν από εξοχικήν πανήγυριν ή διασκέδασιν, από την Πεντέλην λ. χ. ή την Καισαριανήν; Το θέαμα είνε αληθώς ωραίον. Τα κάρρα επί των οποίων κάθονται είνε καταστόλιστα από πρασίνους κλάδους, αποτελούντας άλση κινούμενα, από τα οποία προκύπτουν κεφαλαί ευειδείς ή δυσειδείς, κεφαλαί νυμφών ή σιληνών, και φεύγουν ήχοι αυλών και τυμπάνων κρότοι μετά του θριαμβευτικού της τροχηλασίας θορύβου. Καθήμενος εις την πλατείαν του Συντάγματος προ ολίγων ημερών τους παρετήρουν επανερχομένους από την Πεντέλην και ανεπόλουν αρχαίας πανηγύρεις φυσιολατρικάς και μου ήρχετο εις τον νουν έν των χαριεστέρων ποιημάτων του Δ' Αννούντσιο, το οποίον του ενέπνευσαν κλάδοι ανθισμένης αμυγδαλής.
Αλλ' όσον και αν είνε ωραίον το θέαμα δεν εμπνέει εις όλους τας αυτάς σκέψεις. Ο Μαυρογένης, ο οποίος εκάθητο πλησίον μου, εμουρμούριζεν:
— Έπρεπε να είμαι εγώ εξουσία να σας δείξω! να μάθετε να καταστρέφετε τα δάση!
Ο Μαυρογένης είνε τόσον φίλος των δένδρων και πάσης πρασινάδας, ώστε έχει απόφασιν, όταν θα λάβη τα 100 ή 200 εκατομμύρια του θείου του Φραγκίσκου Μοροζίνη του Πελοποννησιακού να τα χρησιμοποιήση προς αναδάσωσιν της χώρας.
Του έκαμα την παρατήρησιν ότι εκ της αποκοπής ολίγων κλάδων ουδόλως κινδυνεύουν τα δάση· εξ εναντίας μάλιστα η μικρά αύτη εγχείρισις τα ωφελεί, όπως το κλάδεμα.
— Εγχείρισις, μου είπε, παραδέχομαι· αλλ' όταν έχης ανάγκην από εγχείρισιν, μαραγκόν θα καλέσης να την εκτελέση ή χειρουργόν;
Δίπλα μας εκάθητο περίεργον γερόντιον, ξηρόν, ως ξυλοκέρατον, με υψηλόν περιλαίμιον και λαιμοδέτην της εποχής του Καποδίστρια, με ιματισμόν μαύρον και ευπρεπή και πίλον υψηλόν, το οποίον είχε κίνησίν τινα νευρικήν εις την σιαγόνα, ως μυρικαστικήν. Εφαίνετο προσέχων μετά πολλού ενδιαφέροντος εις την ομιλίαν μας και τα μικρά του πράσινα μάτια παρουσίαζον ενίοτε ζωηρότητα έκτακτον. Έξαφνα εστράφη προς εμέ και μία ισχνή, υποτρέμουσα και διακοπτομένη φωνή μου είπεν:
— Έχει πολύ δίκιο ο κύριος… αν μου επιτρέπετε να λάβω μέρος εις την ομιλίαν σας. Το ζήτημα των δένδρων είνε σπουδαιότατον· πάσα συγκατάβασις, πάσα επιείκια αποτελεί έγκλημα κατά της ανθρωπότητος, διότι τα δένδρα εγκλείουν την ψυχήν του κόσμου. Τα δένδρα πρέπει να κηρυχθούν ιερά και να νομοθετηθούν δρακόντιοι ποιναί όχι μόνον δι' εκείνους οι οποίοι τα κόπτουν ή τα βλάπτουν, αλλά και δι' εκείνους οίτινες μόνον τα εγγίζουν.
Με τόσην ζέσιν ωμίλει, ώστε το κίτρινον πρόσωπόν του εχρωματίσθη. Έβηξεν ολίγον, επλησίασε το κάθισμά του και εξηκολούθησε:
— Αν ήξευραν οι άνθρωποι την αξίαν των δένδρων και των φυτών, έπρεπε να φυτεύουν παντού, να μην αφήσουν χωράφια, πλατείας, δρόμους, να γίνη ο κόσμος, όπως κατά τους πρώτους αιώνας, δρυμός μέγας. Εδώ εις την Ελλάδα μάλιστα έπρεπεν αι διά τον στρατόν και το ναυτικόν δαπάναι να διατεθούν υπέρ της δενδροφυτείας, να καταρτίσωμεν στρατόν από δενδροκόμους και τους αξιωματικούς να χρησιμοποιήσωμεν διά την επίβλεψιν των δασών και των φυτειών.
Απηύθυνα βλέμμα απορίας προς τον παρακαθήμενον, όστις, όσον δενδρόφιλος και αν είνε, εφαίνετο ότι έκρινεν υπερβολικήν την τόσην δενδροφιλίαν και είπα προς το γερόντιον:
— Αλλά τότε θα ζώμεν, ως θηρία, εντός των δασών…
— Ίσως, αλλά θα ζώμεν ενώ τώρα η ζωή του κόσμου είνε μετρημένη. Το ξέρετε, κύριοι, ότι το τέλος του κόσμου πλησιάζει;
Επροσπαθήσαμεν να δείξωμεν, χωρίς να γελάσωμεν, την κατάπληξιν την οποίαν απαιτεί αποκάλυψις τόσον σοβαρά.
— Το τέλος του κόσμου!
— Ναι, κύριοι, είπεν ο γέρων με τόνον Ιερεμίου, μετά 400 έτη επί του πλανήτου μας δεν θα υπάρχη ζωή!
Έπειτα με κίνημα νευρικόν εξήγαγεν εκ του θυλακίου της ρεδιγκότας του λωρίδα αγγλικής εφημερίδος, εφόρεσε τα ματογυάλια του και είπε:
— Αυτό δεν το είπε κανείς προφήτης ωσάν κ' εκείνους του έτους 1000, δεν το λέγω εγώ, δεν το λέγει το τραπεζάκι των πνευματιστών, ούτε ο άγγελος Γαβριήλ διά της δεσποινίδος Κουεδόν εις το Παρίσι. Το λέγει ο σοβαρώτατος των συγχρόνων επιστημόνων, ο κατέχων σήμερον εις την Αγγλίαν την θέσιν του Δάρβιν, ο Τόμψων, όστις, προς τιμήν της μεγάλης επιστημονικής του αξίας, ανυψώθη εις την αγγλικήν αριστοκρατίαν και τώρα ονομάζεται λόρδος Κέλβιν. Ακούσετε.
Υπό το φως του ηλεκτρικού λαμπτήρος, ήρχισε να διαβάζη και να μας εξηγή συγχρόνως τας προρρήσεις τας οποίας ο Άγγλος σοφός έκαμε προ ημερών εις έν επιστημονικόν συνέδριον.
«Όταν η υδρόγειος σφαίρα ήρχισε ν' αποψύχεται, περιεβάλλετο από ατμόσφαιραν εξ αζώτου και ανθρακικού οξέος. Δεν ευρίσκετο αναμφιβόλως εν αυτή οξυγόνον, ως ελεύθερον στοιχείον, αφού δεν ανεκαλύφθη τοιούτον εις τα κοιλώματα των πρωτογενών βράχων, του γρανίτου επί παραδείγματι. Όλον ή σχεδόν όλον το οξυγόνον της σημερινής ατμοσφαίρας παρήχθη υπό του φυτικού κόσμου, όστις, υπό την επίδρασιν του ηλίου, έχει την δύναμιν να εξάγη το οξυγόνον εκ του ύδατος και του ανθρακικού οξέος. Ίσως την πρώτην ποσότητα του οξυγόνου επρομήθευσαν εις την ατμόσφαιραν φυτά οποία η κομφέρδα, ήτις ανθεί υπό τα εντονώτερα καύματα. Το βέβαιον είνε ότι κατ' αυτόν τον τρόπον τα φυτά και τα δένδρα εξηκολούθησαν να παρασκευάζουν τον αέρα διά την αναπνοήν των ζωικών ειδών και συγχρόνως αφήρουν και απεθήκευον τον άνθρακα υπό μορφήν ξύλου και φυλλώματος. Είνε γνωστόν ότι πάσα καύσις καταναλίσκει οξυγόνον και πάσα βλάστησις το αυξάνει. Υπολογίζεται δε ότι η ατμόσφαιρα ημών περιέχει 1,020 εκατομμύρια εκατομμυρίων τόννους οξυγόνου· αλλ' επειδή η μεν βλάστησις ελαττούται, η δε καύσις αυξάνει, ο λόρδος Κέλβιν υπολογίζει ότι μετά 400 έτη το εν τη γηίνη ατμοσφαίρα οξυγόνον θα έχη εξαντληθή, αντικαθιστώμενον υπό ανθρακικού οξέος. Επομένως θα επέλθη και το τέλος της ζωής επί του πλανήτου μας εξ ασφυξίας».
— Βλέπετε, λοιπόν, εξηκολούθησεν ο γέρων, θέτων μετά προσοχής εις το θυλάκιόν του την εφημερίδα, ότι το πράγμα δεν είνε αστείον. Με ασφυξίαν, κύριοι θα πάμε, με ασφυξίαν. Και διά να εννοήσετε πόσον είνε φοβερόν αυτό έπρεπε να πάσχετε, όπως εγώ, από άσθμα. Δεν δύναται κανείς, όσον και αν είνε άπιστος, ν' ακούη απαθώς να τον βεβαιώνουν με τοιαύτα επιχειρήματα περί του προσεχούς τέλους του κόσμου.
Μετά την πρώτην συγκίνησιν ετόλμησα να παρατηρήσω προς τον γέροντα:
— Αφού θα γίνη μετά τεσσάρας αιώνας, τι μας μέλει; Ας φροντίσουν εκείνοι που θα ζουν τότε. Μήπως εμείς θα ζούμε έως τότε;
Ο γέρων ανετινάχθη και με ητένισε με βλέμμα οργίλης εκπλήξεως:
— Δεν το γνωρίζομεν αυτό, δεν το γνωρίζομεν… Η επιστήμη έχει κάμει τόσας ανακαλύψεις, έχει κατορθώσει τόσα, τα οποία προ ολίγων ακόμη ετών θα εθεωρούντο αδύνατα και ανέλπιστα, ώστε τίποτε σήμερον πλέον να μη φαίνεται αδύνατον.
— Ώστε δεν αποκλείετε την ελπίδα να ζήσετε άλλα 400 έτη ακόμη; τον ηρώτησεν ο Μαυρογένης.
— Δεν προεξοφλώ τίποτε, αφού όλα είνε δυνατά.
— Πόσων ετών είσθε, αν επιτρέπετε; του είπα.
— Άνω των εκατόν.
— Αυτός, μωρέ φίλε μου, είνε ο Κουτεντές του παραμυθιού, μου εψιθύρισεν ο Μαυρογένης.
Ο γέρων εξηκολούθησεν, όλως προσέχων εις την ιδέαν του:
— Έπειτα και αν ημείς δεν θα ζώμεν έως τότε, δεν θα ζουν οι απόγονοί μας; Και δεν έχομεν καθήκον να φροντίσωμεν δι' αυτούς; Λοιπόν δένδρα και πάλιν δένδρα να φυτεύωμεν και όχι μόνον να μη κόπτωμεν τα υπάρχοντα, αλλά να κόπτωμεν κάθε χέρι που τα βλάπτει. Διότι αν αφήσωμεν τα πράγματα να πηγαίνουν όπως πηγαίνουν, το τέλος του κόσμου θ' αρχίση από την Ελλάδα.
Έπειτα, αφού επ' ολίγον εσιώπησεν, είπε με την μεγαλειτέραν σοβαρότητα:
— Μετά τετρακόσια χρόνια τα λέμε!
Είχεν ομιλήσει πολύ και με την τελευταίαν φράσιν του ήλθε παροξυσμός του άσθματος τόσον σφοδρός, ώστε εφοβήθημεν ότι θα ετελείωνε. Αλλά δεν τον επανίδαμεν από την εσπέραν εκείνην και πολύ φοβούμαι ότι αυτός όστις εφοβείτο μήπως αποθάνη μετά 400 έτη από έλλειψιν οξυγόνου, απέθανε την νύκτα εκείνην εξ ασθματικής ασφυξίας.
(Μάιος 1898)

ΛΑΪΚΑ ΘΕΑΜΑΤΑ

Ο προ διετίας πλημμυρήσας Ιλισσός μετετόπισε, μετά της κοίτης του, και τα κέντρα των λαϊκών τέρψεων του θέρους. Εκεί όπου επί δεκάδας ετών εσείετο η γη, κατά τας θερινάς νύκτας, υπό τας εκρήξεις της ευθυμίας του πλήθους, υπό τους ήχους των χαλκίνων οργάνων και τους κρότους των ράβδων, εφέτος επικρατεί σκότος και ερημία επί εδάφους παραμορφωθέντος, αγνωρίστου. Αντί της άλλοτε ζωηράς κινήσεως εις την κατάφωτον λεωφόρον Όλγας, την οποίαν επλήρουν αι κραυγαί των μικροπωλητών, τώρα κατά την νύκτα σπανίως συναντάς κανένα περιπατητήν, ρομαντικόν της παρελθούσης γενεάς, ότε τα «έξοχα τα πνεύματα» εζήτουν την ερημίαν αντί των αγυιοπαίδων, οίτινες, σκαρφαλωμένοι εις τα δένδρα, απετέλουν συμπλέγματα γραφικά, διαπιστούντα την γνώμην ότι καταγόμεθα από τετράχειρας, τώρα επί των σκυθρωπών πλατάνων, διανυκτερεύει ο βύας και η κραυγή του διαχύνεται εις την ερημίαν, ως θλιβερά απήχησις της φωνής του Καλίτση.
Αφηρημένος προχθές διευθύνθην προς τα εκεί· και επερίμενα ν' ακούσω την αγριωπήν κραυγήν:
— «Φόρα! Φόρα!» κραυγήν περιέχουσαν όλην την αγρίαν λύσσαν, ήτις εστοίχισεν άλλοτε εις το κράτος 60,000 δρ. διά την αρπαγείσαν γυναίκα του ιπποδρομίου Φουρνιέ. Και επερίμενα να ίδω διά μέσου των κιγκλίδων την ημίγυμνον «μπαρμπουνάραν», δαιμονίζουσαν το κοινόν των κουτσάβων και των αφελών διά των ακκισμών και των μειδιαμάτων και άδουσαν διά βραγχνής φωνής και υπό βροχήν ανθοδεσμών, συριζουσών γύρω της ως βλήματα και διευθυνομένων ιδίως προς το κρεωπωλείον του στήθους της, ενώ εν χορώ οι θαυμασταί επανελάμβανον την επωδόν του άσματος:
Α! α! α! α! α! α!
Αλλ' η σιγή η απόλυτος μ' εξήγαγεν εκ της αφαιρέσεώς μου, ως αφυπνίζει τον κοιμώμενον επιβάτην η στάσις του σιδηροδρόμου. Και η κοιλάς του Ιλισσού μου έκαμεν εντύπωσιν του μαγευμένου δάσους των παραμυθιών, εις το οποίον, αντί της «βασιλοπούλας» εκοιμάτο η φαινομηρίς και γυμνόλαιμος «μπαρμπουνάρα» των λαϊκών θεάτρων.
Αλλ' ο γνωστός ήχος ιπποδρομικού εμβατηρίου έστρεψε την προσοχήν μου και το βήμα μου προς την Πύλην του Αδριανού, όπου αι επελθούσαι μεταβολαί μετέθεσαν το λαϊκόν θέατρον. Εκεί εις μίαν μάνδραν ευρύχωρον εύρον τον κοσμάκην παραδεδομένον εις τας προσφιλείς του τέρψεις και χειροκροτούντα τον εαυτόν του. Διότι εκείνος ο επί της σκηνής στρατιώτης και μάλιστα ο υποδεκανεύς, όστις έρχεται μετ' ολίγον, είνε γνήσιοι τύποι των ελληνικών στρατώνων, εξ εκείνων οίτινες διά της καντάδας εξάγουν από τα μαγειρεία τα δουλικά και τους κεφτέδες. Ο στρατιώτης Πασχάλης συνεννοείται με την ερωμένην του πότε θα γίνη ο γάμος των· αλλ' αύτη πριν ή ορίση την ημέραν του γάμου, διατυπόνει τας αξιώσεις της. Δεν θέλει μεγάλα και αδύνατα πράγματα· μόνο ένα δακτυλιδάκι με μια μικρά μικρά πέτρα, σαν…. στραγάλι. — Γελά ή δεν γελά το κοινόν, το οποίον γνωρίζει από αδάμαντας;
— Και πόσο κάνει αυτό το δακτυλιδάκι;
— Μόνο πεντακόσες δραχμές, Πασχαλάκη μου.
— Πεντακόσες δραχμές! Πάει να πη ότι ο γάμος θα γίνη μετά 500 χρόνια, διότι μόνο μετά 500 χρόνια θα μπορέσω να κάμω 500 δραχμές.
Αλλ' επί τέλους τα συμφωνούν. Απερχόμενος δε ο Πασχαλάκης, συναντάται (με το απαραίτητον τρακάρισμα), με τον υποδεκανέα, όστις ξεκαρδίζεται εις τα γέλια, ακούσας τα περί γάμου σχέδια του στρατιώτου. Και μετά διάλογον ικανώς κωμικόν διευθύνεται προς την θύραν της Λεβρέτας — ως ονομάζεται η ερωμένη, ίσως διά τα κυνικά αισθήματα, τα οποία βραδύτερον αποκαλύπτει.
— Δεν μου λες τι θέλεις αυτού; ερωτά ο στρατιώτης με εύλογον απορίαν.
— Τι θέλω;… την ερωμένην μου, η οποία κατοικεί εδώ.
Ο στρατιώτης εξαγριούται και αποπειράται να ξιφουλκήση, αλλά το ξίφος είνε κολλημένον γερά εις την θήκην του. Και, μετά ματαίας αποπείρας, παρακαλεί τον αντίπαλον να τον βοηθήση.
— Τι θέλεις τώρα; του λέγει ο υποδεκανεύς, αφού τον συνέδραμε να ξιφουλκήση. Να σε γεμίσω γιακάδες;
Αλλά ο Πασχαλάκης, πριν ή αφήση αχαλίνωτον την οργήν του, θέλει να βεβαιωθή περί της απιστίας. Και κρυμμένος παρίσταται εις συνέντευξιν της Λεβρέτας μετά του υποδεκανέως, όστις με την προσήκουσαν αγανάκτησιν την ερωτά αν είνε αληθές ότι πανδρεύεται με κάποιον Πασχαλάκην, «που τον έχομεν στο λόχο και καθαρίζει την… Καλλιόπη».
— Τον Πασχαλάκη! απαντά η φιλάρεσκος. Εκείνη την αρκούδα! Χα! χα! χα!
Αλλά τα αυτά επαναλαμβάνει και μετ' ολίγον εις τον Πασχαλάκην, ακροωμένου εκ της κρύπτης του υποδεκανέως:
— Τον…! εκείνο το λούστρο!
Και όταν μένουν οι δύο, ο Πασχαλάκης με κωμικωτάτην κίνησιν προτείνει τον πόδα προς τον αντεραστήν:
— Παιδί, έχεις βερνίκι;
Και ούτω καθ' εξής. Η κωμωδία, φαίνεται, είνε ξένη φάρσα, αλλ' οι λαϊκοί υποκριταί κατορθώνουν να της δίδουν τέλειον χρωματισμόν ελληνικόν και να την αρτύουν δι' αφθόνου χονδροκομμένου άλατος.
Και ο πλατύς γέλως του λαού εκχύνεται ελεύθερος, ειλικρινής, ανακουφιστικός από τας ανίας και τους μόχθους της ημέρας.
Έπειτα μία Ιταλίς ετραγούδησε μετά νεαρού συμπατριώτου της και αι ανθοδέσμαι εξετοξεύοντο τόσον προς αυτήν, όσον και προς αυτόν. Κατόπιν ελληνικά άσματα, έπειτα χοροί και γυροβολισμοί ιλιγγιώδεις και επίδειξις ασπρορρούχων, προκαλούντων χειροκροτήματα…. ίσως διά την καθαριότητά των.
Ελησμόνησα να σημειώσω ότι ο στρατιώτης Πασχαλάκης εφόρει ξίφος μακρόν και μανδύαν ταγματάρχου, ίσως εξ εκείνων οίτινες εσπάρησαν υπό τινων αξιωματικών μας εις την Θεσσαλίαν. Αληθώς τοιούτος πόλεμος δεν ηδύνατο ή να παράσχη οπωσδήποτε ύλην εις κωμικόν θέατρον και τοιούτον θέατρον.
(Μάιος 1898).

ΝΟΣΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΟΣΗΜΑ

Εις μίαν επαρχιακήν πόλιν εγνώρισα κάποιον μεσίτην ελαφρόμυαλον, ο οποίος κατώρθωσε διά της εργασίας του να κάμη περιουσίαν. Τον άνθρωπον τούτον ήκουσα μίαν ημέραν να λέγη: «Εν όσω ήμουν φτωχός, ο κόσμος έλεγεν: «Ο Σπύρος είνε τρελλός. — Τώρα που έκαμα περιουσίαν, ο κόσμος λέγει: — Ο κυρ Σπύρος είνε νευρικός».
Τους λόγους τούτους του κυρ Σπύρου ενθυμούμαι οσάκις βλέπω πουθενά ή ακούω να γίνεται λόγος περί κλεπτομανίας. Όταν κλέψη πτωχός, είνε κλέπτης· όταν κλέψη πλούσιος, πάσχει από κλεπτομανίαν.
Πολύ δύσκολα η νέα εγκληματολογία θα δυνηθή να πείση την κοινήν πείραν, ότι υπάρχουν και κλέπται οι οποίοι δεν είνε κλέπται, οι οποίοι κλέπτουν χωρίς να το θέλουν, από παρόρμησιν νοσηράν, ανωτέραν της βουλήσεως και της σκέψεώς των και ότι πρέπει να κρίνωνται ως ακαταλόγιστοι. Οι μόνοι κλέπται οι άξιοι να θεωρηθούν ανεύθυνοι είνε οι κλέπτοντες ένα ψωμί διά να μη αποθάνωσι της πείνης, ή οι αρπάζοντες ένδυμα ή σκέπασμα διά να μη κοκκαλιάσουν από το ψύχος.
Οι λοιποί είνε κλέπται, κλέπται κατά την κοινοτέραν της λέξεως σημασίαν, και τοσούτο μάλλον κλέπται όσο δεν έχουν απόλυτον ανάγκην του κλεπτομένου αντικειμένου. Δεν πρόκειται περί παθολογικής διαστροφής της ψυχής, αλλά περί υπερτροφίας του ενστίκτου της αρπαγής, το οποίον δεν κατεπολέμησε καταλλήλως η ανατροφή.
Οι άνθρωποι ούτοι υπ' αυτήν την έποψιν ευρίσκονται ακόμη εις ην κατάστασιν τα νήπια, τα οποία εκτείνουν επί πάντα χείρα αρπακτικήν. Όλα δικά μου. Το ζωικόν ένστικτον κυριαρχεί εν αυτοίς. Διατί η κάρια, το γνωστόν πτηνόν εις την Θεσσαλίαν, αρπάζει και συσσωρεύει εις την φωλεάν του παντοία πράγματα, τα οποία δεν της χρησιμεύουν, σαπούνια, κτένια, υφάσματα, νήματα;
Αλλ' οι ημέτεροι κλεπτομανείς δεν είνε δα και τόσον ολίγον εκλεκτικοί. Εις το καφενείον Ζαχαράτου είνε γνωστός ένας κύριος αρκετά εύπορος, όστις δεν αφήνει σχεδόν να περάση ημέρα χωρίς να κλέψη ένα τσουρέκι. Και είνε πολυμήχανος εις στρατηγήματα. Το συνηθέστερον όμως στρατήγημά του είνε το εξής· κρατών εφημερίδα, ην προσποιείται ότι αναγινώσκει, πλησιάζει εις το μέρος όπου είνε σωρευμένα τα τσουρέκια. Και θέτων επ' αυτών την εφημερίδα, διά να την απλώση δήθεν, σύρει υπό την σκέπην αυτής ένα τσουρέκι, έπειτα δε αποσυρόμενος εις μίαν γωνίαν το ενθυλακώνει, υπό τον προστατευτικόν πάντοτε πέπλον της εφημερίδος. Τούτο επαναλαμβάνεται εις όλα τα ζαχαροπλαστεία τα περί την πλατείαν του Συντάγματος, συχνά δε ενσκήπτει και εις τα εμπορικά της οδού Ερμού ο λυμεών ούτος. Εάν ήτο πτωχός πεινών, θα κατεδιώκετο με τα κοντόξυλα, θα παρεδίδετο εις την αστυνομίαν και θα εχαρακτηρίζετο ίσως εις τας εφημερίδας ως «διαβόητος λωποδύτης». Αλλ' επειδή είνε καλής τάξεως, είνε κλεπτομανής· πάσχει ο ταλαίπωρος άνθρωπος!
Είχα ακούσει άλλοτε διαφόρους τοιούτους μικροάθλους μιας κυρίας καλής τάξεως. Και προχθές ετοιμαζόμενος να γράψω το άρθρον μου, ηρώτησα ένα γνώριμόν της:
— Τι γίνεται η κυρία τάδε; Εξακολουθεί η κλεπτομανία;
— Όχι, εθεραπεύθη.
— Πώς;
— Επήρε μίαν κληρονομίαν.
Αλλά λέγουν ότι μεταξύ της Αγγλικής αριστοκρατίας υπάρχουν κυρίαι και κύριοι πλουσιώτατοι, περί ων η αστυνομία έχει ειδοποιήσει τους εμπόρους ότι πάσχουν από κλεπτομανίαν και πληρόνει τα κλεπτόμενα είδη εν συνεννοήσει μετά των συγγενών των, διά να μη γίνωνται σκάνδαλα. Τούτο όμως δεν αποδεικνύει παρά μόνον ότι και μεταξύ της αγγλικής αριστοκρατίας, όπως και μεταξύ του όχλου, υπάρχουν άτομα των οποίων η εξέλιξις δεν απεμακρύνθη πολύ από τον κοινόν πρόγονον, τον τετράχειρα Αδάμ του Δαρβίνου. Τούτο άλλως τε απεκάλυψαν επανειλημμέναι δίκαι σκανδαλώδεις, παρουσιάσασαι το κράτος των χυδαιοτάτων ενστίκτων είς τινα των μελών της τάξεως εκείνης.
Εφ' όσον η απεριόριστος πλεονεξία δεν θεωρείται νοσηρά κατάστασις, ούτε δύναται να θεωρηθή, αφού αποτελεί την σφραγίδα του χαρακτήρος και της ενεργείας των περισσοτέρων ανθρώπων, ουδεμία περίπτωσις κλοπής δύναται να θεωρηθή ως αποτέλεσμα ανωμάλου ψυχικής καταστάσεως. Ο κλέπτης κλέπτει και χωρίς ανάγκην, όπως ο φιλάργυρος θησαυρίζει υπέρ τας ανάγκας του, όπως ο πλούσιος πλεονέκτης δεν περιφρονεί και το ασήμαντον κέρδος.
(Νοέμβριος 1896).

Ιωάννης Κονδυλάκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ιωάννης Κονδυλάκης
Γενικές πληροφορίες
ΓέννησηΔεκεμβρίου 1862[1]
Άνω Βιάννος Ηρακλείου
Θάνατος25  Ιουλίου 1920[2]
Ηράκλειο
ΕθνικότηταΈλληνες
ΥπηκοότηταΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςελληνική γλώσσα[1]
ΣπουδέςΒαρβάκειος Σχολή
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταδημοσιογράφος
συγγραφέας
ΕργοδότηςΆστυ
Σκριπ
Εστία
Εφημερίς
Ο Ιωάννης Κονδυλάκης (186125 Ιουλίου 1920[3]) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, διηγηματογράφος, δημοσιογράφος και χρονογράφος.

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στη Βιάννο της Κρήτης το 1861. Είχε έναν αδελφό, τον Χαράλαμπο Κονδυλάκη, δάσκαλο στο επάγγελμα. Η Κρητική Επανάσταση του 1866 οδήγησε την οικογένειά του να εγκατασταθεί στον Πειραιά για μια τριετία καί να συνεχίσει εκεί τις γυμνασιακές του σπουδές. Κατόπιν επανήλθε στην Κρήτη. Το δημοτικό σχολείο το τελείωσε στο χωριό του, ενώ τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στα Χανιά.
Το 1877 ο Κονδυλάκης άφησε τα γυμνασιακά θρανία για να πάρει μέρος στις επαναστατικές κινήσεις που γίνονταν στη Μεγαλόνησο. Την περίοδο 1879-1881 δούλεψε στα Χανιά και στη Σητεία ως δικαστικός υπάλληλος.
Το 1884 σε ηλικία 23 χρόνων «μυστακοφόρος καί σοβαρός» όπως έλεγε θυμοσοφικά κάπου ό ίδιος, αποφοίτησε από τη Βαρβάκειο Σχολή Αθηνών. Την ίδια χρονιά πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με το διήγημα «Η Κρήσσα ορφανή» που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Εστία». Φοίτησε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς να πάρει πτυχίο, ενώ έγραφε στην «Εφημερίδα» του Δημητρίου Κορομηλά. Από το 1885 υπηρέτησε ως δάσκαλος στην Κρήτη (Μώδι Χανίων), θέση την οποία γρήγορα εγκατέλειψε για να ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία. Συνεργαζόταν με την εφημερίδα «Άμυνα» των Χανίων, ενώ το 1889 για σύντομο χρονικό διάστημα εξέδιδε και δική του εφημερίδα, τη «Νέα Εβδομάδα». Αλλά η αρθρογραφία του ενόχλησε τις τουρκικές αρχές που τον εκτόπισαν.
Εγκαταστάθηκε τότε (1889) οριστικά στην Αθήνα, όπου και πάλι ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και συνεργάστηκε με τις εφημερίδες ΆστυΣκριπ και Εστία. Αρχικά χρησιμοποιούσε πολλά ψευδώνυμα (όπως Κονδυλοφόρος,Δόν Κανάγιας καί Jean Sans Terre ή στα ελληνικά Ιωάννης Ακτήμαν, αλλά στη πορεία κράτησε το «Διαβάτης» ενώ τα δύο τελευταία τα έκανε για να υποδηλώσει την φτώχεια του από την οποία πάντα υπέφερε. Τα ψευδωνυμά του είναι χαρακτηριστικά για τον αυτοσαρκασμό καί για το χιούμορ τους. Για είκοσι χρόνια έγραφε το καθημερινό χρονογράφημα της εφημερίδας Εμπρός. Τα χρονογραφήματά του (έγραψε συνολικά περισσότερα από 6.000) διακρίνονται για το κομψό προσωπικό ύφος τους, το χιούμορ και την οξύτητα της παρατήρησης[4].
Ως λογοτέχνης παρουσιάζεται αρχικά με ηθογραφικά διηγήματα, για να φτάσει σε ένα αξιόλογο μυθιστόρημα, τον Πατούχα, που αν και παραμένει μέσα σε πλαίσια ηθογραφικά, προχωρεί σε βάθος ψυχολογικό και δυνατή διαγραφή χαρακτήρων.Συγκεκκριμένα παρουσιάζει την ψυχολογία του αγνού ορεσίβιου κρητικού βοσκού του οποίου το αφυπνισμένο ερωτικό ένστικτο είναι το μόνο που θα μπορέσει να τον συνδέσει με την ανθρώπινη ομάδα.Σύμφωνα με δική του μαρτυρία, τον «Πατούχα» τον έγραψε στα διαλείμματα των συνεδριάσεων της Βουλής για την «Εφημερίδα» του Κορομηλά. Έγραφε στην καθαρεύουσα. Ήταν ένας εκ των ιδρυτών και πρώτος πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ. Εκτός των άλλων, έχει χαρακτηριστεί και ως ο «Πατέρας του χρονογραφήματος».[5]
Το 1918 ξαναπήγε στην Κρήτη. Τότε έκανε και μια στροφή: σταμάτησε να γράφει στην καθαρεύουσα και υιοθέτησε τη δημοτική. Ταξίδεψε και στην Αλεξάνδρεια. Τις εντυπώσεις του από το ταξίδι αυτό τις αφηγήθηκε σε σειρά άρθρων στην κρητική εφημερίδα «Νέα Εφημερίδα» που εκδιδόταν στο Ηράκλειο, με τίτλο «Μια περιπέτεια από Χανίων εις Αλεξάνδρειαν». Πήγε εκεί, προσκαλεσμένος από κάποιον βαμβακέμπορο, ο οποίος ήθελε να εκδώσει εφημερίδα και να του αναθέσει την διεύθυνσή της. Αλλά, επικαλούμενος οικονομικά προβλήματα, ο βαμβακέμπορος υπαναχώρησε.
Το 1920 προσβλήθηκε από ημιπληγία. Πέθανε στο Πανάνειο Νοσοκομείο του Ηρακλείου στις 25 Ιουλίου 1920. Ήταν 59 ετών.

Μια αποτίμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο έργο του Κονδυλάκη υπάρχουν πλήθος ιστορικές απηχήσεις από τις ποικίλες και δραματικές ιστορικές τύχες της Κρήτης εκείνα τα χρόνια, ιδιαίτερα την περίοδο από το 1866 έως και το 1898, όπως καί ειδήσεις για την κοινωνική,την πολιτική καί την πολιτιστική ζωή του νησιού πολύτιμες για το ψυχογράφημα του κρητικού. Η γλώσσα που χρησημοποίησε στα έργα του ο Κονδυλάκης ήταν απλή καθαρεύουσα διανθισμένη με το χιούμορ που πάντα συνόδευε τον συγγραφέα και κάνει ακόμη και σήμερα ευχάριστη την ανάγνωση των έργων του.Ο Παλαμάς για τον Κονδυλάκη:
«Ο Κονδυλάκης εμόρφωσε το χρονογράφημα με όλην την πρωτοτυπίαν και την ευρυθμίαν του ταλάντου του. Χωρίς έντασιν και μεγαληγορίαν, και λυρικήν ή ρητορικήν ευγλωττίαν, και διακόσμησιν της φράσεως και σπανιότητα της λέξεως, ησύχως, οιονεί απλάστως, με κοινά και καθιερωμένα ονόματα και σχήματα της δημοσιογραφικής καθαρευούσης αυτοσχεδιάζων αφροντίστως, ως εφαίνετο, εις τα τραπέζια, συχνά πυκνά, των καφενείων τα χρονογραφήματά του τα διέπλαττεν εν τούτοις εν ταυτώ εις κοινωνιολογικά αρθρίδια, εις ψυχαγωγικάς διηγήσεις, εις κριτικάς γνωμοδοτήσεις, εις ευτραπέλους ιστορίας, εις γραμμάς, απαραιτήτους πλέον καθισταμένας δια το πολύ των αναγνωστών φύλλον, οποίον το 'Εμπρός', μέσα εις τας οποίας το χιούμορ και η παρατήρησις, το παίγνιον και η σοβαρότης συνεπλέκοντο δυσδιακρίτως, αλλά διά τούτο και καθίσταντο ευάρεστοι και επιζήτητοι».
Για τον Κώστα Στεργιόπουλο, η πεζογραφία του Κονδυλάκη είναι ένας σταθμός απ' όπου, περνώντας η ηθογραφία μας μετεξελίσσεται σε ψυχογραφία, κάτι που φαίνεται και στον «Πατούχα» και στην «Πρώτη αγάπη», η έκταση των οποίων του επιτρέπει να αναπτύξει καλύτερα τις ψυχογραφικές και ψυχολογικές του ικανότητες, εισάγοντας και στοιχεία φροϋδικά, πριν ακόμη γίνει γνωστή η θεωρία του Φρόυντ.
Το 1987 δημοσιεύτηκε από τον Θ. Δετοράκη μια σειρά άρθρων του Ιωάννη Κονδυλάκη (τέσσερα τον αριθμό), στα οποία ο Κρητικός λογοτέχνης υποστήριζε την άποψη πως η προέλευση της χαρακτηριστικής κρητικής βράκας ανάγεται από τους Σαρακηνούς.[6]

Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Διηγήματα (1884)
  • Ή Κρήσσα ορφανή διήγημα (1884)
  • Ο Πατούχας κρητική ηθογραφία της κρητικής επαναστάσεως (1892)
  • Οι Άθλιοι των Αθηνών (1895)
  • Όταν ήμουν δάσκαλος και άλλα διηγήματα κρητική ηθογραφία της κρητικής επαναστάσεως (1916)
  • Ενώ διέβαινα (1916) (χρονογραφήματα)
  • Ή Πρώτη αγάπη (1919) διήγημα κρητική ηθογραφία της κρητικής επαναστάσεως
(αφήγημα με ψυχαναλυτικό χαρακτήρα, πρωτοποριακό έργο αφού γράφτηκε προτού γίνουν γνωστές στην Ελλάδα οί φρουδικές θεωρίες, το μόνο έργο του στη δημοτική γλώσσα)
  • Το '62. Κάτω ο τύραννος (κυκλοφόρησε σε δύο τόμους το 1962, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες στην εφημερίδα «Σκριπ»
από τον Οκτώβριο του 1895 έως τον Ιούνιο του 1896)

Μελέτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Συμπλήρωμα στο Σ. Ζαμπέλιου - Κ. Κριτοβουλίδου «Ιστορία των Επαναστάσεων της Κρήτης» (1893)

Μεταφράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετέφρασε όλα τα ευρεθέντα στην εποχή του έργα του Λουκιανού καθώς και ορισμένα γαλλικά μυθιστορήματα των
  • Μαρσέλ Προυστ (ηδονές και ημέρες,Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο),
  • Φλωμπέρ (Μαντάμ μποβαρύ,Σαλαμπό,Ό πειρασμός του Αγίου Αντωνίου καί τόμο τριών διηγημάτων:Μια απλή καρδιά, Ο θρύλος του Αγίου Ιουλιανού του Φιλοξενητή, Ηρωδιάς),
  • Μπαλζάκ (Κρόμγουελ,Ανθρώπινη κωμωδία)
  • Μπωντλαίρ (Σάλονς, H Φανφαρλό, Κρασί καί χασίς, Ρομαντική τέχνη, Τα άνθη του κακού,Τεχνητοί παράδεισοι, H μελαγχολία του Παρισιού, Ό ζωγράφος της σύγχρονης ζωής, Το έργο και η ζωή του Ευγένιου Ντελακρουά, Η καρδιά μου ξεγυμνωμένη, Απόκρυφα ημερολόγια και αισθητικά παράδοξα) καί
  • Μολιέρου (Ο ιπτάμενος γιατρός, Η ζήλια του μουντζούρη, Ασυλλόγιστος, Ο ερωτευμένος γιατρός, Οι γελοίες κομψευόμενες, Σγαναρέλος ή ο κατά φαντασίαν κερατάς, Το σχολείο των συζύγων, Οι εκνευριστικοί, Το σχολείο των γυναικών, Η κριτική του σχολείου των γυναικών, Ο αυτοσχεδιασμός των Βερσαλλιών, Γάμος με το στανιό, Ταρτούφος ή απατεώνας, Η πριγκίπισσα της ελίδας, Δόν Ζουάν ή το πέτρινο φαγοπότι, Ο μισάνθρωπος, Ό Έλληνας γιατρός, Μελικέρτη, Γιατρός με το στανιό, Ο Σικελός ή ο έρωτας ζωγράφος, Αμφιτρύωνας, Ζώρζ Νταντέν ή ο αμήχανος σύζυγος, Ο φιλάργυρος, Ο κύριος Ντε Πουρσονιάκ, Ο αρχοντοχωριάτης, Οι υπέροχοι εραστές, Ψυχή, Οι κατεργαριές του Σκαπίνου, Οι ψευδοδιανοούμενες, Ο κατά φαντασίαν ασθενής καί Η κόμισσα του Ντεσκαρμπάγκνας).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου