Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγγελος Κεκεμπανος χρονογραφήματα.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγγελος Κεκεμπανος χρονογραφήματα.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Η γύφτισα. Άγγελου Κεκεμπάνου

Kειδά που τώρα βρήσκεται το όμορφο στολίδι της δυτικής παραλίας της Καρύστου, το ξενοδοχείο Αναστασία, ήτανε τότε δα, λίγο μετά το μεγάλο πόλεμο του 40, μια αλάνα που οι γύφτοι πολύ την ορέγονταν και στήνανε τα τσαντίρια τους.
Βέβαια τότε ούτε Ντάτσουν είχανε, ούτε τραπέζα ούτε Ταλικές καρέκλες να πουλήσουνε, Αυτά είναι καινούργια πράματατούτης της εποχής που εμείς κλαιγόμαστε ότι είναι μαύρη και κακή.
Ενώ τότες...Τότε μέσα στην γενική φτώχια και κακομοιριά βγαίνανε οι γύφτοι κατά καιρούς να πουλήσουνε την πραμάτια τους κουβαλώντας τη στην πλάτη.
Ήτανε τούτη η πραμάτεια πανέρια, κοφίνια χαβάνια,μύλους του καφέ, άντε και κανένα γουδί ξύλινο της σκορδαλιάς μπιρμπιλισμένο με στολίδια πάνω στο ξύλο του.
Εκτός της πόλης της Καρύστου με τα τότε κουσούμια της, βγαίνανε και στα γύρω χωριά να πουλάνε ότι μπορούσανε και οι γυναίκες πα πούνε την μοίρα στις αφελείς οξωτάρισες και να πάρουνε ότι καλούδια είχανε τούτες και να το ρίξουν στο ταγάρι τους.
Πότε γυρευτό, πότε κλεμένο.
Μια λοιπόν από τούτες τις οξωτάρισες, μη πω σε ποιο από τα γύρω χωριουδάκια γιατί ζει ακόμη και θα μου κάνει κάντι μούτρα, τσιμπήθηκε με ένανε εικοσάρι γύφτο  που της έκανε τα γκυκά μάτια.
Ομορφούλης ήτανε τούτος και σαρανταρισμένη πια εκείνη , της φάνηκε λουκουμάς με μέλι γκιουλ μπερι.
Τα κουτσοφτιάξανε με την πρώτη αλλά έπρεπε και να βρούνε τρόπο γιατί και άντρα είχε κείνη ζόρικο και κουσελούδες γύρω γύρω της πολλές.
Κανονίσανε λοιπόν να ντύνεται κείνος μετ α ρούχα τσιγγάνας και να πηγαίνει όποτε θέλει να της λέει τη μοίρα της και να αγοράζει κείνη ότι ήθελε από την πραμάτεια του.
Έτσι γιόμισε το σπίτι  με κρησάρες, κοφίνια  γουδιά από τις πραμάτειες του με μοναδική αμοιβή  να φρεσκάρει ο γύφτος  τις άλλες του τις πραμάτειες , τις κρυμμένες , πάνω στο μαλακό αχυρένιο της κρεβάτι με την κόκκινη μπατανία.
Τούτα τα σούρτα φέρτα  κάνανε περίεργη εντύπωση στο ζόρικο άντρα της και μπερμπάντης όπως ήτανε παραφύλαξε ένα βράδι  και έστησε καρτέρι κοντά στο ρέμα περιμένοντας να περέσει η όμορφη , όπως νόμιζε, γύφτισα.
Όταν λοιπόν είδα να ζυγώνει κοντά στο γεφυράκι που ήτανε η κρυψώνα του, άπλωσε τη χερούκλα του και τράβηξε κείνη που νόμιζε για γύφτισα με το ζόρι για να κάνει κειδάσ την ερημιά και τα δικά του κέφια.
Όταν άπλωσε το χέρι του στο δύσκολο σημείο, διαπίστωσε με τρόμο ότι τα κρυμένα εργαλεία της γύφτισας ήτανε ντάλε κουάλε όμοια με τα δικά του που κείνη τη ώρα είχανε κιόλας φουντώσει.
Έπεσε ολοίσια ξερός.
Όχι τόσο για κείνα που είδε, αλλά για το πως θα μιλήσει και θα κάνει φασαρία της κυράς του για το τι ήτανε η γύφτισα.
Κατάλαβε αμέσςως που θα του έκανε ττην ερώτηση.."Και συ που το ξέρεις?" Τι να της έλεγε τότε?


Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Η Μπουγάδα. Άγγελου Κεκεμπάνου.

Τούτη η ιστορία που θα πούμε σήμερα είναι πολύ παλιά.
Είναι από τότε που ούτε το ξενοδοχείο Απόλλων ήτανε, ούτε το μπαρ Κοχύλι, αλλά κάτου  από το γιοφύρι κύλαγε ένα ολοκάθαρο νεράκι και γελαστό γελαστό συναντιούτανε με την αμμουδιά που κάτασπρη απλωνότανε μπροστά του.
Κειδά στον τόπο της συνάντησης οι νυκοτσιράδες της περιοχής είχαν κατασκευάσει με τα χέρια τους μια λακουβίτσα, την είχαν στρώσει με βοτσαλάκια και με το νερό που συγκεντρωνότανε κειδά μέσα κάνανε την μπουγάδα τους, όπως εκείνη την ημέρα που σειρά είχανε η κυρά Κούλα, η Σοφία η Κοψιστιόμετα και η Σοφίτσα η μπεγλέρενα από τον πάνου δρόμο.
Τούτη ερχότανε πάντα μαζί με την μάνα της την γριά Κουλιδέσα γνωστή σαν την πρώτη διάστρα όταν βάζανε πανί της κρεβατίνας.
Φέρνανε πάντα μαζί τους και το μύλο του καφέ ώστε να έχουνε φρεσκοκομμένο καφεδάκι που θα ψήνανε στην χόβολη,μισό καρβουδισμένο ρεβίθι για να φτουρίσει, και μισό αληθινό καφέ.
Σηκωθήκανε που λέτε σούνταχα, φόρτωσαν στα παιδιά τους - που τότε ήταν υπάκουα- την σιδεροστιά, το καζάνι για το ζέσταμα του νερού τις ξύλινες σκάφες με τις πέτρινες πλύστρες και το γάλικα της μπουγάδας.
Φωτό Σούλα Μαρίνου

Σαπούνι και λουλάκι αγορασμένα από την Μαρίκα την Καραβολίνα , και πριν βγει ο ήλιος είχανε ζεστάνει το νερό με φωτιά από τα ξυλαράκια που είχανε μαζέψει γύρω τριγύρω και είχανε αρχίσει το πλύσιμο των ρούχων.
Ρίχνανε ούλες μαζί τα ασπρόρουχα στο γάλικα, πάντες του κρεβατιού, ολοκέντητες, τραπεζομάντηλα και μαξιλάρια της σκόλης, μονά διπλά, και ακόμα εσώρουχα άσπρα του φορεμού, από την προίκα τους, που τα είχανε για τις καλές ώρες.
Στοιβαχτίκανε όλα τούτα στον γάλικα σειρά σειρά, απλώσανε από πάνου ένα πιο παλιό και πιο γερό άσπρο ρούχο, το σταχτόπανο, απλώσανε τη στάχτη για να γίνει η αλυσίβα , σκορπίσανε ανάμεσαλεμονόφυλλα για να μοσκομυρίσουνε και αρχίσανε να ρίχνουνε ζεστό νερό με την Καρύκα για να λευκανθούνε.
Στο μεταξύ απλώσανε τα σκούρα στις καναπίτσες για να στεγνώσουνε, διαλύσανε το λουλάκι να είναι έτοιμο για το ξέβγαλμα και ως τότε ψήσαν τον καφέ , τον μοιράσανε στα πήλινα φλυτσάνια για να τον πιούνε , φέρανε και ένα αιγινίτικο σταμνάκι νερό από την βρύση κάτου από την Ανεμώνη για να ξεδιψάσουνε, και ξένοιαστες περιμένανε λίγο ακόμη να λευκανθούνε με την αλυσίβα τα ρούχα στο γάλικα και να τα λουλακιάσουνε, και καλά ήταν για σήμερα.
Τότε ακούστηκε η φωνή της μπεγλέρενας τρομαγμένη.
Τι έκανε βρε στρίγκλικο?
Σπαζοχολιάσανε οι γυναίκες και μείνανε με το φλυτζάνι μισοάδειο.
Τι είχε γίνει?
 Ο μικρός της κυρά Κούλας είχε σηκώσει το μπατζάκι του, είχε βγάλει όξω το πουλί του και τσουπ, είχε μολάρει ούλη του την κατρούλα μέσα στο καθαρό νερό που είχαν συγκεντρώσει για το ξέβγαλμα.
Συγχιστήκανε οι γυναίκες, είπε η κυρά Κούλα, να δεις βρε γοργόνι που θα τα πω ούλα στον πατέρα σου!.
Μετά κάνανε άνοιγμα της λακουβίτσας να βγει το κατουρημένο νερό και φτου από την αρχή, μαζέψανε καινούργιο  που καμαρωτό καμαρωτό ερχόταν από την ρεματιά, ξεβγάλανε, λουλακιάσανε και φχαριστημένες με τον ήλιο ψηλά πια, πήρανε το δρόμο για τα σπίτια τουςκουβαλώντας στους ώμους και τα συμπράγαλα τους.
Είχανε να ετοιμάσουνε και το μεσημεριανό φαγητό γιατί όπου νάτανε η καμπάνα του Άγιου Νικόλα θα σήμαινε μεσημέρι.

Άγγελος Κεκεμπάνος.

ο γάλικας ήταν ένα μεγάλο καλάθι περίπου ένα μέτρο μήκος με 80 πόντους ύψος.
Η αλυσίβα είναι όταν βράζουμε στάχτη με νερό, και η καρύκα είναι ξεραμένη κολοκύθα σε σχήμα μπουκαλιού περίπου, από τις κολοκύθες που τις λέμε λίρες και κάνουμε την λυρόπιτα.
Τις χρησιμοποιούσαν και για μπουκάλια.

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Το σφιγγαρόνι.Χρονογράφημα Άγγελου Κεκεμπάνου


Σήμερα λέω να δώσουμε κουράγιο στην θυμησή μας για να μας γυρίσει κάμποσα χρόνια πίσω, στα δύσκολα χρόνια του μεγάλου πολέμου.
Πεντακόσια παιδιά είχε τότε το πάνου σχολείο το Δημοτικό.
Η νέα και όμορφη τότε η δασκάλα μας η Βάσω 150 παιδιά είχε στην πρώτη τάξη όταν ξεκίνησε την σταδιοδρομία της.
Τάβγαλε πέρα παλληκαρίσια και στην Πέμπτη τα παρέδωσε στον άλλο μεγάλο δάσκλαο τον Γιάννη Μπάκωση/
Και μόνο που τον έβλεπες τον δάσκαλο τούτο αισθανόσουν την αξιοπρέπεια του, την υπευθυνότητα και την διάθεση του να δασκαλέψει τα μικρά ακόμα παιδιά στην γνώση και τις αξίες ενός καλύτερου κόσμου.
Και κει που όλα πήγαιναν καλά και ωραία με την ευχή του Θεού και το κύρος και η γνώση του τότε διδασκαλικού κόσμου που δίκαια τους ονόμαζαν λειτουργούς ήρθε ο πόλεμος.
Από το καλοκαίρι του 1941 στους εξωτερικούς τοίχους του σχολείου μια λέξη ξεχώριζε από μακριά γραμμένη με μεγάλα ξένα γράμματα. VENCEREMO G.
Ιταλοί το είχαν πλέον τσαρδί δικό τους για την παραμονή του στρατού τους και μεις μόνο που βλέπαμε την λέξη αλλάζαμε δρόμο.
Τα μαθήματα όπως έπρεπε να συνεχιστούν και τα παιδιά να μην μείνουν στο σκωτάδι της αμάθειας. Έτρεξαν τότε οι καλοί δάσκαλοι, η Μάρθα, η Έλλη , η Βάσω να βρουν αίθουσες για να συνεχίσουν να διδάσκουν. Σε μας ο καλός δάσκαλος ο κύριος Μπάκωσης βρήκε μια αίθουσα πρώην αποθήκη κρεμμυδιών κοντά στην πλατεία δίπλα στην Άλφα μπάνκ. Η χαρά μας δεν λογαριαζότανε. Ολόκληρη η πλατεία στην διάθεση μας για τα παιχνίδα μας στα διαλείματα. Αφού γνωριστήκαμε με τους γύρω χώρους καλά, κάποιος από μας ανακάλυψε ένα παλιό σπίτι επί της οδού Αιόλου δίπλα στην Τσάκλη.
Ελάτε ρε σεις, ελάτε να δείτε τι ανακάλυψα. Τρέξαμε και ενημερωθήκαμε.

Μέσα στο δωμάτιο βρισκόταν ακόμα κάτι στρατιωτικά κρεβάτια στα οποία έμεναν για ένα διάστημα τέσσερις πολύ μπογιατισμένες γυναίκες τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι Ιταλοί φαντάροι για να εκτονώνουν την φανταρίστικη παλικαροσύνη τους. Ένας από μας βρήκε κάτι κουτάκια που μέσα είχανε κάτι το άγνωστο σε όλους.
Είδατε ρε , είπε ο πιο έξυπνος. Τέρμα οι φούσκες του γουρουνιοί τα Χριστούγεννα για να κάνουμε μπαλόνια. Τώρα έχουμε όσα θέλουμε. Από τότε τρέχαμε τακτικά στα διαλείματα να θαυμάσουμε και να λογαριάσουμε πως θα μοιράσουμε τον θησαυρό.

Ο αρχηγός πήγαινε μπροστά  σκαρώνοντας και τον ύμνο της παρέας. Όλοι όλοι για το σφυγγαρόνι.
Έτσι ονομάσαμε τον χώρο του θησαυρού γιατί πάνου από την πόρτα είχανε χτίσει οι σφίγγες την πολυκατοικία τους
Απορήσανε και οι συμμαθήτριες μας όταν τους το είπαμε και σε ένα διάλλειμα ήρθανε να δούνε τα πρωτόφανήσιμα παράξενα.
Μια από όλες κάτι είπε στην ομήγυρη μεταξύ τους σιγά σιγά και αμέσως βάλανε τα γέλια όλες μαζί κοιτάζοντας μας με οίκτο.
Είχε πει εκείνη στις συμμαθήτριες της ότι κάτι μέρες πριν είχε δει στο σπίτι της ένα τέτοιο κουτάκι αγορασμένο από τον πατέρα της από τον μπάρμπα Ανδρέλο. Όταν πήγε να το περιεργαστεί την είδε ο πατέρας της και της έβαλε τις φωνές. Θα στο βγάλω το κουτούπι της είπε αν το ξανακάνεις. Είναι ένα φάρμακο εκεί μέσα που το βάζω στις μασχάλες μου όταν με πιάνει η θέρμη και έχω πυρετό. Εμείς μείναμε κόκαλο. Φάρμακο για την θέρμη. Μακριά από τούτο. Κρίμα στις χαρές μας. Εκείνη όμως είχε καταλάβει . Με χρόνια και καιρούς καταλάβαμε και εμείς τι σόι θέρμη έπιανε τον πατέρα της Μαρίκας.

Άγγελος Κεκεμπάνος.












Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Στην Παναγίτσα του Παράσχου. Χριστούγεννα του 1942.

Στην Παναγίτσα του Παράσχου.

Ξαπλωμένα στο αχυρένιο στρώμα και κουκουλομένα με το παλιό πάπλωμα, εμείς τα τέσσερα παιδιά από οχτώ έως δέκα χρονών το καθένα, παρακολουθούσαμε το παιχνίδισμα στο φως του λύχνου κρεμασμένο μέσα στο τζάκι ίσα ίσα να αχνοφωτίζει.
Είμαστε η Ζωή της κυρά Χρυσίτσας της Λοϊζενας , η Κατίνα της κυρά Χάϊδως που έμεν δίπλα στο καλυβόσπιτο  της θείτσας της Πετρίνας και εγώ με τον αδελφό μου.
Η  συμφωνία που είχανε κάνει από προχθές οι μανάδες μας έλεγε ότι με το πρώτο λάλημα του πετεινού της χαραυγής θα ξεκινούσαμε ανήμερα Χριστούγεννα και θα πηγαίναμε να ανάψουμε το μοναδικό καντήλι και να προσευχηθούμε στο εκκλησάκι της Παναγίτσας του Παράσχου πάνω στα Πηγαδάκια στην ανηφορίτσα για τους Μύλους.
Ντυθήκαμε λοιπόν με το πρώτο κουκουρίκου με ό,τι πιο ζεστό κουρελάκι είχαμε , ξυπόλητα και με ένα κομμάτι καραβόπανου στο κεφάλι μας από το παλιό πανί της βάρκας του πατέρα μου για να προφυλαχτούμε από το πρωινό αγιάζι και λάου λάου μέσα στο σκοτάδι με μόνο φως και συντροφιά την ασημόγκριζα άχνα ενός περίλυπου μισοξύπνιου φεγγαριού , ξεπεράσαμε χωρίς να βγάλουμε κιχ τα πρώτα σπίτια της γειτονιάς, συσκολοπερπατήσαμε ανάμεσα στις πέτρες και τις λακκούβες στα Κοντορέματα και ξεπερνώντας το σπίτι της Μιχαλιώτενας βαδίσαμε  σιγά σιγά προς το μικρό εκκλησάκι του προορισμού μας.
Ήταν Χριστούγεννα του 1942.
Η Γερμανοιταλική κατοχή είχε σκεπάσει τα πάντα με φόβο και με τρόμο, για τούτο και η προσοχή μας μην κάνουμε θόρυβο και μας αντιληφθούν από την οικία Βελισσαρίου που είχαν επιτάξει οι Γερμανοί για στρατηγείο τους.
Όταν φτάσαμε, οι μανάδες μας άναψαν το καντηλάκι με λίγο λάδι που είχαν φέρει μαζί τους και με μεγάλη προσοχή να μη σπαταλίσουν τα 5 σπίρτα που είχαν εξοικονομίσει.
Μέσα στο λιγοστό φως η γλυκιά μορφή της Παντάνασσας μας γλύκανε τις καρδιές και μας ζέστανε την ψυχή και το σώμα από την παγωνιά του πρωινού και την έλλειψη φαγητού και ρούχων.
Η μάνα μου άρχισε πρώτη τις ψαλμωδίες που ήξερε.
Η Παρθένος σήμερα τον επιούσιον τίκτει....
Έμείς τα παιδιά συμπληρώναμε ότι ξέραμε.
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα πρώτη γιορτή του χρόνου.Μετά αφού ασπαστήκαμε την θεία εικόνα και πριν φύγουμε είμαστε με την πεπόίθηση ότι η μάνα του Χριστού μας χαμογέλασε και ήταν σαν να μας έλεγε,
Πηγαίνετε στο καλό και εγώ θα σας στείλω την καλή κόρη της Σοφίας του Θεού , την Ελπίδα να σας συντροφεύει για να αντέξετε στις δύσκολες μέρες που περνάτε.
Επιστρέψαμε σπίτι μας με τις ίδιες προφυλάξεις αλλά μέσα στις καρδιές μας φτερούγιζε ήδη η Ελπίδα.
Στου σπίτι μου που γυρίσαμε όλοι μαζί η μάνα μου είχε αποβραδίς ετοιμάσει τα ξύλα στο τζάκι, άναψε την φωτιά και ακούμπησε το τσουκάλι στη σιδεροστιά.
Σε λίγο ένας αχνιστός τραχανάς ήταν σερβιρισμένος στις γαβάθίτσες πάνου στο σοφρά με λίγα αλλά λαχταριστά ψωμάκια μέσα.
Κάναμε τον σταυρό μας, ευχηθήκαμε χρόνια πολλά και παρακαλέσαμε και πάλι τη θεομήτορα τον επόμενο χρόνο να έχουμε απαλλαγή από τον κατακτητή.
Πράγμα που έγινε τον μεθεπόμενο.

Άγγελος Κεκεμπάνος.

έμαθα ότι λέγεται ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΜΕΣΟΠΟΡΊΤΙΣΑ.

Και άλλα χρονογραφήματα και λίγα λόγια για την ΚΑΡΥΣΤΙΝΗ.



H εφημερίδα ΚΑΡΥΣΤΙΝΗ, έχει σταματήσει την κυκλοφορίας της αφού συντρόφευσε το αναγνωστικό της κοινό για περίπου 85 ολόκληρα χρόνια.
Ιδρυτής ήταν ο Ιωάννης Σέρελης 1929 - 1965, ενώ η κ.Ευαγγελία Σέρελη την συνέχισε μέχρι πρόσφατα.
Τότε που δεν υπήρχε καν  το τηλέφωνο, η Καρυστινή ήταν ένας πολύ σημαντικός κρίκος ανάμεσα στους δημότες και τους μετανάστες.
Ήταν το μοναδικό μέσον που είχαν οι άνθρωποι να μοιράζονται νέα και ενδιαφέροντα και να αισθάνονται σαν μέρος μιας ευρύτερης κοινότητας.
Η αύξηση του τέλος ήταν ένα μεγάλο κτύπημα και έφερε πιο γρήγορα το τέλος της που πια η τεχνολογία και η εποχή, φαίνεται ότι την ξεπερνούσαν.
Η εφημερίδα ήταν πολύ σημαντική και θα μπορούσε ακόμα να είναι για ένα μεγάλο μέρος αναγνωστών, ακόμα και για συναισθηματικούς λόγους.
Όπως και να το κάνουμε, η εφημερίδα είναι εφημερίδα, και ακόμα και αν είναι μηνιαία, μένει η καταγραφή γεγονότων, απόψεων και αλλαγών, που πάντα είναι χρήσιμα σε κάθε εποχή.
Στην βιβλιοθήκη βρήκα λίγα τεύχη από όπου και φωτογράφισα τα χρονογραφήματα που Άγγελου Κεκεμπάνου και σε αυτό το φτωχικό χαρτί, έχει αποτυπωθεί μια ολόκληρη εποχή που καμιά φορά, νιώθουμε την ανάγκη να κοιτάξουμε πιο προσεχτικά.

Βλέποντας τις φωτογραφίες που με τόση χαρά μοιράζονται οι αναγνώστες της ομάδας, αναρωτιέμαι το πόσο σημασία τελικά έχουν και όλα αυτά τα κείμενα που έγραφαν τις ιστορίες που κρύβονται πίσω από τις εικόνες.





Χρονογραφήματα Άγγελου Κεκεμπάνου στην Καρυστινή.

Πατείστε πάνω στις φωτό.

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Πως η πλατεία του Αγίου Νικολάου, από βουνό, έγινε λιβάδι.

Δημοσιεύθηκε στο φύλλο 1244 της  ΚΑΡΥΣΤΙΝΗΣ  το 2011.

Η εφημερίδα βγήκε για πρώτη φορά το 1929 από τον ιδρυτή της Ιωάννη Σέρελη.

Άγγελου Κεκεμπάνου, τίτλος , Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ.

Εκείνη την εποχή, πριν περίπου πενήντα χρόνια η καλή τύχη τότε της Καρύστου της χάρισε έναν δήμαρχο που κανείς άλλος μέχρι σήμερα- πλην Δημ.Χατζηνικολή- δεν έφθασε την ακτινοβολία του, την επιθυμία του και τις ενέργειες του για το καλό της Καρύστου.
Λεγόταν Βάσος Δεληγιώργης και είναι λυπηρό ότι μέχρι σήμερα κανένας από τους ανώνυμους δρόμους δεν πήρε ακόμη το όνομα του.
Την ίδια εποχή ένα κλιμάκιο του στρατού είχε πάρει εντολή και τα μέσα για την διάνοιξη του δρόμου Κάρυστος -Καβοντόρος.
Στην περίπτωση που θα σταθώ, επικεφαλής του κλιμακίου ήταν ο έφεδρος ανθυπολοχαγός τότε ο κύριος Μαγγίνας.
Σε ένα κομβικό σημείο του πίνακα της τότε δύσκολης φτωχής εποχής, νάμαι και γω στο μεταλλάκτη του τηλ κέντρου του ΟΤΕ κάτω από την ευθύνη και την διδασκαλία του καλού μου δασκάλου Ευάγ. Μπενάκη. Τώρα κάνετε λίγη υπομονή για να δέσω όλα τούτα με την πλατεία Αγ. Νικολάου.
Δεμένος υπηρεσικά και φιλικά με τον κάθε φορά στρατιωτικά υπεύθυνο του κλιμακίου είχα αναπτύξει μια ζεστή σχέση μαζί τους με αποτέλεσμα την συνεχή και σχεδόν μόνιμη συντροφιά τους.
Τούτο έπεσε στην αντίληψη του τότε προαναφερόμενου δημάρχου ο οποίος από χρόνια προσπαθούσε να κάνει χωρίς πόρους τον Άι Λια λειβάδι.
Αη Λιάς ,ήταν ο προ του Δημαρχείου, και φυσικά προ του Αγίου Νικολάου και μέχρι της Χαρίκλειας Δαβουρτζίκα χώρος, ένα δυσπρόσιτο βουνό με τα υψώματα και τις χαράδρες, την λασπουριά το χειμώνα και τα λογής λογής ερπετά το καλοκαίρι , μέσα στις δάφνες και τις καναπίτσες.
Φτωχός ο δήμος  και ο δήμαρχος κατέφυγε στην μόνη λύση που υπήρχε τότε, την ισοπέδωση του βουνού με προσωπική εργασία των δημοτών.
Με την αναγκαστική βραδύτητα των εργασιών, το βουνό θα υπήρχε ίσως μέχρι σήμερα αν δεν...
Αν δεν είχα συναντήσει εκείνο το πρωινό στην μέση της πλατείας Αμαλίας τον καλό δήμαρχο και δεν τον είχα καλημερίσει γεμάτος δέος και σεβασμό.
Ο Δήμαρχος ανταπόδωσε τον χαιρετισμό και σαν να τούρθε εκείνη την στιγμή η σκέψη κοντοστάθηκε και είπε.
Άγγελε θα δεις απόψε τον ανθυπολοχαγό
Όπως πάντα ναι, απάντησα.
Να σημειώσω ότι ανθυπολοχαγός ήταν τότε ο μέχρι και σήμερα καλός μου φίλος κ.Μαγγίνας.
Ο δήμαρχος συνέχισε.
Πες του σε παρακαλώ ότι το βράδυ θα σας έχω  στου Τάκη του Μούτση ένα μεζεδάκι.
Θα σας περιμένω στις οκτώ.
Έκπληκτος εγώ για την τόσο σπουδαία πρόσκληση το μεταβίβασα στον κ.Μαγγίνα και την συγκεκριμένη ώρα είμαστε στο ζεστό περιβάλλον της γνωστής μας ταβέρνας .
Ένας τρίκιλος ροφός καλομαγειρεμένος σούπα και καλοσερβιρισμένος με την μοναδική ικανότητα του άξιου και αγαπητού μας Τάκη Μούτση ήταν το μεζεδάκι.
Στην ακολουθήσασα συζήτηση ο έξυπνος και πάντα νοιαζόμενος για το καλό του τόπου δήμαρχος έφερε το θέμα εκεί που ήθελε.
Κύριε Μαγγίνα μήπως γίνεται να διατεθούν τα μηχανήματα του στρατού για την διαμόρφωση του χώρου προ του Δημαρχείου?
Θα το προσπαθήσω. Έχω την θέληση, απάντησε ο ανθυπολοχαγός. Πρέπει όμως να πάρω την έγκριση από τους ανωτέρους μου.
Είχε γίνει ήδη το πρώτο βήμα και ο δήμαρχος έμεινε ικανοποιημένος.
Τώρα τι κάνουμε, Με ρώτησε ο Μαγγίνας μετά το δείπνο. Είμαι ενθουσιασμένος του είπα από την πρόσκληση του δημάρχου και επιθυμία μου είναι η σκέψη αυτή να γίνει πράξη.
Το πρωί έλα στον ΟΤΕ να σε συνδέσω κατά προτεραιότητα με την στρατιωτική Βάση και με τις ικανότητες σου- ήταν δικηγόρος- θα πείσεις τον προισταμένο σου για να πραγματοποιηθεί η επιθυμία του καλού μας δημάρχου.
Όπερ και εγένετο. Μετά τρις μέρες ο άμορφος χώρος είχε μεταβληθεί σε μια απλωτή αλάνα.
Το ακούτε κύριε σημερινέ δήμαρχε?
Έγινε ένα μεγάλο έργο χωρίς να κοστίσει μια δραχμή.
Έφθανε μόνο η ικανότητα του αείμνηστου Βάσου Δεληγιώργη .Ταμάμ?