Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2019

Οικογένεια Κόλλια .Μια ματιά στο γενεαλογικό μας δέντρο. Παναγιώτης Ευαγγέλου Κόλλιας.

Ευάγγελος Κόλλιας 1861-1955
 Ο ξάδελφος μου Παναγιώτης Νικολάου Κόλλιας, μου έφερε μερικές παλιές φωτογραφίες που δεν τις είχα δει ξανά και ήταν μια ευκαιρία να μου πει ο αδελφός του πατέρα μου, Ευαγγέλου, Νικόλαος Κόλλιας, μια μικρή περίληψη από την δύσκολη ζωή του πατέρα του και παππού μου ,Παναγιώτη Κόλλια.
Ο Παναγής ήταν γιος του Ευάγγελου και της Σοφίας και το όνομα του το έχει ο αδελφός μου.

 Ο Ευάγγελος Κόλλιας πέθανε το 1955 94 χρονών. Στην κάτω φωτογραφία βλέπουμε τους γονείς της γιαγιάς μου της Σοφίας , ο Ιωάννης Μανώλης και Βιολέτα.
Ιωάννης Μανώλης του Αναστασίου και Βιολέτα Μανώλη.


Ο Ευάγγελος και η Σοφία Κόλλια έκαναν 8 παιδιά. Τον Αργύρη τον Πέτρο τον Κωνσταντίνο την Ουρανία την Γενοβέφα την Παγώνα  και την Μαριγώ και φυσικά τον Παναγή.

Ο Παναγής γεννήθηκε στην Μεκουνίδα,  πήγε σχολείο στον Γραμπιά και Σχολαρχείο στην Κάρυστο.
Με το τέλος του σχολείου πήγε στην Αθήνα και δούλευε σε ένα  μπακάλικο στην οδό Χακοκονδύλη κοντά στην Ομόνοια όπου και κοιμόταν στο πατάρι.
Καλός και τίμιος κέρδισε την εμπιστοσύνη του κόσμου και ένας γέροντας του χάρισε πολλά θρησκευτικά βιβλία που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον δρόμο της ζωής του.
Έχασε την μητέρα του νωρίς, το 1918 σε μια μεγάλη επιδημία γρίπης που είχε πλήξει τότε την Κάρυστο και πέθαιναν άνθρωποι κάθε μέρα. Έμεινε ο Ευάγγελος να δουλεύει, να φροντίζει και να προικίζει τις κόρες. Δεν παντρεύτηκε ξανά.

Η ζωή προχωρούσε δύσκολα και είχε έρθει η ώρα να πάει φαντάρος. Το 1922 ήταν στρατιώτης στο 3 Σύνταγμα Χαλκίδας και τους πήγαν στην Βουλγαρία. Εκεί τους πήραν τα όπλα και τους πήγαν στην Γερμανία όπου τους έκλεισαν σε ένα σχολείο χωρίς παράθυρα , κρύο και χιόνι.
Για να ζεσταθεί άνοιξε ένα παλιό σαμάρι και έκανε στο σκουτί γιλέκο ενώ μετά την ελευθέρωση τους, δούλεψε για 3 χρόνια σε ορυχείο σκάβοντας την γη και βγάζοντας κάρβουνο.
Έμαθε Γερμανικά παρά την σκληρή δουλειά μέχρι που  η ξένη γη με την τόσο σκληρή δουλειά ,τελικά τον έδιωξε για  να γυρίσει στην πατρική δική του γη, δίνοντας του για παράσημο της αντοχής του έναν πλευρίτη που τελικά τον σκότωσε όταν ήταν μόλις 67 χρονών, το 1960.
Φεύγοντας πέρασαν από την Ιταλία όπου για να ζήσουν αυτός μαζί με άλλους απελευθερωμένους Έλληνες, ψάρευαν στο ποτάμι βατράχια χρησιμοποιώντας κόκκινη κλωστή.
Όταν γύρισε στην Κάρυστο είπε στον πατέρα του ότι ήθελε να πάει καλόγερος στο Άγιο Όρος αλλά ο πατέρας του τον έθεσε εμπρός στις ευθύνες του για τις αδελφές του που έπρεπε να προικιστούν και να παντρευτούν.
Και έτσι έγινε λοιπόν.
Άρχισε να δουλεύει στα κτήματα μαζί με τον πατέρα του. Είχαν κοπάδι, ήταν ζευγάς, έβαζαν κρεμμύδια στο Πλατύ πίσω από τους Μύλους, είχαν ακόμα και αγελάδες.
Κάποτε ο Παναγής ήρθε στην Λάλα στον Μύλο του Σταμπέλου να αλέσει το στάρι για να πάρει αλεύρι.
Έτυχε εκείνη την ώρα να είναι εκεί και ο Γιάννης ο Μανώλης από το Καλογέρι για να αλέσει και αυτός το στάρι του.
Τότε το στάρι και το αλεύρι το μετέφεραν με τις Ταγάρες. Οι ταγάρες ήταν μεγάλα ταγάρια υφασμένα από μαλλί γίδινο στην κρεβατίνα.
Είχε τελειώσει ο Μανώλης και ζήτησε ένα χέρι βοήθειας για να φορτώσουν τις ταγάρες. Τότε ο Παναγής πήρε μόνος του το φορτίο των 75 περίπου κιλών και το φόρτωσε μόνος του στο ζώο.
Εντυπωσιασμένος ο Γιάννης ζήτησε να μάθει ποιανού είναι το τόσο δυνατό παλικάρι και έτσι στήθηκε το προξενιό που έφερε την γιαγιά μου Σοφία από το Καλογέρι στην Μεκουνίδα.

Τότε όταν πήγαινε η νύφη στο νέο σπίτι είχαν έθιμο να τάζουν κάτι στην νύφη για να κατέβει από το άλογο η το μουλάρι, τα ονομαζόμενα Κατεβαστικά.
Τηρώντας το έθιμο ο Ευάγγελος της έταξε την κάτω πεζούλα που είχε ροιδιές και καρυδιές, και έτσι η Σοφία κατέβηκε και άρχισε την νέα της ζωή μαζί με τον Παναγή.
 Δούλευε μεροκάματο μέρα νύχτα εργάτης όπου έβρισκε δουλειά, σκάβοντας ακόμα και κάτω από το φως του φαναριού που ήταν κρεμασμένο στην λεμονιά.
Με 500 δανεικές δραχμές αγόρασε την γη που είναι σήμερα το πατρικό μου , το σπίτι που έχτισαν με τα χέρια ο ίδιος και η γιαγιά μου, το έχει ανακαινίσει ο Νίκος Κόλλιας του Ιωάννη .
Τότε ήταν όλη η γωνία περιβόλι και φύτευαν απ άκρη σε άκρη για να τα βγάζουν πέρα.
Ο καιρός περνούσε και έγινε υπάλληλος στα 3Τ.
Τα 3Τ ήταν  το Ταχυδρομείο ο Τηλέγραφος και το Τηλέφωνο.
Ο παππούς μου ήταν φύλακας στις γραμμές και πήγαινε 2 φορές την βδομάδα να ελέγξει την γραμμή του καλωδίου.
Άλλες 2 φορές πήγαινε στον Φυγόντα, πίσω από τον Φυγιά και ανέβαινε στην κολόνα και έπαιρνε τηλ με το κέντρο.
Φυσικά όλες αυτές οι διαδρομές γινόντουσαν με τα πόδια. 
Μια χρονιά,  το 1928 έκανε έναν φοβερό χειμώνα και το χιόνι ήταν τόσο πολύ που σκέπασε τα σπίτια.
Ο παππούς είχε πάει στο Μαρμάρι και επέμενε να γυρίσει σπίτι του μέσα στον χιονιά. Κοντά στο Λυκόρεμα βρήκε καταφύγιο σε ένα κονάκι και έμεινε εκεί για 3 μέρες αποκλεισμένος από τον κόσμο ενώ στο σπίτι του τον έκλαιγαν για πεθαμένο.
Όταν τελικά ο καιρός άνοιξε, γύρισε πίσω και συνέχισε από εκεί που είχε σταματήσει τα δρομολόγια.
ο πατέρας μου ενός έτος 1921 Ευάγγελος Κόλλιας

Κωσταντής Κόλλιας.

Ο Κωσταντής Κόλλιας αδελφός του Παναγή, σκοτώθηκε στην Μικρά Ασία το 1922.
 Πίσω από την κάρτα έγραφε

Το σώμα και τα κόκαλα θα γίνουν χώμα
η φωτογραφία μου μα μείνει στον αιώνα.




Η γιαγιά μου είχε 7 αδέλφια.
Τον Αναστάσιο, τον Κώστα, τον Γιώργη τον Δημήτρη τον Μανώλη που πέθανε νωρίς από φυματίωση και τον Βαγγέλη και τον Νίκο που πήγαν στο Σουδάν στην Καμπέλα όπου έκαναν περιουσία και αγόρασαν γη στην περιοχή μας.

Από τόσους και τόσους συγγενείς γνωρίζω ελάχιστους.
Ελπίζω όμως να διαβάσουν τις πληροφορίες για τους κοινούς μας προγόνους και την κοινή μας ιστορία.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου