Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

"Το καφέ της Ευτέρπης"

Η κυρία Ευτέρπη κοίταξε την πάνω αριστερή γωνία εναγωνίως να ανακαλύψει κάποια ατέλεια στην γυψοσανίδα που χώριζε το ταβάνι της σχολής σε γεωμετρικά σχέδια για να κρύψει την αμηχανία και τον πληγωμένο της εγωισμό.

Περίμενε υπομονετικά να τελειώσει η πρώτη συνέντευξη του γιου της με τον εκπαιδευτή και προσπάθησε πάρα πολύ να απομονωθεί από ότι συνέβαινε τόσο οδυνηρά κοντά της .
"Φυσικά και δεν θα σερβίρει η μητέρα σας, φαντάζομαι ότι  είναι για την κουζίνα, για αυτό είναι μαζί σου, έτσι δεν είναι?" είχε πει με έναν κοφτό τρόπο μόλις πριν λίγα δευτερόλεπτα ο νεαρός πίσω από το μεγάλο μαύρο γραφείο ενώ έπαιζε με μια μαύρη πένα ανάμεσα στα δάκτυλα.
Ο Μίλτος την είχε κοιτάξει λοξά με ένα βλέμμα που της έλεγε σε αντίστοιχο κώδικα βλέμματος, "Στα έλεγα εγώ" και είχε χαμογελάσει συγκαταβατικά στον νεαρό που τους εξηγούσε τα βασικά στις πωλήσεις του καφέ .


Βλέπεις ο σύζυγος της , ο κ.Μελέτης αποφάσισε να βγει στην σύνταξη και να παραδώσει τα κλειδιά του καφενείου στον Μίλτο.
40 Χρόνια, μια ζωή ολόκληρη και η Ευτέρπη όλα αυτά τα χρόνια το στολίδι και η ψυχή του καφενείου τους.
"Mα Ευτέρπη μου! Ούτε μια μέρα δεν περνά από πάνω σου!" της έλεγαν οι πελάτες τους που έρχονταν το καλοκαίρι για να δοκιμάσουν τους μεζέδες της Ευτέρπης και να φύγουν με συνοδεία επιφωνήματα θαυμασμού τόσο για την μαγειρική της όσο και για την ίδια.

"Κούλα η Ευτέρπη σου Μελέτη! Α βρε τυχερέ! Λαχείο σου έτυχε!" έλεγαν οι φίλοι του Μελέτη και η Ευτέρπη κοκκίνιζε, τα μεγάλα μαύρα της μάτια γέμιζαν περηφάνεια και έφερνε ακόμα περισσότερους περιποιημένους μεζέδες για τους φίλους και πελάτες .

Τα χρόνια περνούσαν , ο Μίλτος από ενοχλητικό μωρό και άτακτο παιδάκι, έγινε ολόκληρο παλικάρι και ανυπομονούσε να ξεκινήσει την δική του ζωή με τους δικούς του όρους.
"Καλό το καφενείο βρε μαμά, αλλά δεν είναι για μένα. Έχω άλλα σχέδια!"
Aναστέναζε με αμφιβολίες η Ευτέρπη και προσπαθούσε να οραματιστεί το καφέ που ονειρευόταν ο γιός της. Ένα καφέ μοντέρνο, με μουσική και προχωρημένο μενού και καφέδες σε δεκάδες διαφορετικές παρασκευές.
Κοίταζε τους τοίχους και κάθε φωτογραφία της έφερνε μια ανάμνηση από τις στιγμές της  ζωής τους , κάθε γωνία μια ιστορία από τον Μίλτο που μεγάλωσε μέσα εκεί.
Στο ένα τραπέζι είχε γράψει τα πρώτα του γράμματα, στο άλλο είχε παίξει τάβλι με τους φίλους του και τα πούλια είχαν σκορπίσει κάτω από τα πόδια των άλλων πελατών, σε αυτό το περβάζι είχε ακουμπήσει για να δει το κορίτσι που ντροπαλά έκανε ποδήλατο στο απέναντι πεζοδρόμιο και πίσω από αυτόν τον πάγκο κρυβόταν όταν έκανε αταξίες και τον έψαχνε ο Μελέτης.

Τώρα όλα αυτά θα φύγουν. Οι τοίχοι θα ξυστούν ,τα έπιπλα για πεταχτούν οι αναμνήσεις θα πάνε στο πατάρι και ο Μελέτης ανυπομονούσε να παραδώσει τα κλειδιά και επιτέλους να απελευθερωθεί από αυτή την δουλειά που δεν είχε για αυτόν ούτε γιορτή, ούτε σχόλη.
Είχε παρασυρθεί από τον ενθουσιασμό του Μίλτου και από την χαρά του που δεν θα έφευγε μακριά τους ο μοναχογιός τους, έλεγε πάντα ναι σε ότι και να του έλεγε το παιδί, ενώ δεν προσπαθούσε καν να καθησυχάσει τους φόβους της Ευτέρπης .
"Πήγαινε και εσύ μαζί να μάθεις για να είσαι σίγουρη" της είχε πει στο τέλος και συνέχισε να παρακολουθεί τον Μίλτο που του εξιστορούσε το ιστορικό και την φήμη της εταιρίας που είχε διαλέξει να συνδέσει την τύχη του.

Και έτσι έγινε. Πήγαν μαζί στο ραντεβού για να κανονίσουν τις ώρες της εκπαίδευσης και το μόνο που κανόνισαν σίγουρα ήταν να της βρουν την μοναδική κατάλληλη θέση για αυτήν, δηλ, μπροστά στον νεροχύτη και δίπλα στο πλυντήριο.

Συνέχιζε να τους ακούει να μιλούν για ποικιλίες για χώρες καταγωγής καφέ, για μικρές βιοτεχνίες και διάφορες τεχνικές επεξεργασίας μέχρι που μια λέξη κτύπησε σαν καμπανάκι και την έβγαλε από την απομόνωση της , " Η εταιρία μας έχει 30 χρόνια πείρα", έλεγε ο νεαρός .
"Να σε ρωτήσω κάτι σε παρακαλώ?" τον διέκοψε η Ευτέρπη."Παρακαλώ" της απάντησε με λίγο αναιδή τρόπο ο νεαρός, " Και που είναι τώρα ο ιδρυτής σας? Δεν πιστεύω να είναι στην αποθήκη να κουβαλάει τα τσουβάλια"!
"Όχι βέβαια! Μα τι λέτε! Είναι ο διευθυντής της εταιρίας μας και είναι στο γραφείο του!"
" Ωραία, ανακουφίστηκα πράγματι," συνέχισε λίγο σαν σε αστείο η Ευτέρπη.
" Mα γιατί με ρωτάτε?"  την ρώτησε προβληματισμένος ο νεαρός, ενώ ο Μίλτος γνωρίζοντας την κοφτερή γλώσσα της μάνας του περίμενε τον κεραυνό να πέσει πάνω και στους δύο.
"Mα  εμένα που έστησα με τον άντρα μου και δούλεψα 30 χρόνια στην δουλειά την μόνη θέση που σκεφτήκατε ήταν η λάντζα. Και καλά, για το σέρβις στα παιδιά το καταλαβαίνω. Παιδιά θα είναι, νέους θα θέλουν , αλλά θα μπορούσες να πεις ότι οι γονείς σου με την πείρα τους θα είναι δίπλα σου και σίγουρα θα ξέρουν πολλά περισσότερα για τον χώρο από όσα μάθεις σε μια βδομάδα στο σεμινάριο," η πάλι και ακόμα καλύτερα, " Η προσωπικότητα του ανθρώπου παίζει τον πιο μεγάλο ρόλο, επομένως όπως βλέπω την μαμά σου, θα έχεις πελατεία σίγουρη όλο τον χρόνο", " Έτσι δεν είναι χρυσό μου?
Η Ευτέρπη τον κοίταξε τώρα έντονα και υποτιμητικά ενώ οι λέξεις χόρευαν λες και ήταν έτοιμη να ξεσπάσει σε γέλια.
Ο νεαρός ξεροκατάπιε και άρχισε να σκαλίζει σχέδια σε μια άδεια σελίδα μπροστά του, ενώ ο Μίλτος πλησίασε την καρέκλα της και της ψιθύρισε στο αυτί ,"Ρεζίλι με έκανες! Δεν πας καλύτερα στο αυτοκίνητο να με περιμένεις?"
" Πολύ ευχαρίστως!" του απάντησε ο Ευτέρπη και σηκώθηκε περήφανα από την θέση της.
Ίσιωσε στην φούστα της τις αόρατες πτυχές και απομακρύνθηκε με στητό το κεφάλι και πίσω τους ώμους. ¨
Ενώ οι δυο νεαροί συνέχισαν την συζήτηση τους δεν μπόρεσαν ποτέ να φανταστούν τα καυτά δάκρυα που έτρεχαν πια ανεξέλεγκτα από τα μάτια της αλλά από περηφάνια δεν σήκωσε το χέρι να τα σκουπίσει μέχρι που βγήκε από το οπτικό τους πεδίο .
Στο αυτοκίνητο μπόρεσε να ξαναβρεί την ψυχραιμία της και τότε έστειλε ένα μήνυμα στον Μελέτη.
"Όλα καλά με τον Μίλτο. Τα πάει μια χαρά και εγώ βαρέθηκα. Ετοίμασε πλάνο για το επόμενο εξάμηνο να ζήσουμε και εμείς λιγάκι!" και δίπλα έστειλε μια φατσούλα χαμογελαστή, ένα thubs up,  ένα με παλαμάκια και την καρδούλα που γεμίζει την οθόνη .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου