Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Δ Χαιρετισμοί σε μια Καρυστινή αυλή ..παλιά...

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016


Δ Χαιρετισμοί σε μια Καρυστινή αυλή ..παλιά...

Γιατί βρε αφορεσμένο δε μαζεύεσαι μέσα..?
φώναξε από την ανοικτή εξώπορτα η κυρά Λεμονιά στον εγγόνα  της που έπαιζε γκαζές στο απέναντι χωράφι..
Ας το παιδί βρε μάνα να παίξει, νωρίς είναι ακόμα, είπε με ξέπνοη φωνή η Βαγγελιώ  αφήνοντας κάτω την μεγάλη βούρτσα που άσπριζε με ασβέστη τον εξωτερικό τοίχο της αυλής και τις τσιμεντένιες γλάστρες με τους κρίνους, τα γαρύφαλλα και τα ανθισμένα σκυλάκια.

Τον κακό σου τον φλάρο που είναι νωρίς!. Άστραψε το μάτι της κυρά Λεμονιάς που άχτι μεγάλο είχε που δεν είχε πάει σχολείο και ήθελε να καμαρώσει τον εγγόνα της επιστήμονα μεγάλο και τρανό.


Ο  μικρός Αλέξανδρος όμως, ανίδεος για τα όνειρα της γιαγιάς και τον βάσανο της μάνας συνέχισε απτόητος να μαρκάρει τους βόλους των άλλων παιδιών και να στοιχηματίζει ποιος θα μαζέψει τους περισσότερους.
Καλό το σχολείο, εντάξει, αλλά δεν θα πεθάνουμε κιόλας, απαντούσε στην γιαγιά του όποτε του πιπίλαγε το κεφάλι για την σημασία της μόρφωσης.
Από την άλλη δεν της πήγαινε και πολύ κόντρα και έκανε την ανάγκη φιλοτιμία, μιας και ήταν το πιο δυνατό του στήριγμα σε ώρες ανάγκης.
Και η ανάγκη για δουλειές ποτέ δεν έλειπε από το σπιτικό τους. Όλοι είχαν μια δουλειά για τον μικρό Αλέξανδρο.
Άντε στο κατώι να βγάλεις λάδι, άντε στο μπαστικό να φέρεις ξύλα, άντε να ταίσεις τις κότες, άντε ,άντε, όλη την ώρα και ποτέ ένα , έλα.
Η γιαγιά τότε έμπαινε στην μέση και φώναζε στην μάνα του. Τίνους μαθές στέλνεις συνέχεια το παιδί που έχει τόσες τύφλες να κάνει για το σχολείο.?
Εμείς έχουμε τύφλες και ζέκες της απαντούσε θυμωμένη η κόρη, αλλά η γιαγιά ανένδοτη. Πως θα γινόταν πιστήμονας αν έτρεχε σε θελήματα όλη την ώρα?.

Το Πάσχα ήταν κοντά και άκουγαν την καμπάνα να κτυπά για τους τέταρτους χαιρετισμούς.
Οι γυναίκες έκαναν τον σταυρό τους και η γιαγιά κίνησε να ανάψει το καντήλι για τους πεθαμένους τους. Το καντήλι που θάκαιγε για 40 μέρες μέχρι να το ξανά ανάψουν με το φως της Ανάστασης.

Ω γλυκί μου έαρ, άρχισε να ψέλνει η κυρά Βαγγελιώ, τακτοποιώντας τις γλάστρες.
Μωρ κόρη, γιατί δεν πας στην εκκλησία και συ. Μέρα που είναι σήμερα.

Δεν προλαβαίνω βρε μάνα. Έχω του κόσμου τις δουλειές. Δυό χέρια έχω, που να τα προλάβω όλα..
Ναι καλά τώρα. την αποπήρε η μάνα της που ήταν σκληρή γιατί είχε μεγαλώσει σκληρότερα.
Να κάθεσαι σαν την αποζυμώστρα και να μιλάς με τις ώρες στην γωνία με την γειτόνισσα μπορείς, να κάνεις τις δουλειές σου στην ώρα τους δεν μπορείς. Εγώ ένα ξέρω, Του προκομένου όλα του φτουράνε.
Γιατί βρε μάνα, τι δεν προλαβαίνω δηλ, τι παράπονα έχεις?..Συνέχισε με παράπονο η έρμη Βαγγελιώ που όσο και να προσπαθούσε αναγνώριση για τους κόπους της δεν έβρισκε από κανέναν στο σπιτικό της.
Σαν να δαγκώθηκε η κυρά Λεμονιά, σαν να μετάνοιωσε λίγο για τα πικρά της λόγια τέτοια μέρα ..και πήγε να τα μπαλώσει..
Ε, να...με στεναχωρεί παιδάτσι μου που κάνεις παρέα με κείνη την αφορεσμένη την φάουσα ..Πω πω γλωσσοκοπάνα..Ήθελα νάξερα, δεν βαρέθηκε να ξομπλιάζει τον κόσμο όλη μέρα και συ πας και της μιλάς?..Ποιος ξέρει τι θα λέει πίσω από την πλάτη σου?  Ότι λέει για τους άλλους θα λέει και για σένα..

Δεν λέμε τίποτα μπα σε καλό σου..Τι με πέρασες να κουσελεύω τον κόσμο?..Γειτόνισσες ήμαστε λέμε και μια κουβέντα..Α ,για να σου πω..Εσύ δεν μου λες,  Ο κακός καιρός περνάει η κακός γείτονας δεν περνάει....Να μην τα πηγαίνουμε καλά δηλ.?
Να τα πηγαίνετε παιδί μου αλλά να μη σε παρασύρει..
Έβαλε τα γέλια η Βαγγελιώ..Άκου να την παρασύρει..στην ηλικία της... Νάχεις καλό βρε μάνα με έκανες και γέλασα , της είπε και από μάζωξε την βούρτσα και τον ασβέστη και κάθισε να θαυμάσει τα έργα της, την όμορφη αυλή της που έλαμπε από πάστρα και φροντίδα.

Από την τηλεόραση ερχόταν η φωνή του παπά που έψαλε στην λειτουργία.

Παρθένε, καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων· ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, κατεσκεύασέ σε Ποιητὴς Ἄχραντε, οἰκήσας ἐν τῇ μήτρᾳ σου, καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας·
Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας· χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτηρίας.
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως· χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς· χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα· χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαῖρε, παστὰς ἀσπόρου νυμφεύσεως· χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων· χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε Ἁγίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
μνος ἅπας ἡττᾶται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου· ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ᾠδάς, ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν, τοῖς σοὶ βοῶσιν· Ἀλληλούϊα.
Φωτοδόχον λαμπάδα, τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν, ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον· τὸ γὰρ ἄϋλον ἅπτουσα φῶς, ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας, αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα, κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ Ἡλίου· χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα· χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν· χαῖρε, ὅτι τὸν πολύῤῥητον ἀναβλύζεις ποταμόν.

Τι ωραία λόγια ε, αναστέναξε η κυρά Λεμονιά με την κόρη της να της ρίχνει ματιές γεμάτες απορία.
Και τα καταλαβαίνεις, αλήθεια..
Τι παραμύθια, προσβλήθηκε η κυρά Λεμονιά. Μου τα έχει εξηγήσει όλα με το νι και με το σίγμα ο παπά Μάρκος. Και πες πες, τα έχω μάθει και απ έξω αν θες να ξέρεις.

Όχι δεν θέλω να ξέρω, να με ψέλνεις μέρα νύχτα. Φτάνει η γκρίνα σου που μου γανώνει το κεφάλι, να έχω και τις ψαλμωδίες...Ήμαρτον..

Ήμαρτον εσύ, που θα πας στην κόλαση με τα μυαλά που έχεις..

Αφου με κολλάζεις τι θα κάνω και γω, θα πάω εκεί να ησυχάσω, τις απάντηση η Βαγγελιώ και έκανε τον σταυρό της μιας και τα λόγια την συγκινούσαν βαθύτατα, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχθεί στην μάνα της. Ακολουθούσε την λειτουργία ενώ μάζευε τον νεροχύτη και ετοίμαζε το βραδινό φαγητό και ένιωθε μια κατάνυξη, μια αγαλλίαση που πήγαινε μέχρι μέσα στην ψυχή της, μέχρι που θυμήθηκε ότι ο μικρός αύριο έγραφε διαγώνισμα και ήταν ακόμα έξω και έπαιζε..  Του πειρασμού τις κλήρες...μαζεμό δεν έχουν..
Πήγαινε οπίσω μου σατανά, μουρμούρισε και συνέχισε να ψάλλει μαζί με την τηλεόραση.

Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον· χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ῥύπον.
Χαῖρε, λουτὴρ ἐκπλύνων συνείδησιν· χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας· χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Χάριν δοῦναι θελήσας, ὀφλημάτων ἀρχαίων, ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι᾿ ἑαυτοῦ, πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ χάριτος· καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως· Ἀλληλούϊα.
Ψάλλοντές σου τὸν τόκον, ἀνυμνοῦμέν σε πάντες, ὡς ἔμψυχον ναὸν Θεοτόκε· ἐν τῇ σῇ γὰρ οἰκήσας γαστρί, ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος, ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοι πάντας·
Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου· χαῖρε, Ἁγία Ἁγίων μείζων.
Χαῖρε, Κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι· χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν· χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος· χαῖρε, τῆς βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐγείρονται τρόπαια· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία· χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
 πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων Ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον (ἐκ γ´)· δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ῥῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας· καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως, τοὺς σοὶ βοῶντας· Ἀλληλούϊα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου