Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

Η Μπουγάδα. Άγγελου Κεκεμπάνου.

Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016


Η Μπουγάδα. Άγγελου Κεκεμπάνου.

Τούτη η ιστορία που θα πούμε σήμερα είναι πολύ παλιά.
Είναι από τότε που ούτε το ξενοδοχείο Απόλλων ήτανε, ούτε το μπαρ Κοχύλι, αλλά κάτου  από το γιοφύρι κύλαγε ένα ολοκάθαρο νεράκι και γελαστό γελαστό συναντιούτανε με την αμμουδιά που κάτασπρη απλωνότανε μπροστά του.
Κειδά στον τόπο της συνάντησης οι νυκοτσιράδες της περιοχής είχαν κατασκευάσει με τα χέρια τους μια λακουβίτσα, την είχαν στρώσει με βοτσαλάκια και με το νερό που συγκεντρωνότανε κειδά μέσα κάνανε την μπουγάδα τους, όπως εκείνη την ημέρα που σειρά είχανε η κυρά Κούλα, η Σοφία η Κοψιστιόμετα και η Σοφίτσα η μπεγλέρενα από τον πάνου δρόμο.

Τούτη ερχότανε πάντα μαζί με την μάνα της την γριά Κουλιδέσα γνωστή σαν την πρώτη διάστρα όταν βάζανε πανί της κρεβατίνας.
Φέρνανε πάντα μαζί τους και το μύλο του καφέ ώστε να έχουνε φρεσκοκομμένο καφεδάκι που θα ψήνανε στην χόβολη,μισό καρβουδισμένο ρεβίθι για να φτουρίσει, και μισό αληθινό καφέ.
Σηκωθήκανε που λέτε σούνταχα, φόρτωσαν στα παιδιά τους - που τότε ήταν υπάκουα- την σιδεροστιά, το καζάνι για το ζέσταμα του νερού τις ξύλινες σκάφες με τις πέτρινες πλύστρες και το γάλικα της μπουγάδας.
Φωτό Σούλα Μαρίνου

Σαπούνι και λουλάκι αγορασμένα από την Μαρίκα την Καραβολίνα , και πριν βγει ο ήλιος είχανε ζεστάνει το νερό με φωτιά από τα ξυλαράκια που είχανε μαζέψει γύρω τριγύρω και είχανε αρχίσει το πλύσιμο των ρούχων.
Ρίχνανε ούλες μαζί τα ασπρόρουχα στο γάλικα, πάντες του κρεβατιού, ολοκέντητες, τραπεζομάντηλα και μαξιλάρια της σκόλης, μονά διπλά, και ακόμα εσώρουχα άσπρα του φορεμού, από την προίκα τους, που τα είχανε για τις καλές ώρες.
Στοιβαχτίκανε όλα τούτα στον γάλικα σειρά σειρά, απλώσανε από πάνου ένα πιο παλιό και πιο γερό άσπρο ρούχο, το σταχτόπανο, απλώσανε τη στάχτη για να γίνει η αλυσίβα , σκορπίσανε ανάμεσαλεμονόφυλλα για να μοσκομυρίσουνε και αρχίσανε να ρίχνουνε ζεστό νερό με την Καρύκα για να λευκανθούνε.
Στο μεταξύ απλώσανε τα σκούρα στις καναπίτσες για να στεγνώσουνε, διαλύσανε το λουλάκι να είναι έτοιμο για το ξέβγαλμα και ως τότε ψήσαν τον καφέ , τον μοιράσανε στα πήλινα φλυτσάνια για να τον πιούνε , φέρανε και ένα αιγινίτικο σταμνάκι νερό από την βρύση κάτου από την Ανεμώνη για να ξεδιψάσουνε, και ξένοιαστες περιμένανε λίγο ακόμη να λευκανθούνε με την αλυσίβα τα ρούχα στο γάλικα και να τα λουλακιάσουνε, και καλά ήταν για σήμερα.
Τότε ακούστηκε η φωνή της μπεγλέρενας τρομαγμένη.
Τι έκανε βρε στρίγκλικο?
Σπαζοχολιάσανε οι γυναίκες και μείνανε με το φλυτζάνι μισοάδειο.
Τι είχε γίνει?
 Ο μικρός της κυρά Κούλας είχε σηκώσει το μπατζάκι του, είχε βγάλει όξω το πουλί του και τσουπ, είχε μολάρει ούλη του την κατρούλα μέσα στο καθαρό νερό που είχαν συγκεντρώσει για το ξέβγαλμα.
Συγχιστήκανε οι γυναίκες, είπε η κυρά Κούλα, να δεις βρε γοργόνι που θα τα πω ούλα στον πατέρα σου!.
Μετά κάνανε άνοιγμα της λακουβίτσας να βγει το κατουρημένο νερό και φτου από την αρχή, μαζέψανε καινούργιο  που καμαρωτό καμαρωτό ερχόταν από την ρεματιά, ξεβγάλανε, λουλακιάσανε και φχαριστημένες με τον ήλιο ψηλά πια, πήρανε το δρόμο για τα σπίτια τουςκουβαλώντας στους ώμους και τα συμπράγαλα τους.
Είχανε να ετοιμάσουνε και το μεσημεριανό φαγητό γιατί όπου νάτανε η καμπάνα του Άγιου Νικόλα θα σήμαινε μεσημέρι.

Άγγελος Κεκεμπάνος.

ο γάλικας ήταν ένα μεγάλο καλάθι περίπου ένα μέτρο μήκος με 80 πόντους ύψος.
Η αλυσίβα είναι όταν βράζουμε στάχτη με νερό, και η καρύκα είναι ξεραμένη κολοκύθα σε σχήμα μπουκαλιού περίπου, από τις κολοκύθες που τις λέμε λίρες και κάνουμε την λυρόπιτα.
Τις χρησιμοποιούσαν και για μπουκάλια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου