Οι Ελληνογερμανικές αδελφοποιήσεις, τα προβλήματα, οι δυνατότητες και οι προοπτικές τους.
Γράφει ο δημοσιογράφος Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.
Ακούμε συχνά στο τελευταίο χρονικό διάστημα να γίνεται λόγος για την «αδελφοποίηση πόλεων και κοινοτήτων» στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για τα οφέλη που μπορεί να φέρει αυτή στις σχέσεις των λαών της Ευρώπης και στην ευρύτερη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των πόλεων και των κατοίκων τους μέσα από την φιλία και την συνεργασία τους. Για να αντιληφθούμε, όμως, καλύτερα την πραγματική και πρακτική σημασία του όρου «Αδελφοποίηση» ας δούμε τον επίσημο ορισμό του, όπως τον έδωσε μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Jean Bareth, ένας από τους ιδρυτές του “Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Δήμων και Περιφερειών” (CEMR). Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτόν, «αδελφοποίηση» σημαίνει την προσέγγιση δύο κοινοτήτων, που επιδιώκουν με αυτόν τον τρόπο να λειτουργήσουν με ευρωπαϊκή προοπτική, προκειμένου να αντιμετωπίζουν τα προβλήματά τους και να αναπτύσσουν μεταξύ τους ολοένα στενότερους δεσμούς φιλίας. Έτσι ο Jean Bareth, προσδιόρισε τις βασικές αξίες, που εκπροσωπεί η αδελφοποίηση των ευρωπαϊκών πόλεων, δηλαδή την φιλία, την συνεργασία και την αμοιβαία ευαισθητοποίηση μεταξύ των λαών της Ευρώπης. Σήμερα, με την ευρεία εφαρμογή της, η αδελφοποίηση αφορά συχνά περισσότερους από δύο εταίρους. Άλλωστε, είναι η έκφραση μιας ευρωπαϊκής ενότητας και ταυτότητας, που αναπτύσσεται από τους πολίτες όλων των ευρωπαϊκών κρατών και αποτελεί ενδεχομένως την πλέον εμφανή μορφή ευρωπαϊκής συνεργασίας, με χιλιάδες πόλεις και χωριά να δηλώνουν με υπερηφάνεια, όταν εισέρχεται κάποιος στο έδαφός τους, με ποιές κοινότητες-εταίρους έχουν αδελφοποιηθεί.
Η αδελφοποίηση προσφέρει πολυάριθμες δυνατότητες στους Ο.Τ.Α.
Η αδελφοποίηση αποτελεί ένα εκπληκτικά ευέλικτο «εργαλείο» με πολυάριθμες δυνατότητες εφαρμογής. Μπορεί να αναπτυχθεί μεταξύ μικρών χωριών, κωμοπόλεων, μεγάλων πόλεων, χωρών, κ.λπ. Μπορεί να εστιάσει σε ένα εξαιρετικά ευρύ φάσμα θεμάτων, ενώ μπορούν να συμμετέχουν σε αυτή διάφοροι παράγοντες από δύο ή περισσότερες αδελφοποιημένες κοινότητες. Μια επιτυχημένη συνεργασία αδελφοποίησης μπορεί να προσφέρει πολλά οφέλη στις κοινότητες και τους δήμους. Ενώνοντας τους ανθρώπους από διάφορα μέρη της Ευρώπης, αποτελεί μια ευκαιρία για από κοινού αντιμετώπιση των προβλημάτων, ανταλλαγή απόψεων και κατανόηση διαφορετικών αντιλήψεων που αφορούν οποιοδήποτε θέμα, για το οποίο υπάρχει αμοιβαίο ενδιαφέρον ή ανησυχία. Μπορεί να βοηθήσει τους νέους να συνεργαστούν με τους εταίρους τους από τις άλλες χώρες και πόλεις και να ανακτήσουν την αυτοπεποίθησή τους. Μπορεί να βοηθήσει τους πάντες να κατανοήσουν καλύτερα, ποιά είναι από πρακτικής πλευράς η έννοια της ενωμένης Ευρώπης, δηλαδή ποιά είναι η σημασία της σήμερα, αλλά και πού μπορεί να μας οδηγήσει το μέλλον. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα ορθής πρακτικής στην αδελφοποίηση, που καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα θεμάτων – τέχνη και πολιτισμός, νέοι, συμμετοχή στα κοινά, αειφόρος ανάπτυξη, τοπικές δημόσιες υπηρεσίες, τοπική οικονομική ανάπτυξη, κοινωνική συμμετοχή, αλληλεγγύη κ.λπ. Η αδελφοποίηση αποτελεί μια μακροπρόθεσμη δέσμευση μεταξύ των εταίρων και όχι μια βραχυπρόθεσμη συνεργασία. Πρέπει να μπορεί πάντα να επιβιώνει των αλλαγών της πολιτικής ηγεσίας και των βραχυπρόθεσμων δυσκολιών των εταίρων, οι οποίοι οφείλουν να υποστηρίζουν ο ένας τον άλλο σε δύσκολους καιρούς, όπως π.χ. σε περιόδους οικονομικής κρίσης, θεομηνιών και φυσικών καταστροφών. Και δεδομένου ότι αποτελεί μια μακροπρόθεσμη δέσμευση, είναι ζωτικό να επανεξετάζεται ανά τακτά διαστήματα η συνεργασία, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι ανταποκρίνεται στις εκάστοτε ανάγκες και παραμένει πάντα αποτελεσματική και δυναμική.
Εξίσου σημαντική είναι η διπλή δέσμευση, που απαιτείται, για να είναι επιτυχημένες οι αδελφοποιήσεις: Των τοπικών αρχών, αλλά και των πολιτών. Με λίγα λόγια, δεν μπορεί να υπάρξει  χωρίς την ενεργή συμμετοχή και τις πρωτοβουλίες των πολιτών! Αυτή η διττή φύση απαιτεί συχνά τη θέσπιση μιας επιτροπής αδελφοποίησης, στην οποία θα συμμετέχουν, όχι μόνον οι τοπικοί αξιωματούχοι, αλλά και απλοί πολίτες. Και αυτό διότι οι αδελφοποιήσεις δεν αφορούν μόνο τους έχοντες την εξουσία, αλλά στηρίζονται στους ενεργούς πολίτες, δηλαδή στον εθελοντισμό και στη συμμετοχή των πολιτών, σε συνεργασία με τις κρατικές και τοπικές αρχές, με πολιτιστικούς συλλόγους και ενώσεις. Αποτελούν επομένως ευκαιρία για ένδειξη, ερέθισμα και κίνητρο για ενεργή συμμετοχή και εποικοδομητική συνεργασία.
Ενθαρρύνουν ανταλλαγές εμπειριών σε μια σειρά θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος, όπως είναι η προφύλαξη του περιβάλλοντος, η προώθηση σχεδίων πόλεων, η καταπολέμηση των ναρκωτικών, η αμοιβαία καλλιέργεια των πολιτιστικών σχέσεων, του αθλητισμού και των καλών Τεχνών, οι εκπαιδευτικές ανταλλαγές σε επίπεδο σχολείων και Σχολών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι ανταλλαγές καθηγητών, μαθητών και φοιτητών, οι ανταλλαγές εξειδικευμένου δημόσιου προσωπικού συγκεκριμένων προγραμμάτων, οι επιχειρηματικές συνεργασίες, οι επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες, που συμβάλλουν στην επίγνωση των πλεονεκτημάτων της εύρεσης συγκεκριμένων λύσεων τοπικών αυτοδιοικήσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο κ.α.. Επίσης η αδελφοποίηση σχολείων, οργανισμών, πανεπιστημίων, επαγγελματικών, μουσικών σχολών, μουσείων, οικονομικών σχολών, τμημάτων ιατρικής κλπ. αποτελεί ένα σημαντικό μέσο που συμβάλλει στο να κατανοήσουν οι άνθρωποι τους στόχους της ΕΕ, στην ενδυνάμωση της έννοιας της ευρωπαϊκής ταυτότητας και την προσέγγιση της ΕΕ και των πολιτών της. Οι αδελφοποιήσεις παρέχουν μοναδική ευκαιρία να γνωρίσει κάποιος τον τρόπο ζωής των κατοίκων άλλων χωρών και περιοχών και να αναπτύξει φιλικές σχέσεις, που προωθούν την ειρήνη και συμβάλλουν στην καταπολέμηση των προκαταλήψεων. Χάρη του συνδυασμού των ανωτέρω στοιχείων, συνιστούν ένα εργαλείο επίτευξης αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ πολιτών πόλεων και χωρών. Εν κατακλείδι συμπεραίνουμε, ότι οι αδελφοποιήσεις προσφέρουν το ιδανικό εργαλείο υλοποίησης της αλληλεγγύης μεταξύ των λαών της Ευρώπης και το ευέλικτο πλαίσιο συνεργασίας, αμοιβαίας βοήθειας και ανταλλαγών βέλτιστων πρακτικών (πέρα από τις οποιεσδήποτε κρατο-κεντρικές λογικές), δημιουργώντας τις συνθήκες ανάδυσης μιας κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας.
Πως υλοποιείται πρακτικά η αδελφοποίηση και ποιές προτεραιότητες μπορούν να αναπτυχθούν
Ας εξετάσουμε τώρα τον πρακτικό τρόπο, με τον οποίο μπορεί κανείς να προχωρήσει στην επίτευξη της αδελφοποίησης της πόλης του με μια άλλη ευρωπαϊκή πόλη. Το πρώτο πράγμα, που οφείλει να γνωρίζει κάθε παράγοντας της Αυτοδιοίκησης, που θέλει να υλοποιήσει μεθοδικά και μελετημένα ένα τέτοιο βήμα, είναι ότι η αδελφοποίηση δεν είναι κάτι που πραγματοποιείται πρόχειρα. Είναι μια διαδικασία, που απαιτεί προσεκτική προετοιμασία. Βασικά πρέπει να ακολουθήσει τα εξής επτά πρακτικά βήματα:
1. Καθορισμός οράματος και επιδιωκόμενων στόχων του ελληνικού ΟΤΑ (Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης).
2. Ανεύρεση ευρωπαίου εταίρου, με αντίστοιχους επιδιωκόμενους στόχους.
3. Σύσταση Επιτροπής αδελφοποίησης μεταξύ των δυο ενδιαφερόμενων Δήμων.
4. Κατάρτιση ενός σχεδίου δράσης των δυο ενδιαφερόμενων Δήμων.
5. Απόφαση Δημοτικού συμβουλίου.
6. Χορήγηση σύμφωνης γνώμης από τον αρμόδιο φορέα της κεντρικής διοίκησης
7. Επισημοποίηση της σχέσης, με αντίστοιχη τελετή και υπογραφή κοινής διακήρυξης αρχών.