Σάββατο, 27 Απριλίου 2019

To ξύπνημα το μικρού Καρύστιου Έρωτα την βραδιά της Ανάστασης. Διήγημα.


To ξύπνημα το μικρού Καρύστιου Έρωτα την βραδιά της Ανάστασης.


Ήταν βράδυ. Ένα βράδυ ζεστό,σκοτεινό και υγρό με την σκόνη από την Αφρική να πήζει την ατμόσφαιρα σαν την ζαχαρόπαστα που ταίζουμε το νεαρό μελίσσι .
Έτρωγαν οι άνθρωποι την σκοτεινή ζαχαρόπαστα και γέμισαν όνειρα και ελπίδες. Η προσμονή της Ανάστασης του Κυρίου έκανε και  τις πιο κυνικές ψυχές να γεμίζουν με κάτι που έμοιαζε πίστη στο αδύνατον.
Οι δείχτες του ρολογιού έσπρωχναν ο ένας   τον άλλον να προλάβουν να φτάσουν πρώτοι στο δώδεκα όπου τα κτυπούσαν και θα σήμαιναν την Ανάσταση. Από την πολύ τους βιασύνη όμως, την ώρα που περνούσε δίπλα από το 11 ο μεγάλος λεπτοδείκτης άρπαξε το ένα και άρχισε να το τραβά μαζί του. Το άλλο ένα, έβαλε τις φωνές και εκείνη ακριβώς στην στιγμή ο χρόνος μπερδεύτηκε.

Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι περίεργα και μαγικά πράγματα συμβαίνουν όταν μπερδεύεται ο Χρόνος.
Ο Χρόνος ο άχρονος, ο χρόνος ο άφθαρτος, ο χρόνος ο  κυκλικός, ο «εξ ου και εις ο» μπερδεύτηκε και έπιασε το νήμα του από την αρχή. Τότε που η Νύχτα και το Σκότος ενώθηκαν και από το αυγό της ένωσης τους, άνθησε  ο Έρωτας.
Ποιος ξέρει άραγε αν έφταιγε η νύχτα με την πηχτή της την ζαχαρόπαστα από αρχέγονη σκόνη? Ποιος ξέρει αν τα ουράνια ήταν ανοιχτά περιμένοντας την Ανάσταση του Κυρίου?
Ότι και αν ήταν εκείνη την στιγμή συνέβη το θαύμα και ο μικρός Έρωτας άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε με έκπληξη και δέος γύρω του.
Η καρδούλα του σκίρτησε προσπαθώντας να δει μέσα στο λιγοστό φως που έπεφτε από τις λάμπες του δρόμου μέσα από τα τσάμια του Μουσείου.
Ακίνητες μορφές τριγύρω του, αγγεία, επιγραφές και  επιτύμβιες στήλες .
Κοιτώντας καλύτερα, η ψυχή του φτερούγισε αντικρίζοντας την γνώριμη φιγούρα της Αφροδίτης.
« Θεά! Θεά μου!» ψιθύρισε προς το μέρος της με την ελπίδα να βρει μια παρηγοριά σε αυτήν την τόσο παράξενη στιγμή που δεν ήξερε ακόμα αν ήταν  ζωντανός, η κάποιο αστείο του έπαιζαν πάλι οι Θεοί του Ολύμπου.
Όμως καμιά απάντηση δεν ήρθε από το άγαλμα της Αφροδίτης που έστεκε εκεί , απέναντι του στο Καρυστινό Μουσείο.
Ο Έρωτας σιγά σιγά, κατέβηκε από το βάθρο του και τέντωσε τα χέρια του να ξεπιαστούν. Τόσες αιώνες ακαμψίας δεν θα μπορούσαν να περάσουν σε μια στιγμή και έτσι άρχισε να περπατά σιγά σιγά ανάμεσα στα εκθέματα και να διαβάζει τις επιγραφές.
«Μα που είμαι?» αναρωτήθηκε στο τέλος. « Γιατί είναι όλα μαζεμένα εδώ? Τι συμβαίνει? »
Κοίταξε γύρω του εξεταστικά και έχοντας συνηθίσει το σκοτάδι παρατήρησε ότι το κτήριο δεν ήταν σαν και αυτά που ήξερε και διστακτικά προχώρησε προς την πόρτα.
Αφού άνοιξε την μεγάλη ξύλινη δίφυλλη πόρτα κατέβηκε τα σκαλιά και κρύφτηκε πίσω από τους θάμνους να μην τον δουν οι άνθρωποι που περνούσαν εκείνη την ώρα.
«Μα τι περίεργα ρούχα φορούν! Και τα κτήρια τριγύρω είναι τόσο παράξενα! Μα τον Δία, ξαναζωντάνεψα η σε λάθος πλανήτη, η σε λάθος χρόνο!»
Προσήλωσε την σκέψη του στις σκέψεις των ανθρώπων και με έκπληξη τεράστια αντιλήφθηκε ότι περίμεναν έναν θεό που δεν γνώριζε να αναστηθεί σε λίγο.
Όχι αυτόν! Όχι αυτόν, -το πρώτο φως- όπως τον αποκαλούσαν στον καιρό της παντοδυναμίας του, αλλά κάποιον άλλον.
Στάθηκε εκεί, πίσω από τον θάμνο ένας τρομαγμένος μικρός θεός, ένας και μόνος αποκομμένος από τον μεγάλο θεό Έρωτα και τις υπόλοιπες θεότητες της Αρχαιότητας σε λάθος χρόνο και λάθος πίστη.
Άρχισε να κλαίει στην αρχή σιγά σιγά και μετά με αναφυλλητά. ΄Ένα γοερό και μακρόσυρτο κλάμα με τα δάκρυα να ποτίζουν τους  φρεσκοφυτεμένους καλληστήμονες και εκείνοι αμέσως να κοκκινίζουν τα άνθη τους.
Μέσα του είχε ανοίξει ένα πηγάδι και κάθε δάκρυ ήταν σαν να έσκαβε το πηγάδι πιο βαθιά και κάθε λυγμός ήταν σαν να ήθελε να αδειάσει το πηγάδι.
Πέρασε αρκετή ώρα, η ίσως πάλι έτσι να του φάνηκε μιας και οι δείκτες ακόμα δεν είχαν συνέλθει για να πιάσουν τον χρόνο πάλι σωστά στο μέτρημα και να έλθει ξανά η Τάξη στον Κόσμο.
Στο τέλος πια, όταν το πηγάδι των λυγμών είχε αδειάσει και είχε ξεκουραστεί λίγο στο δροσερό χορτάρι σηκώθηκε είπε τα μαγικά λόγια που τον έκαναν αόρατο.
Έτσι αόρατος  ακολούθησε τους ανθρώπους προς τα κάτω στην παραλία όπου πολλοί πολλοί άλλοι ήταν συγκεντρωμένοι.
Πήγαιναν όλοι στο λιμάνι και έβλεπε τα καίκια που πλησίαζαν από μακριά. Του έκαναν εντύπωση τα φώτα, τα αυτοκίνητα, ο κόσμος που γυναίκες άντρες παιδιά, όλοι μαζί ανάκατα περπατούσαν, μιλούσαν και έτρωγαν.
«Τι περίεργο πράγματι! Πότε έγιναν όλα αυτά και κανείς από τους θεούς μας δεν τα πήραν είδηση!» Μονολόγησε ο μικρός μας έρωτας και γεμάτος περιέργεια πέταξε πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, μπήκε μέσα στις κουζίνες των εστιατορίων, ήπιε νερό από τις ανοιχτές βρύσες  και στροβυλίστηκε γύρω από το κατάρτι ενός ιστιοφόρου.
Από όπου περνούσε το χαμόγελο των ανθρώπων έγινε πιο ζεστό, το φαγητό πιο νόστιμο, το νερό πιο δροσερό το κύμα πιο ήρεμο.
Για μια στιγμή, σκέφτηκε να πετάξει τα βέλη της φαρέτρας του σε μερικούς που ένιωθε ότι η καρδιά τους δεν είχε σκυρτήσει ποτέ από αγάπη αλλά δεν τόλμησε σε αυτόν τον τόσο παράξενο τόπο να κάνει τα παλιά του κόλπα.
Αντί για αυτό, πέταξε μέχρι το καίκι που πλησίαζε γρήγορα και χώθηκε στην καμπίνα του καπετάνιου.  Ο μικρός μας Έρωτας ένιωσε το Φως να τον γεμίζει μια γλύκα τόσο βαθιά όσο και τότε που για πρώτη φορά τον αγκάλιασε η Νύχτα. Ήταν σαν να άνοιξε πάλι το αυγό του και από τα τσόφλια του σκορπίστηκαν σπίθες και καύτρες μαζί.
Κοίταξε την εικόνα του Ιησού και το ιερό του Φως και τότε κατάλαβε ότι μπροστά του είχε το Φως το εντός του, την Νύχτα και το Σκότος, την Αυγή και την Δύση του χρόνου και του Σύμπαντος μαζί.
«Ήρθε τελικά αλλά εμείς είχαμε ήδη φύγει» είπε με ευλάβεια ο μικρούλης έρως και φτερούγησε ξανά ακολουθώντας το πλήθος των πιστών μέχρι την εκκλησία.
«Αναστάσεως Ημέρα Λαμπρηνθώμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου Πάσχα» έψαλλαν οι ψαλτάδες και η χαρά πλημμύρισε την καρδιά του κόσμου.
Φτερούγισε πάνω ψηλά στις καμπάνες του Άγιο –Νικόλα και τις κτύπησε και αυτός παίζοντας με τα σκοινιά. «Μα τον Δία» είπε γελώντας στον εαυτό του. « Όλα είναι όπως πρέπει »
Το ρολόι επιτέλους ξεμπερδεύτηκε και την Τρίτη φορά κτύπησε ακριβώς 12.
«Δεύτε λάβεται Φως, εκ του Ανεσπέρου Φωτός» Βροντοφώναξε ο παπά Κώστας στην Ωραία Πύλη ενώ δεκάδες λαμπάδες υψώθηκαν σε δέηση για να μεταλάβουν το μυστήριο.
Ο μικρός Έρωτας την ίδια στιγμή, βρέθηκε πάλι πάνω στο βάθρο του με ένα αινιγματικό χαμόγελο στα χείλη του.
Η Νύχτα φωτίστηκε από τα βεγγαλικά, οι κρότοι φόβισαν τα παιδιά, ευχές ειπώθηκαν και αγκαλιές άνοιξαν μα κανείς δεν κατάλαβε γιατί αυτήν την Ανάσταση όλοι ένιωσαν βαθιά μέσα στην ψυχή τους λίγες στάλες πάρα πάνω αγάπης.

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ όσοι διαβάσετε το διήγημα μέχρι της 12 και όσοι μετά,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ και ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!





Η Εννοια του Χρονου κατα τον Πλατωνα & τον Αριστοτελη

και ο συσχετισμός χρόνου - ουρανίων σωμάτων (κατά τον πρώτο), και χρόνου - κινήσεως (κατά τον δεύτερο)


Οι Αρχαίοι Έλληνες, γενικώς, είχαν μία κυκλική αντίληψη περί του χρόνου. Δεν απέδιδαν στον χρόνο το νοερό σχήμα της ημιευθείας που ξεκινά από ένα σημείο –την αρχή της δημιουργίας του κόσμου- και κατευθύνεται στο τέλος του. Αυτό που απεικονίζει προσφυέστερα την αντίληψή τους για την έννοια αυτή είναι η περιστροφική ανακύκληση των αστέρων[1].
Ακριβώς αυτήν την έννοια αποδίδει στον χρόνο ο Πλάτων. Ο Πλάτων σε ένα από τα έργα της τελευταίας φάσεως της συγγραφικής του δραστηριότητας, τον Τίμαιο, επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα της δημιουργίας του κόσμου. Εκεί αναφέρεται και στην έννοια του χρόνου καθώς και στη σχέση του με τα ουράνια σώματα. Κατά τον Πλάτωνα ο χρόνος είναι η κινητή εικόνα της αιωνιότητας: «Σκέφτηκε (ο δημιουργός) επομένως να δημιουργήσει κάποια κινητή εικόνα της αιωνιότητας. Ενώ λοιπόν έβαζε τάξη στον ουρανό έφτιαξε και τη ρυθμικά κινούμενη εικόνα της ακίνητης στην ενότητά της αιωνιότητας – το δημιούργημα που έχουμε ονομάσει χρόνο»[2]. Και στη συνέχεια αιτιολογεί την άποψή του λέγοντας ότι οι ημέρες και οι νύκτες δεν υπήρχαν πριν δημιουργηθεί ο ουρανός. Αυτά τα ονομάζει «μέρη του χρόνου»[3]. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι τα είδη του χρόνου. Όλα αυτά είναι συνυφασμένα με τον υλικό κόσμο. Το αιώνιο ον όμως είναι υπεράνω του χρόνου και της κινήσεως. Ο χρόνος: «μιμείται την αιωνιότητα και κινείται ρυθμικά σε κύκλους»[4].
Ο χρόνος, είναι λοιπόν σύμφυτος με τον ουρανό, και θα υπάρχει ο ένας όσο υπάρχει και ο άλλος: «Χρόνος δù οὖν μετù οὐρανοῦ γέγονεν, ἵνα ἅμα γεννηθέντες καὶ λυθῶσι, ἄν ποτε λύσις τις αὐτῶν γένηται»[5]. Μάλιστα, ακριβώς για να εξυπηρετηθεί η ύπαρξη του χρόνου, ο Θεός δημιουργεί τον Ήλιο, τη Σελήνη και τους Πλανήτες: «ἵνα γεννηθῇ χρόνος, ἥλιος καὶ σελήνη και πέντε ἄλλα ἄστρα, ἐπίκλην ἔχοντα πλανητά», ώστε να καθορίζουν και να διαφυλάσσουν τα μέτρα του χρόνου: «εἰς διορισμόν και φυλακήν ἀριθμῶν χρόνου»[6]. Τα ουράνια σώματα είναι, λοιπόν, κατά τον Πλάτωνα, κατά κάποιον τρόπο, ζωντανά ρολόγια, που δεν μετρούν απλώς, αλλά καθορίζουν τους κύκλους μέτρησης του χρόνου. Οι κυκλικές τους τροχιές ορίζουν τα έτη, τους μήνες και τις ημέρες. Και ανεφέραμε την λέξη «ζωντανά», διότι ο Πλάτων απέδιδε σε αυτά ψυχή. Αφού ο Θεός έπλασε τα ουράνια σώματα και τα έθεσε στις κυκλικές τους τροχιές, συνέδεσε με αυτά ψυχές: «δεσμοῖς τε ἐμψύχοις σώματα δεθέντα ζῶα ἐγεννήθησαν», οι οποίες έμαθαν να επιτελούν το ανατεθέν σε αυτές έργο της διαφυλάξεως με ακρίβεια των κύκλων μετρήσεως του χρόνου[7].
Στη συνέχεια αντιστοιχεί την ημέρα στον κύκλο περιστροφής του ουρανού, τον μήνα στον κύκλο της Σελήνης και το έτος στον κύκλο του Ηλίου. Παρόμοιες αντιστοιχίες υπάρχουν και για τους πλανήτες, μόνο που οι άνθρωποι ακόμη δεν τις έχουν αντιληφθεί: «νύξ μεν οὖν ἡμέρα τε γέγονεν οὔτως καὶ διὰ ταῦτα , ἡ της μιᾶς και φρονιμοτάτης κυκλήσεως περίοδος· μεὶς δὲ ἐπειδὰν σελήνη περιελ­θοῦ­σα τὸν ἑαυτῆς κύκλον ἥλιον ἐπικαταλάβῃ, ἐνιαυτὸς δὲ ὁπόταν ἥλιος τὸν ἑαυ­τοῦ  περιέλθῃ κύκλον. Τῶν δù ἄλλων τὰς περιόδους οὐκ ἐννοηκότες ἄνθρω­ποι»[8].
Ο Αριστοτέλης πραγματεύεται την έννοια του χρόνου και την σχέση του με την κίνηση στο έργο του Φυσική Ακρόασις. Θεωρεί τον χρόνο ως στοιχείο της κινήσεως. Στοιχεία της κινήσεως ή μεταβολής θεωρεί: το κινούν, το κινούμενον, τον χρόνο στον οποίο τελείται η κίνηση και το «ἐξ οὗ καὶ εἰς ὅ» (αρχικό και τελικό όριο)[9]. Ο χρόνος είναι αριθμός κινήσεως από το πρωτύτερα στο υστερότερα[10]: «τοῦτο γάρ ἐστιν τὸν χρόνον, ἀριθμός κινήσεως κατὰ τὸ πρότερον καὶ τὸ ὕστερον»[11]. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει έπειτα από μία διαλεκτική διαδικασία κατά την οποία διατυπώνει απορίες και εξετάζει διάφορες θέσεις.
Ξεκινά με την απορία αν ο χρόνος είναι κάτι πραγματικά υπαρκτό ή όχι. Διότι από τον χρόνο, το μεν παρελθόν κάποτε υπήρχε, τώρα όμως δεν υπάρχει, το μέλλον θα υπάρξει, αλλά τώρα είναι ανύπαρκτο, ενώ το παρόν είναι κάτι το φευγαλέο. Γιαυτό ο χρόνος θα μπορούσε να θεωρηθεί ανύπαρκτος ή με τόσο αδύναμη ύπαρξη που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σκιά[12]: «ἢ ὅλως οὔκ εστιν, ἢ μόλις καὶ ἀμυδρῶς»[13].
Η δεύτερη απορία του είναι τι είναι η παρούσα χρονική στιγμή, το «νῦν». Πραγματευόμενος τις απορίες αυτές απορρίπτει τις γνώμες που είχαν διατυπωθεί από κάποιους, ότι ο χρόνος είναι η κίνηση του σύμπαντος, ή η ίδια η σφαίρα του σύμπαντος ως απλοϊκές[14].  Στη συνέχεια εξετάζει την πιο σοβαρή άποψη -κατù αυτόν- ότι ο χρόνος είναι κίνηση και μεταβολή. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν είναι κίνηση. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Αριστοτέλης προσέδιδε στην λέξη κίνηση μία ευρύτερη σημασία από αυτήν που αποδίδουμε σήμερα. Κίνηση κατ' αυτόν ήταν η μεταβολή στην ουσία, στο μέγεθος, στην ποιότητα και η μετατόπιση των πραγμάτων[15]
Ο χρόνος δεν μπορεί να ταυτίζεται με την κίνηση, διότι η δεύτερη επιδέχεται διαβαθμίσεις ταχύτητας και βραδύτητα. Ο χρόνος όμως δεν μπορεί να είναι ταχύς ή βραδύς. Διότι η ταχύτητα ορίζεται βάσει του χρόνου: «ταχύ είναι ότι σε λίγο χρόνοδιατρέχει με την κίνησή του πολύ διάστημα, βραδύ, ότι σε πολύ χρόνο ολίγο διάστημα»[16]. Ο χρόνος όμως προϋποθέτει την μεταβολή, διότι «χωρίς κίνηση και μεταβολή χρόνος δεν υπάρχει»[17]. Καταλήγει, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι ο χρόνος είναι κάτι που ανήκει στην κίνηση[18].
Εξετάζει λοιπόν τι είναι κίνηση και μεταβολή. Διαπιστώνει ότι η κίνηση είναι συνεχές. Ως συνεχές ορίζει αυτό που είναι διαιρετό επù άπειρον[19]. Το χωρικό μέγεθος (ο χώρος) είναι συνεχές. Αφού η κίνηση γίνεται μέσα σε συνεχές μέγεθος είναι και αυτή συνεχής. Ο χρόνος είναι επίσης συνεχής διότι καλύπτεται από συνεχή κίνηση[20].

Αξιοσημείωτη είναι η διαπίστωση του Αριστοτέλη για τον χρόνο ότι είναι δυνάμει άπειρος τόσο κατά πρόσθεση, όσο και κατ' αφαίρεσιν[21]. Άπειρος κατά πρόσθεση, διότι είναι δυνατόν να προστίθεται χρόνος στον χρόνο επ' άπειρον. Κατ' αφαίρεσιν, διότι μπορούν να του αφαιρεθούν άπειρα μέρη, δίχως να εξαντλείται, καθώς ένα πεπερασμένο χρονικό διάστημα είναι διαιρετό επù άπειρον[22].
Συνεχίζοντας την πραγμάτευση του ζητήματος, αναφέρεται στις έννοιες του προτέρου και του υστέρουΠρότερο και ύστερο είναι χαρακτηριστικά τα οποία αναφέρονται κατ' αρχήν σε τόπο. Επειτα αναφέρονται και στην κίνηση. Κατά τρίτο λόγο αναφέρονται και στο χρόνο. Όταν η ψυχή αντιλαμβάνεται την διαφορά ενός νυν από ένα άλλο νυν, ένα προτύτερα και ένα υστερώτερα, τότε αυτή η αίσθηση χαρακτηρίζεται χρόνος[23]: «ὅταν γὰρ ἕτερα τὰ ἄκρα τοῦ μέσου νοήσωμεν καὶ δύο εἴπῃ ἡ ψυχή τὰ νῦν, τὸ μὲν πρότερον τὸ δὲ ὕστερον, τότε καὶ τοῦτό φαμεν εἶναι χρόνον»[24]. Με αυτό το συλλογισμό ο Αριστοτέλης οδηγείται στο συμπέρασμα ότι χρόνος είναι ο αριθμός της κίνησης από το πρότερον στο ύστερον. Δηλαδή ότι είναι η αριθμητή πλευρά της κινήσεως[25].
Αναλύοντας βαθύτερα το θέμα, ο ίδιος Φιλόσοφος, παραλληλίζει την κίνηση στον χώρο με την κίνηση στον χρόνο. Όπως, δηλαδή, η κίνηση μέσα στον χώρο γίνεται αντιληπτή από την παρουσία ενός αντικειμένου σε διαφορετικά διαδοχικά σημεία, έτσι η ροή του χρόνου κατανοείται παρατηρώντας  την σύνδεση μεμονωμένων νυν (στιγμιοτύπων του εκάστοτε παρόντος)  με διαφορετικά γεγονότα τα οποία ενθυμείται κάποιος. Τα νυν των χρονικών διαστημάτων αντιστοιχούν στα σημεία των ευθυγράμμων τμημάτων[26]. Ο χρόνος αριθμείται με βάση τα νυν, αυτά όμως δεν είναι μέρη του χρόνου, όπως τα σημεία δεν είναι μέρη (τεμάχια) μιας γραμμής.
Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο Αριστοτέλης, με το να συνδέσει την έννοια του χρόνου με την ικανότητα της ψυχής να αντιλαμβάνεται την διαφορά ενός υστερωτέρου νυν από ένα πρωτύτερο –όπως προανεφέραμε- πρέπει να δώσει και μια απάντηση στο ερώτημα εάν θα μπορούσε να υπάρξει χρόνος στην περίπτωση που δεν υπήρχε ψυχή για να αντιληφθεί αυτήν την διαφορά. Απαντά ότι εάν δεν υπάρχει κάτι που αριθμεί δεν υπάρχει και αυτό που αριθμείται, δηλαδή δεν θα ήταν αριθμημένο. Θα υπήρχε λοιπόν η κίνηση, αλλά δεν θα είχε μετρήσιμη διάσταση[27].



[1] Φ. Σατελέ: Η Φιλοσοφία, Μετάφραση Κ. Παπαγιώργης, τόμ.  Α΄, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1984, σελ. 88-89.
[2] Πλάτων,  Τίμαιος, Εισαγωγή – Μετάφραση - Σχόλια: Β. Κάλφας, εκδ. Πόλις, Αθήνα 1995, σελ. 213.
[3] Στο ίδιο.
[4] Στο ίδιο.
[5] Στο ίδιο, σελ. 214.
[6] Στο ίδιο.
[7] Στο ίδιο σελ. 215.
[8] Στο ίδιο σελ. 216.
[9] W.DRossΑριστοτέλης, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1993, σελ. 123.
[10] Αριστοτέλους, Φυσικά, Αρχαίο Κείμενο  – Μετάφραση – Σημειώσεις: Ν. Κυργιόπουλος, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 1975, σελ. 132.
[11] Αριστοτέλους, Φυσική Ακρόασις (Φυσικά), εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1997, εδάφ. 219b1, σελ. 170.
[12]Αριστοτέλους, Φυσικά, ό.π. σελ. 128.
[13]  Αριστοτέλους, Φυσική Ακρόασις (Φυσικά), ό.π., εδάφ. 217b32, σελ. 158.
[14] Αριστοτέλους, Φυσικά, ό.π., σελ. 130.
[15] Γ. Χριστιανίδης, Δ. Διαλέτης, Γ. Παπαδόπουλος, Κ. Γιαβρόγλου: Ελληνική φιλοσοφία και Επιστήμη: Από την Αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, Β΄ Τόμος, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2000, σελ. 135.
[16] Αριστοτέλους, Φυσικά, ό.π...
[17] Στο ίδιο, σελ. 131.
[18] Στο ίδιο.
[19] W.D. Ross: ό.π.σελ. 121.
[20] Στο ίδιο, σελ. 133.
[21] MVegettiΙστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας, Μετάφραση – επιστημονική επιμέλεια, Γ.Α. Δημητρακόπουλος, εκδ. Π. Τραυλός, Αθήνα 2003, σελ. 233-234.
[22] Στο ίδιο.
[23] Αριστοτέλους, Φυσικά, ό.π. σελ. 132.
[24] Αριστοτέλους, Φυσική Ακρόασις (Φυσικά), ό.π., εδάφ. 219a26-29, σελ. 168.
[25] W.DRossΑριστοτέλης, ό.π., σελ. 133.
[26] Στο ίδιο.
[27] Στο ίδιο, σελ. 134.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου