Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2020

Ποιήματα εμπνευσμένα από τις Απόκριες.

Άλλοτε με διάθεση σατιρική έως απόλυτα καυστική για τη χαρούμενη γιορτή της Αποκριάς και την ξέφρενη διάθεση των Ελλήνων κι άλλοτε με διάθεση φιλοσοφική, οι ποιητές κατά καιρούς σχολίασαν την ελληνική αποκριά. Αυτό συνέβαινε κυρίως σε πολύ παλιότερες εποχές, όταν άλλωστε η ζωή ήταν πολύ διαφορετική σε μια Αθήνα που ελάχιστα έμοιαζε με τη σημερινή, απρόσωπη μεγαλούπολη. Ξεχωρίζουν βέβαια οι σατιρικοί ποιητές, οι οποίοι - άλλο που δεν ήθελαν - είχαν πολλές αφορμές ν' αντλήσουν την έμπνευσή τους από τις μέρες του καρναβαλιού.

Το Φεβρουάριο του 1886, σε μια εποχή που εκφράζονταν φιλοπόλεμες διαθέσεις επηρεασμένες από τη φαντασίωση της "Μεγάλης Ιδέας", ο Αστός έγραφε στο Άστυ για τον πόλεμο του Καρναβαλιού (Δημοσιεύθηκε στις 16.02.1886)
ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ
- Ετέλειωσαν τα ψέματα· ο πόλεμος θα γίνει...
- Δε ντρέπεσαι! θα έχουμε παντοτινή ειρήνη!
- Μωρέ θα το βροντήξουμε κι ο κόσμος αν χαλάσει!
- Αϊ! βλέπω έμοιασες και συ του φίλου μου του Βλάση.
Μ' αυτά και άλλα ο καιρός επέρασε και πάει,
Μ' αυτά και πιο χειρότερα και σήμερα περνάει.
Εν τούτοις πριν ο πόλεμος τη μούρη του προβάλει
Ιδού οπού μας έφθασε τρελό το καρναβάλι.
Και τώρα δίχως χρήματα, φτωχοί και φουκαράδες
Εμπρός! Ας γίνουμε λοιπόν και πάλι μασκαράδες.
Εμπρός! Ας το γλεντήσουμε! Αν κι είναι φόβος.... - φρίκη!
Μήπως για πάντα μείνουμε με το μασκαραλίκι!


Η αποκριά ήταν αγαπημένο θέμα του Σουρή, ο οποίος κάθε χρονιά γέμιζε τις σελίδες της τετρασέλιδης, σατιρικής εφημερίδας του (Ο Ρωμηός) με στίχους, που είτε σατίριζαν την επικαιρότητα της εποχής στο πλαίσιο μιας υποτιθέμενης μασκαράτας είτε καυτηρίαζαν τις συμπεριφορές του Έλληνα, που παραδινόταν στο μεθύσι των εορτασμών.
Κάποιες στροφές που δημοσιεύτηκαν - ανάμεσα σ' άλλες - στο Ρωμηό στις 27.01.1901.
Είσοδος του μεγάλου μασκαρο-Καρνάβαλου
Περιούσιε λαέ μου, που προς χάριν μου βροντάς,
θεονήστικος χορεύεις, θεονήστικος γλεντάς.
Δείχνεις πάλι τόσο κέφι...
πού στο διάβολο το βρίσκεις!...
ο λιμός σε καλοτρέφει
κι έχεις μάγουλα παιδίσκης.

Περιούσιε λαέ μου, την κακή μου, την κακή σου...
κάθε τόσο τσαμπουνάς
πως λιμώττεις και πεινάς,
κι όμως δίνεις για τα γλέντια και το τρύπιο το βρακί σου.

Περιούσιε λαέ μου, λες πως πάσχεις ολοένα,
κι όμως χάνεσαι για μένα, 
κι ενώ σκούζεις κουρελής,
με γενναίας προσφοράς
και μ' εράνους δαψιλείς
βγαίνεις πρώτος μασκαράς.

Ω λαέ των κωφαλάλων,
που συχνά παραπονείσαι,
μόνο για των Καρναβάλων
τους θριάμβους συγκινείσαι.

Ξεφωνίζεις πως σε ρεύουν, πως των φόρων σ' έχουν σκλάβο,
μα πού βρίσκεις τους παράδες
για να κάνεις μασκαράδες
δεν μπορώ να καταλάβω.

Βέβαια, ο Σουρής εμπνεόταν από την Αποκριά και πριν ακόμη αρχίσει να εκδίδει την εφημερίδα του. Οι παρακάτω στοίχοι προέρχονται από ποιήμά του, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μη Χάνεσαι στις 3 Φεβρουαρίου 1882. Ο ποιητής ήταν πολύ αυστηρός με τους συγχρόνους του - περισσότερο απ' ό,τι στο προηγούμενο ποίημα - εκπέμποντας μάλλον μια αποστροφή για τα καρναβαλικά έθιμα.

ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ
Τι θέλει ο λαός αυτός ο αποβλακωμένος,
που μασκαράς ξεκάλτσωτος εβγήκε στο σεργιάνι,
κι εδώ κι εκείθε πιλαλά καταμουντζουρωμένος;
Δεν θέλει τίποτα, καλό μουντζούρωμα του φθάνει
Μουντζούρα για τη μούρη του και άλλο δεν γυρεύει,
ο ίδιος μασκαρεύεται αντί να μασκαρεύει.

Ποτέ τους Κυβερνήτας του δεν θέλει να πειράξει,
κι αν κάποτε με τ' όνομα του κλέφτη τους στολίζει,
όμως ως κάτω χαιρετά του κλέφτη το αμάξι,
και με τα δυο του γόνατα εμπρός του γονατίζει.
Έπειτα ο κυρίαρχος έχει κι αυτή τη χάρη,
να τρέμει για τη φυλακή, να φεύγει το στιλιάρι.

Μπορεί να μουντζουρώνεται με τιγανιού μουντζούρα,
να γίνεται και γάδαρος, να σέρνεται, να σέρνει,
αλλ' όχι να φορεί ποτέ και άρχοντος φιγούρα....
δεν αγαπά να δέρνεται, δεν αγαπά να δέρνει.
Αφού αφήνει φανερά καθένας να τον κλέβει,
τι θα κερδίσει τάχατε και αν τους μασκαρεύει;

Για δέτε τι ξεκάλτσωτοι, για δέτε τι μουντζούρα!
για δέτε κι έναν απ' εδώ με μια κοντή βελάδα,
για δέτε κι άλλον απ' εκεί με ψεύτικη καμπούρα...
Μπορεί κανείς να μη γελά σε τόση εξυπνάδα;
Γελά ο τάδε κύριος κι η δείνα η κυρία,
μα ξεκαρδίζομαι κι εγώ από την... αηδία.


Σε τελείως διαφορετικό μήκος κύματος, πιο ρομαντικό και σίγουρα όχι σατιρικό ο "κ. Κοσμάς" δημοσίευσε μια σειρά από "Αποκριάτικα Τραγούδια" στο Νουμά το Φεβρουάριο του 1903. Τα παρακάτω τρία, που μιλούν για τους επιπόλαιους έρωτες της Αποκριάς, αλλά κρύβουν και μια ευαίσθητη, φιλοσοφική διάθεση, δημοσιεύτηκαν στις 16 Φεβρουαρίου.

ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Πάνω στο γλέντι επίστεψα
πως σ' έκανα δική μου.
Κι όταν το γλέντι ετέλειωσε
σε ρώτησα, ξανθή μου:

- Θα μ' αγαπάς; Θα ζήσουμε
πάντα λοιπόν μαζί;
Και μού πες λιγωμένη:

- Αγάπη αποκριάτικη
μια νύχτα μόνο ζει
και την αυγή πεθαίνει.
..................................................

Πίστεψε σ' ό,τι σου λέω
κι ας μην είναι αληθινά.
Κι αν σου ότι για σένα
θε να πάρω τα βουνά,

Πίστεψέ το! Τις ημέρες
του γλεντιού και της χαράς
Μέσ' στους άλλους μασκαράδες
είν' κι ο Έρως μασκαράς.
.....................................................

Φιλόσοφε, τι χάνεσαι;
τον νου σου τι ζαλίζεις;
Το πρόβλημα το άλυτο
να λύσεις τι πασκίζεις;

Μι' αποκριά είν' η ζωή
τη μάσκα όλοι φορούμε,
Κι ένα τρανόν Καρνάβαλο
- τον Χάρο - καρτερούμε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου