Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

"Ο τσιγκούνης." " Ιστορίες των Ελλήνων"

Μια φορά και ένα καιρό ζούσε  στην πόλη μας,  ένας  πολύ τσιγκούνης άντρας.
Όλοι είχαν να το λένε ότι αυτό το κουσούρι του σακάτευε την ζωή, αλλά αυτός ήταν περήφανος για την οικονομία του και γελούσε με τις υποτιθέμενες σπατάλες των άλλων και πάντα περίμενε να έρθουν συμφορές που όλοι θα υπέφεραν αλλά αυτός θα έβγαινε αλώβητος και θα επιβίωνε πλουσιοπάροχα ενώ γύρω του θα ήταν όλοι δυστυχισμένοι και μετανιωμένοι για το πρώτινο τρόπο ζωής τους. Περίμενε τότε ότι θα τον επιβεβαιωνόταν και θα αποκτούσε τον σεβασμό της κοινωνίας του , όλων όσων γελούσαν και τον λυπόντουσαν για την συνετή του στάση , όπως έλεγε, στην ζωή.¨Η γυναίκα του έκανε χίλιες επινοήσεις για να μπορέσει να του αποσπάσει τα απαραίτητα για την επιβίωση τους ενώ το παιδί έσβηνε ακόμα και τα τετράδια για να τα ξαναγράψει μιας και όπως του έλεγε, αφού μπορεί να εξικονομήσει λίγες δεκάρες έτσι, γιατί να μην το κάνει.


Ποτέ δεν πήγαινε στο καφενείο και στην γιορτή του κερνούσε στραγάλια με νερό. Τα ρούχα του φέγγιζαν από την πολυκαιρία και ήταν πάντα πρώτος όπου άρτος και μνημόσυνο, αφού μπορούσε να εξοικονομήσει λίγο δωρεάν φαγητό.


Κάποτε όμως έφτασε στα αυτιά του η πληροφορία για έναν όμοιο του και ίσως ακόμα μεγαλύτερου τσιγκούνη που ζούσε στα Στύρα.
Ήταν τόσο μεγάλη η περιέργεια του να τον γνωρίσει που μετά από πολύ σκέψη , έκανε την υπέρβαση να πληρώσε το εισητήριο του λεωφορείου για να πάει να τον γνωρίσει.
Ξεκίνησε το μεσημέρι και όλοι τον κοιτούσαν με την άκρη του ματιού τους γεμάτοι περιέργεια για το πως και το αποφάσισε να ξεκολλήσει από την Κάρυστο και να κάνει αυτό το μεγάλο ταξίδι για αυτόν μέχρι τα Στύρα. Είχε  κανονίσει  και την επιστροφή του με ένα φορτηγό που είχε πάει πράγματα για το βράδυ και ανέβηκε στο λεωφορείο.
Αυτός προσηλωμένος στο τοπίο και χαμένος στις σκέψεις του, μετρούσε και ξαναμετρούσε τα έξοδα που έκανε για αυτό το ταξίδι και ήλπιζε να έβρισκε κάποιον που επιτέλους θα μπορούσε να τον καταλάβει και να μοιραστεί μαζί του σκέψεις και λόγια, που ήταν αδύνατον να μοιραστεί με κανέναν άλλο.

Ήταν πια αργά το απόγευμα όταν κατάφερε να βρει το σπίτι του και του κτύπησε την πόρτα.
Του άνοιξε ένας αδυνατούλης και κοντούλης πενηντάρης , συνομήλικος του δηλαδή, και με περιέργεια τον ρώτησε τι θέλει.
Εκείνος του εξήγησε και ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στο λιπόσαρκο πρόσωπο του ανθρωπάκου που παραμέρισε για να περάσει στο φτωχικό και σχεδόν άδειο δωμάτιο του .
Κάθισαν σε δυο καρέκλες και στην μέση του τραπέζι της κουζίνας με την λάμπα πετρελαίου ανάμεσα τους και το κέρασμα τους , ένα ποτήρι με νερό και ένα μικρό παξιμαδάκι.

Άρχισαν να συζητούν για τον κόσμο που δεν τους καταλαβαίνει, για την κοινωνία που δεν έχει μέτρο και σύνεση, για την νεολαία που δεν έχει κανέναν να την κατευθύνει στον σωστό δρόμο και ήταν πολύ χαρούμενοι , σχεδόν ευτυχισμένοι που βρέθηκαν .
Μια ζεστασιά απλώθηκε στην καρδιά τους και θα μπορούσε να πει κανείς, ότι δεν υπήρξαν πιο ταιριαστοί άνθρωποι πάνω στην Γη.

Αφού μίλησαν για ώρα και ένιωσαν πολύ οικία, ο κυρ Αντώνης , ο οικοδεσπότης δηλ. ρώτησε ευγενικά τον κυρ Παναγιώτη, αν θα τον πείραζε να σβήσουν την λάμπα να μην καίει άδικα το πετρέλαιο, αφού ήδη γνωρίζονταν και δεν ήταν ανάγκη να καίγεται το πολύτιμο φιτίλι.
Συμφώνησε με χαρά ο κυρ Παναγιώτης που επιτέλους του πρότεινε κάποιος άλλος αυτό που προσπαθούσε με τόσες φασαρίες να επιβάλλει στο σπίτι του, και συνέχισαν την κουβέντα τους, μέχρι που άκουσαν το φορτηγό που τον περίμενε να τον γυρίσει πίσω.
"Είναι ώρα να πηγαίνω. Σε ευχαριστώ για όλα και να έρθεις και συ σύντομα να με δεις. Nα ανάψουμε μόνο λίγο την λάμπα μέχρι να βγω έξω γιατί δεν ξέρω τα κατατόπια και χτυπήσω"
" Mια στιγμούλα να βάλω το παντελόνι μου πρώτα" του είπε ο κυρ Αντώνης. " Ε, σκοτάδι ήταν , δεν ήταν ανάγκη να το λιώνω στην καρέκλα αφού έτσι και αλλιώς δεν με έβλεπες!" του είπε απολογητικά, ενώ ο κυρ Παναγιώτης θαύμασε την προνοητικότητα του νέου του φίλου και του είπε, ότι ήταν πολύ καλύτερος από αυτόν.

Σε λίγο βρισκόταν στην καμπίνα του φορτηγού αμίλητος και αμίλητος έμεινε μέχρι που έφτασαν στην Κάρυστο και καληνύχτισε τον οδηγό με μια ξερή καληνύχτα.

Γυρίζοντας το κλειδί στην πόρτα, σκεφτόταν το πως θα εφάρμοζε το συνήθειο του νέου του φίλου στο σπίτι του, χωρίς να ξεσηκώσει τις διαμαρτυρίες της γυναίκας του και του γιού του.


Σημείωση
Αυτή είναι άλλη μια ιστορία που μας έρχεται από παλιά, για κάποιον συντοπίτη μας γνωστό τότε για την τσιγκουνιά του.Η ταυτότητα του χάθηκε, αλλά έμεινε η ιστορία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου