Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018

Μια πόλη, ένα χωριό και 4 σχολεία.

Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα  μικρό χωριό  που το ξέβρασε το κύμα και το άπλωσε ο Θεός στα πεδινά του βουνού, ζούσε ένα παλικάρι με μεγάλες ανάγκες αλλά και μεγάλα όνειρα σαν τα αερόστατα.
Έγινε η ανάγκη ο αέρας που τα φούσκωσε και κείνα τον πήγαν με μέρη μακρινά και άγνωστα.
Έκανε τα άγνωστα μέρη δικά του, και τα όνειρα του τον ταξίδεψαν σε ακόμα περισσότερους τόπους που μεγάλωσαν και ωρίμασαν τον εαυτό του και ψήλωσαν το πνεύμα του.
Δεν ξέχασε όμως ποτέ τον αέρα της ανάγκης της μικρής του πόλης και γύρισε πίσω να στολίσει τον τόπο του με όμορφα κτήρια που θα ψήλωναν τον νου πολλών ακόμα που θα έβλεπαν τον κόσμο μέσα από τα μάτια της γνώσης και όχι της ανάγκης.
Έτσι έκανε σχολεία με ψηλά ταβάνια και ευρύχωρες αίθουσες, με στέρεους τοίχους και απλόχερες αυλές.
Το ένα για μικρά παιδιά στο κέντρο του χωριού που τότε άρχιζε να μοιάζει με μικρή πόλη, το άλλο για μεγαλύτερα να νοτίζεται από την θάλασσα και το τρίτο σε ένα πράσινο χωριό δίπλα σε γάργαρα νερά για να μαζεύει σαν κυψέλη τα μικρά μελισσάκια από τα γύρω χωριά που στόλιζαν τους λόφους στους πρόποδες του βουνού.
Όλα κυλούσαν όμορφα για χρόνια μέχρι που ο χρόνος πάλιωσε την ζωή εκείνη και οι άνθρωποι πια έψαχναν που να την κρύψουν γιατί είχαν κουραστεί να την ζουν και να παλεύουν.
Όσοι ήταν από την μικρή πόλη, την έκρυψαν σε μεγαλύτερες και όσοι ήταν στα χωριά, προσπάθησαν να την στριμώξουν ακόμα και στην μικρή γειτόνισα τους.

Βρήκαν όμορφα τα τσιμεντένια κουτιά που τους έφτιαξαν οι εργολάβοι γιατί δεν τους θύμιζε τίποτα από τις μνήμες του πολέμου, δεν χρειαζόντουσαν σκληρή δουλειά να να ξεβάψουν τους τοίχους από τα λάθη τους και τις πίκρες. Ήταν εκεί νέα, γεμάτα ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.

Το σχολείο που κοιμόταν τις νύχτες με το νανούρισμα της θάλασσας, γκρεμίστηκε και οι ψηλοτάβανες αίθουσες έπεσαν ένα σωρό από γερμένες δόξες και θαμμένα όνειρα κάτω από άχρωμα τσιμέντα.
Η μικρή πόλη όλο και μεγάλωνε με ανθρώπους από άλλους τόπους να ψάχνουν να βρουν μια γωνιά για να ανασάνουν από τον πόλεμο και τον διωγμό, η ακόμα άλλους που άφηναν όλο και περισσότερο τα χωριά για να ανταλλάξουν την σκληρή δουλειά στην γη, με μια πιο άνετη η πιο σίγουρη, η πιο επικερδή στην πόλη. Άλλωστε, ένα καλό σε μια πόλη, είναι οι επιλογές που πάντα είναι πιο γενναιόδωρες από του χωριού.

Το σχολείο για τα μικρά γέμισε και το σχολείο του χωριού όλο και άδειαζε.
Οι επίτροποι θα μπορούσαν να πουν. " Τώρα έχουμε δρόμους, τώρα δεν χρειάζεται να πάνε τα παιδιά με τα πόδια. Τώρα έχουμε λεωφορεία. Θα γεμίσουμε και τα δυο σχολεία σαν δυο γεμάτες κυψέλες να βουίζουν χαρούμενα όλη μέρα."
Θα μπορούσαν, αλλά δεν το έκαναν.
Αντί για αυτό, είπαν, " Να φύγουμε από το χωριό  και μεις. Να το μικρύνουμε το σχολείο. Έτσι και αλλιώς όλοι φεύγουν"
Οι γονείς είπαν, " ΄Τώρα φύγαμε από το χωριό. Μένω στην πόλη, δεν θα στείλω του παιδί μου πάλι εκεί."
Το χωριό έμοιαζε με έκζεμα πάνω στην ψυχή των ανθρώπων και προσπαθούσαν να το βγάλουν με κάθε τρόπο.

Το σχολείο στην πόλη ξεχείλισε και  χρειαζόταν νέες κυψέλες. Στην αρχή έκτισαν το όμορφο αίθριο και έκαναν νέες τάξεις . Έτσι πέρασαν λίγα χρόνια. Την ίδια στιγμή, ένα μεγάλο τσιμεντένιο κουτί νοικιάστηκε από την υπηρεσία για τα άλλα παιδάκια που δεν χωρούσαν.
Οι επίτροποι θα μπορούσαν να πουν. " Έχουμε ένα πολύ όμορφο σχολείο που κοντεύει να αδειάσει. Θα το ανακαινίσουμε και θα χωρέσουν όλα τα παιδάκια. Εδώ πάνω στον καθαρό αέρα και την μεγάλη αυλή."
Δεν το είπαν. Προτίμησαν να παίζουν τα παιδιά στον δρόμο, να βάζουν αλυσίδες για να μην κτυπούν στα αυτοκίνητα, και να παίζουν σε δανικό κήπο.
Πέρασαν ακόμα λίγα χρόνια και οι δουλειές πήγαιναν καλά στην μικρή πόλη.
Όσο και να έκτιζαν πάλι δεν χωρούσαν και έτσι νοίκιασαν και άλλα τσιμεντένια κουτιά έξω από το σχολείο που πάσχισαν να τα κάνουν χαρούμενα. Και άλλες αλυσίδες ...και άλλες αλυσίδες...

Οι επίτροποι θα μπορούσαν να πουν. " Είναι κρίμα να έχουμε την αγάπη και την φροντίδα του ευεργέτη πεταμένη σαν κουρέλι και να στριμώχνομε τα παιδιά σαν εμπορεύματα σε μαγαζί"

Δεν το είπαν. Πέρασαν χρόνια και χρόνια μέχρι που οι γενιές άλλαξαν, οι θύμισες ξεθώριασαν, η νέα ζωή είχε γίνει ήδη παλιά , το τσιμέντο δεν φάνταζε πια τόσο όμορφο, και ο αλυσοδεμένος δρόμος έμοιαζε πολύ τρομαχτικός.

Το σχολείο που είχε χτιστεί πάνω στα ερείπια της χαμένης ομορφιάς είχε ήδη εγκαταλειφθεί και ένα νέο σχολείο στο βορινό τμήμα της πόλης δεχόταν τώρα τα παιδιά. Το παλιό στο τέλος γκρεμίστηκε και ένα άδειο οικόπεδο έχασκε χαμένο ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον.

"Γιατί όχι να φτιαχτεί εδώ μια νέα κυψέλη" άρχισαν να ρωτούν και να κάμπτουν τις αρνήσεις και τις αμφιβολίες .
Τελικά οι πιέσεις και τα παρακάλια βρήκαν τρόπο όπως το νερό να μπει σε κάποιο κανάλι και το νέο σχολείο άρχισε να χτίζεται.
Οι επίτροποι καθυστέρησαν όσο μπορούσαν την απόφαση να μεταφέρουν τις κυψέλες τους στο παλιό ξεχασμένο σχολείο του χωριού, αλλά το τσιμεντένιο κουτί δεν θα άνοιγε ξανά το λουκέτο που του είχαν βάλει οι γονείς.
Και έτσι σαν από θαύμα, αποκαλύφθηκε  ότι θα μπορούσαν να είναι εκεί εδώ και χρόνια. Ότι δεν υπήρχε πράγματι κάποια αιτία που δεν μπορούσε να εμποδίσει το σχολείο να είναι εκεί από την αρχή. Πριν τα  τσιμεντένια κουτιά και τους αλυσοδεμένους δρόμους.

Το νέο σχολείο χτίστηκε γρήγορα και ήταν σαν ένα όνειρο που έγινε αλήθεια. Μπορεί τα ταβάνια του να μην ήταν τόσο ψηλά να αναπνέουν τα όνειρα και να ψηλώνουν οι φιλοδοξίες, αλλά ήταν ασφαλές και σίγουρο. Ήταν μεγάλο και άνετο και κυρίως , ήταν καινούργιο.

Άδειασε για άλλη μια φορά το σχολείο στο χωριό και περιμένει περίλυπο να γεμίσει και πάλι με ζωή και χρησιμότητα, ενώ το σχολείο στο κέντρο όλο και περισσότερο βλέπει να αδειάζουν οι άλλοτε ασφυκτικά γεμάτοι χώροι του.
Οι επίτροποι θα μπορούσαν να πουν, 'Πρέπει να υπάρξει ισορροπία. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να γίνει ξανά ότι έγινε . Να μην κάνουμε τα ίδια λάθη. Εμείς έχουμε την ευθύνη να προστατέψουμε τα σχολεία, να προστατέψουμε τους δασκάλους, να επιβάλλουμε το δίκαιο που διδάσκεται από το παρελθόν και θα διασφαλίσει το μέλλον"

H ιστορία μας συνεχίζεται, και το μέλλον θα γράψει την δική του ιστορία κάποτε.......

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου