Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2021

Καλό μήνα!!

 

Κ. Καρυωτάκης

Μέρα τ’ Απρίλη

γεμάτη θάμπος

γελούσε ο κάμπος

με το τριφύλλι.

Ως την εφίλει

το πρωινό θάμπος,

η φύση σάμπως

γλυκά να ομίλει.

Εκελαδούσαν

πουλιά πετώντας

όλο πιο πάνω.

Τ’ άνθη ευωδούσαν.

Κι είπε απορώντας:

“Πώς να πεθάνω;”



Γιάννης Ρίτσος

Απρίλης: Άνοιξη! Δυο σταγόνες θάλασσα τα μάτια σου.

Μια καρδερίνα ανεβοκατεβαίνει σ’ έναν ξύλινο σταυρό.”

“… Ένα καροτσάκι

τέσσερις Απρίληδες το σέρνουν

στο στρατί – στρατί του γαλαξία,

τέσσερις Απρίληδες με σέρνουν

μες στον ουρανό». 

Τρίτη, 30 Μαρτίου 2021

Μια ωραία πεταλούδα/μες τον κήπο μια φορά..


 

Στίχοι

Μια ωραία πεταλούδα
Μια ωραία πεταλούδα
σ’ένα κήπο μια φορά
καμαρώνει και απλώνει
τα γαλάζια της φτερά

Όλο τον καιρό γυρίζει
Όλο τον καιρό γυρίζει
και τα άνθη χαιρετά
πότε κάθεται στο ένα
πότε φεύγει και πετά

Λάμπουν κόκκινες πιτσίλες
Λάμπουν κόκκινες πιτσίλες
στα γαλάζια της φτερά
λάμπουν κόκκινες πιτσίλες
στα γαλάζια της φτερά

Όταν έρθει ο χειμώνας
Όταν έρθει ο χειμώνας
πέφτει κάτω και ψοφά
κι όταν έρθει καλοκαίρι
ζωντανεύει και πετά







Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2021

Εθνικός Ύμνος Ελλάδας: Όλοι οι στίχοι και η ιστορία του!

 

Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν είναι ένα ποίημα που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός το 1823, τμήμα του οποίου αποτελεί τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας από το 1865 και της Κύπρου από το 1966.

Εθνικός Ύμνος Ελλάδας: Όλοι οι στίχοι και η ιστορία του!

Πρόκειται για τον μεγαλύτερο Εθνικό Ύμνο στον κόσμο σε μέγεθος, καθώς αποτελείται από 158 στροφές ή διαφορετικά 632 στίχους.

ADVERTISING

Το ποίημα γράφτηκε τον Μάιο του 1823 στη Ζάκυνθο και έναν χρόνο αργότερα τυπώθηκε στο Μεσολόγγι. Συνδυάζει στοιχεία από τον ρομαντισμό αλλά και τον κλασικισμό, οι στροφές που χρησιμοποιούνται είναι τετράστιχες, ενώ στους στίχους παρατηρείται εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων.

Το 1828 μελοποιήθηκε από τον Κερκυραίο Νικόλαο Μάντζαρο πάνω σε λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία και έκτοτε ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές, αλλά και στα σπίτια των Κερκυραίων αστών και αναγνωρίστηκε στη συνείδηση των Ιονίων ως άτυπος ύμνος της Επτανήσου. Ακολούθησαν και άλλες μελοποιήσεις από τον Μάντζαρο (2η το 1837 και 3η το 1839-'40), ο οποίος υπέβαλε το έργο του στον Βασιλιά Όθωνα.

Οι 24 πρώτες τετράστιχες στροφές του ποίηματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» καθιερώθηκαν ως εθνικός ύμνος το 1865. Οι δύο πρώτες ανακρούονται και συνοδεύουν πάντα την έπαρση και την υποστολή της σημαίας και ψάλλονται σε επίσημες στιγμές και τελετές. Κατά τη διάρκεια της ανάκρουσής του αποδίδονται ορθίως τιμές στρατιωτικού χαιρετισμού «εν ακινησία».

Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Εκεί μέσα εκατοικούσες πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα εκαρτερούσες, «έλα πάλι», να σου πεί.

'Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία μόνη σού έμενε να λές
περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις.

Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει φιλελεύθερη λαλιά
το ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι από την απελπισιά

Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω το κεφάλι από τσ' ερμιές;».
Και αποκρίνοντο από πάνω κλάψες, άλυσες, φωνές.

Τότε εσήκωνες το βλέμμα μες στα κλάιματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα πλήθος αίμα ελληνικό.

Με τα ρούχα αιματωμένα ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα άλλα χέρια δυνατά.

Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάλθες μοναχή·
δεν είν' εύκολες οι θύρες εάν η χρεία τες κουρταλεί.

'Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια, αλλ' ανάσαση καμμιά·
άλλος σου έταξε βοήθεια και σε γέλασε φρικτά.

΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου οπού εχαίροντο πολύ,
«σύρε νά 'βρεις τα παιδιά σου, σύρε», έλεγαν οι σκληροί.

Φεύγει οπίσω το ποδάρι και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι που τη δόξα σού ενθυμεί.

Ταπεινότατη σου γέρνει η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει κι είναι βάρος του η ζωή.

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει κάθε τέκνο σου με ορμή,
πού ακατάπαυστα γυρεύει ή τη νίκη ή τη θανή.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Μόλις είδε την ορμή σου ο ουρανός που για τσ' εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου έτρεφ' άνθια και καρπούς,

εγαλήνεψε· και εχύθει καταχθόνια μια βοή,
και του Ρήγα σού απεκρίθη πολεμόκραχτη η φωνή.

΄Ολοι οι τόποι σου σ' εκράξαν χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν όσα αισθάνετο η καρδιά.

Εφωνάξανε ως τ' αστέρια του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια για να δείξουνε χαρά,

μ' όλον πού 'ναι αλυσωμένο το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».

Γκαρδιακά χαροποιήθει και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθει που την έδεναν κι αυτή.

Απ' τον πύργο του φωνάζει, σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει το λιοντάρι το Ισπανό.

Ελαφιάσθη της Αγγλίας το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ' άκρα της Ρουσίας τα μουγκρίσματα τσ' οργής.

Εις το κίνημα του δείχνει πως τα μέλη ειν' δυνατά·
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει μια σπιθόβολη ματιά.

Σε ξανοίγει από τα νέφη και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει με τα σπλάχνα του Ιταλού·

και σ' εσέ καταγυρμένος, γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ' έκρωζ' ο σκασμένος, να σε βλάψει, αν ημπορεί.

΄Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι πάρεξ που θα πρωτοπάς·
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι στες βρισιές οπού αγρικάς·

σαν το βράχο οπού αφήνει κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει ευκολόσβηστον αφρό·

οπού αφήνει ανεμοζάλη και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη, την αιώνιαν κορυφή.

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του, οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου και σ' εκείνο αντισταθεί.

Το θηρίο π' ανανογιέται πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται, αίμα ανθρώπινο διψά·

τρέχει, τρέχει όλα τα δάση, τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει, φρίκη, θάνατος, ερμιά·

Ερμιά, θάνατος και φρίκη όπου επέρασες κι εσύ·
ξίφος έξω από τη θήκη πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει της αθλίας Τριπολιτσάς·
τώρα τρόμου αστροπελέκι να της ρίψεις πιθυμάς.

Μεγαλόψυχο το μάτι δείχνει πάντα οπώς νικεί,
κι ας ειν' άρματα γεμάτη και πολέμιαν χλαλοή.

Σου προβαίνουνε και τρίζουν για να ιδείς πως ειν' πολλά·
δεν ακούς που φοβερίζουν άνδρες μύριοι και παιδιά;

Λίγα μάτια, λίγα στόματα θα σας μείνουνε ανοιχτά.
για να κλαύσετε τα σώματα που θε νά 'βρει η συμφορά!

Κατεβαίνουνε, και ανάφτει του πολέμου αναλαμπή·
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, λάμπει, κόφτει το σπαθί.

Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη; Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει και στο κάστρο ν' ανεβεί.

Μέτρα! Ειν' άπειροι οι φευγάτοι, οπού φεύγοντας δειλιούν·
τα λαβώματα στην πλάτη δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.

Εκεί μέσα ακαρτερείτε την αφεύγατη φθορά·
να, σας φθάνει· αποκριθείτε στης νυκτός τη σκοτεινιά!

Αποκρίνονται και η μάχη έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη αντιβούιζε φοβερά.

Ακούω κούφια τα τουφέκια, ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, ακούω τρίξιμο δοντιών.

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη που την τρέμει ο λογισμός!
΄Αλλος ύπνος δεν εγίνει πάρεξ θάνατου πικρός.

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος, οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος του πολέμου, και οι καπνοί,

και οι βροντές και το σκοτάδι οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον ΄Αδη που ακαρτέρειε τα σκυλιά·

Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνον' ίσκιοι αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι, βρέφη ακόμη εις το βυζί.

'Ολη μαύρη μυρμηγκιάζει, μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει τα κρεβάτια τα στερνά.

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι επετιούντο από τη γη,
όσοι ειν' άδικα σφαγμένοι από τούρκικην οργή.

Τόσα πέφτουνε τα θερισμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη εσκεπάζοντο απ' αυτούς.

Θαμποφέγγει κανέν' άστρο και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο με νεκρώσιμη σιωπή.

'Ετσι χάμου εις την πεδιάδα μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα μισοφέγγαρο χλωμό,

Eάν οι άνεμοι μες στ' άδεια τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια, οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

Με τα μάτια τους γυρεύουν όπου είν' αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν με βρυχίσματα βραχνά·

και χορεύοντας μανίζουν εις τους ΄Ελληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν με τα χέρια τα ψυχρά.

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

Τότε αυξαίνει του πολέμου ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου στου πελάου τη μοναξιά.

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου· κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου χώρις να δευτερωθεί.

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει·λες κι εκείθενε η ψυχή
απ' το μίσος που την καίει πολεμάει να πεταχθεί.

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια όπου χουμάνε περισσότερο ειν' γοργά.

Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι, ουδέ πέλαγο, ουδέ γη·
γι' αυτούς όλους το παν είναι μαζωμένο αντάμα εκεί.

Τόση η μάνητα κι η ζάλη, που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ' άλλη δεν είν΄ ένας ζωντανός.

Κοίτα χέρια απελπισμένα πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα χέρια, πόδια, κεφαλές,

και παλάσκες και σπαθία με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία, σωθικά λαχταριστά.

Προσοχή καμία δεν κάνει κανείς, όχι, εις τη σφαγή·
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει, φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;

Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο, πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο και λες κι είναι εις την αρχή.

Ολιγόστευαν οι σκύλοι, και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,
και των Χριστιανών τα χείλη «φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».

Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο, πάντα εφώναζαν «φωτιά»,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο, πάντα σκούζοντας «Αλλά».

Παντού φόβος και τρομάρα και φωνές και στεναγμοί·
παντού κλάψα, παντού αντάρα, και παντού ξεψυχισμοί.

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.
'Ολοι χάμου εκείτοντ' όλοι εις την τέταρτην αυγή.

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει αίμα αντίς για τη δροσιά.

Της αυγής δροσάτο αέρι, δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι· φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι· δεν λάμπ' ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.

Εις τον ήσυχον αιθέρα τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα, τα βελάσματα το αρνί.

Τρέχουν άρματα χιλιάδες σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες δεν ψηφούν τον αριθμό.

Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε και ξανάλθετε σε μας·
τα παιδιά σας θελ' ιδείτε πόσο μοιάζουνε με σας.

'Ολοι εκείνοι τα φοβούνται και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου περπατούν αντάμα οι δυο·

και πεσμένα εις τα χορτάρια απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια της φυγής και του χαμού.

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία, που ότι θέλεις ημπορείς.
εις τον κάμπο, Ελευθερία, ματωμένη περπατείς.

Στη σκια χεροπιασμένες, στη σκια βλέπω κι εγώ
κρινοδάχτυλες παρθένες οπού κάνουνε χορό.

Στο χορό γλυκογυρίζουν ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια, το ποτήρι δεν βαστώ·
φιλελεύθερα τραγούδια σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Πήγες εις το Μεσολόγγι την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι για το τέκνο του Θεού.

Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας οπού ανεί τον ουρανό,

«σ' αυτό», εφώναξε, «το χώμα στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».
Και φιλώντας σου το στόμα μπαίνει μες στην εκκλησιά.

Εις την τράπεζα σιμώνει, και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει που σκορπάει το θυμιατό.

Αγρικάει την ψαλμωδία οπού εδίδαξεν αυτή·
βλέπει τη φωταγωγία στους Αγίους εμπρός χυτή.

Ποιοι είν' αυτοί που πλησιάζουν με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ', άρματα ταράζουν; Επετάχτηκες εσύ!

Α, το φως που σε στολίζει, σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρίθεν σπινθηρίζει, δεν είναι, όχι, από τη γη.

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη χείλος, μέτωπο, οφθαλμός·
φως το χέρι, φως το πόδι, κι όλα γύρω σου είναι φως.

Το σπαθί σου αντισηκώνεις, τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις, κι εις το τέταρτο κτυπάς.

Με φωνή που καταπείθει προχωρώντας ομιλείς:
«Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη, ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε: "Εγώ ειμ' 'Αλφα, Ωμέγα εγώ·
πέστε, που θ' αποκρυφθείτε εσείς όλοι, αν οργισθώ;

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω, που, μ' αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω, σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα, τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα, ζώα και δέντρα και θνητούς.

Και το παν το κατακαίει, και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει μες στη στάχτη τη λεπτή"».

Κάποιος ήθελε ερωτήσει: Του θυμού Του εισ' αδελφή;
Ποιος είν' άξιος να νικήσει ή με σε να μετρηθεί;

Η γη αισθάνεται την τόση του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει τη μισόχριστη σπορά.

Την αισθάνονται και αφρίζουν τα νερά, και τ' αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν σαν ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, πού πάτε του Αχελώου μες στη ροή
και πιδέξια πολεμάτε από την καταδρομή

να αποφύγετε; Το κύμα έγινε όλο φουσκωτό·
εκεί ευρήκατε το μνήμα πριν να ευρείτε αφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει τες βλασφήμιες του θυμού.

Σφαλερά τετραποδίζουν πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν και πατούν εις τα κορμιά.

Ποίος στο σύντροφον απλώνει χέρι, ωσάν να βοηθηθεί·
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει όσο που να νεκρωθεί.

Κεφαλές απελπισμένες, με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ' άστρα σηκωμένες για την ύστερη φορά.

Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη του Αχελώου νεροσυρμή-
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

Έτσι ν' άκουα να βουίξει τον βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει κάθε σπέρμα αγαρηνό!

Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ' άψυχα κορμία, βραχοσύντριφτα, γυμνά,

σωριασμένα να τα σπρώξει η κατάρα του Θεού,
κι απ' εκεί να τα μαζώξει ο αδελφός του Φεγγαριού.

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει, κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει μεταξύ τους και ας μετρά.

Ένα λείψανο ανεβαίνει τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει και δεν φαίνεται, και πλιο

και χειρότερα αγριεύει και φουσκώνει ο ποταμός·
πάντα, πάντα περισσεύει· πολύ φλοίσβισμα και αφρός.

Α, γιατί δεν έχω τώρα τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα την ώρα οπού εσβιούντο οι μισητοί,

το Θεόν ευχαριστούσε στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε αναρίθμητος λαός.

Ακλουθάει την αρμονία η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία, μ' ένα τύμπανο τερπνόν

και πηδούν όλες οι κόρες με τσ' αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες, με τα τύμπανα κι εκειές.

Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη.

Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο, δεν νικιέσαι εσύ ποτέ·
όμως, όχι, δεν είν' ξένο και το πέλαγο για σε.

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει κύματ' άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει, κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

Με βρυχίσματα σαλεύει που τρομάζει η ακοή·
κάθε ξύλο κινδυνεύει και λιμνιώνα αναζητεί.

Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη και το λάμψιμο του ηλιού,
και τα χρώματα αναδίνειτου γλαυκότατου ουρανού.

Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο, στην ξηράν εσύ ποτέ·
όμως όχι δεν είν' ξένο και το πέλαγο για σέ.

Περνούν άπειρα τα ξάρτια, και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια, τα ολοφούσκωτα πανιά.

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις, και αγκαλά δεν είν' πολλές,
πολεμώντας, άλλα διώχνεις, άλλα παίρνεις, άλλα καις.

Μ' επιθυμία να τηράζεις δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις εναντίον τους κεραυνό.

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει, και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει με αιματόχροη βαφή.

Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι και δεν μνέσκει ένα κορμί·
χαίρου, σκιά του Πατριάρχη, που σε πέταξαν εκεί.

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη δίνοντάς τα εις το φιλί.

Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.

'Ολοι κλαψτε· αποθαμένος ο αρχηγός της Εκκλησιάς·
κλάψτε, κλάψτε· κρεμασμένος ωσάν να 'τανε φονιάς!

'Εχει ολάνοικτο το στόμα π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα·λες πως θε να ξαναβγεί

η κατάρα που είχε αφήσει, λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει κι ημπορει να πολεμει

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει την αιώνιαν αστραπή.

Η καρδιά συχνοσπαράζει. Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει με το δάκτυλο η θεά.

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη τρεις φορές μ' ανησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι στην Ελλάδα, και αρχινά:

«Παλληκάρια μου, οι πολέμοι για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει στους κινδύνους εμπροστά.

Απ' εσάς απομακραίνει κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει που τες δάφνες σας μαδεί.

Μία, που όταν ωσάν λύκοι ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη, αχ, το νου σάς τυραννεί.

Η Διχόνοια που βαστάει ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει, "πάρ' το", λέγοντας, "και συ".

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει έχει αλήθεια ωραία θωριά·
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει εισέ δάκρυα θλιβερά.

Από στόμα οπού φθονάει, παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει του αδελφού την κεφαλή.

Μην ειπούν στο στοχασμό τους τα ξένη έθνη αληθινά:
"Εάν μισούνται ανάμεσό τους δεν τους πρέπει ελευθεριά".

Τέτοια αφήστενε φροντίδα· όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα όμοιαν έχει την τιμή.

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλισθείτε σαν αδέλφια γκαρδιακά.

Πόσο λείπει, στοχασθείτε, πόσο ακόμη να παρθεί·
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε, πάντα εσάς θ' ακολουθεί.

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία: «Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!»

Το σημείον που προσκυνάτε είναι τούτο, και γι' αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε στον αγώνα το σκληρό.

Ακατάπαυστα το βρίζουν τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν και την πίστη αναγελούν.

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη της νυκτός: Να εκδικηθώ.

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες και δεν έπαυσε στιγμή.

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος σαν του Άβελ καταβοά·
δεν ειν' φύσημα του αέρος που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε εξ αιτίας πολιτικής;

Τούτο ανίσως μελετάτε ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε, και κτυπήσετε κι εδώ!".

"Διονύσιος Σολωμός"

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2021

" Γύριζε" Ένα επίκαιρο ποιήμα του Κωστή Παλαμά.

Αρχική σελίδαΤο ποίημα γράφτηκε το 1908 από τον Κωστή Παλαμά, όπου περιγράφει με δραματικό τρόπο την απόγνωσή του για την κατάντια της χώρας.

Στην αρχή του 20ου αιώνα, η Ελλάδα  ήταν μια χώρα χρεοκοπημένη, ταπεινωμένη και διαλυμένη οικονομικά και κοινωνικά. Μόλις στεκόταν στα πόδια της με την οικονομική “βοήθεια”-με το αζημίωτο φυσικά- των ξένων, στους οποίους είχε ουσιαστικά εκχωρήσει την εθνική της κυριαρχία. Ανίκανοι πολιτικοί ηγέτες κι ένας ταλαιπωρημένος λαός, που πολιτικάντηδες δημαγωγοί εύκολα τον έσερναν από τη μύτη- συνέθεταν ένα ζοφερό σκηνικό.

Έπειτα θα ακολουθούσαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913), ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918), ένας βαθύτατος Εθνικός Διχασμός (1915-1922), η Μικρασιατική Καταστροφή (1922), η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929, η Μεγάλη Ύφεση. Πρόσφυγες, Δικτατορίες, ένας οδυνηρός Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ένας ακόμη πιο θλιβερός Εμφύλιος πόλεμος…

Τα σχόλια δικά σας...

“Γύριζε, μή σταθής ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια,
η Αλήθεια τόπο να σταθή μια σπιθαμή δέ θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη·
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.

Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γή, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
Και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι·
Λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
Κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!”

(1908)

 

Σάββατο, 20 Μαρτίου 2021

Η Αγγέλικα (διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη)

 


Η Αγγέλικα (διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη)

Posted by sarant στο 7 Μαρτίου, 2021

 
 
 
 
 
 
11 Votes


Θα δημοσιεύσω σήμερα ένα διήγημα από τις Νησιώτικες ιστορίες του Αργύρη Εφταλιώτη. Έχει κάποια αμυδρή σχέση με την επικαιρότητα, αφού αύριο είναι η παγκόσμια μέρα της γυναίκας. Ωστόσο, υπάρχει ένας ακόμα λόγος που το διάλεξα. Θέλω συνάμα να παρουσιάσω μια καινούργια λογοτεχνική πρωτοβουλία που αξίζει να προσεχτεί.

Η ηθοποιός Κατερίνα Παπανδρέου, αντιδρώντας στον εγκλεισμό της πανδημίας, έφτιαξε τον ιστότοπο vivliofagos.com, στον οποίο ανεβάζει ηχητικά αρχεία (podcast που θα έλεγε ο κ. Μπαμπινιώτης) από λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως διηγήματα, που τα διαβάζει η ίδια. Επικοινώνησε προ καιρού μαζί μου για ένα θέμα πνευματικών δικαιωμάτων (κάτι που δείχνει και προσοχή στη λεπτομέρεια) και επειδή μου άρεσε η πρωτοβουλία της θέλησα να την προβάλω σήμερα διαλέγοντας, ακριβώς, ένα από τα διηγήματα που ανεβασε σε ηχητικό αρχείο. Μπορείτε να ακούσετε εδώ την Αγγέλικα, όπως τη διαβάζει η Κατερίνα Παπανδρέου. (Ίσως το διήγημα να το διάλεξα κιόλας επειδή έχω σύζυγο, μητέρα και κόρη Αγγελική).

Ο Εφταλιώτης (Κλεάνθης Μιχαηλίδης στο πραγματικό του όνομα, 1849-1923) γεννήθηκε στον Μόλυβο της Μυτιλήνης και ειναι απο τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού. Ποιήματά του και διηγήματά του έχουν αντέξει στον χρόνο και διαβάζονται ακόμα, εκατό σχεδόν χρόνια μετά τον θάνατό του.

Το σημερινό διήγημα περιλαμβάνεται στον τόμο «Νησιώτικες ιστορίες», που έχει εκδοθεί από διάφορους εκδοτικούς οικους. Το εδώ κείμενο το πήρα από το Λογοτεχνικό ιστολόγιο, όπου υπάρχει το σύνολο αυτης της συλλογής διηγημάτων-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Έγινε μεγάλη ταραχή σαν πρωτοφάνηκε στο χωριό η Αγγέλικα. Συνηθισμένος ο κόσμος από τις ντροπαλές και συμμαζεμένες χωριατοπούλες, βλέπει άξαφνα μέσα στο χωριό μια κοπέλα, που τους φάνηκε σα θεά. Πρώτο, που ήταν κάτασπρη σα να μην την είδε ήλιος ποτές, δεύτερο, πρόσχαρη, γελαζούμενη και ζωηρή, που τους τρέλαινε σα γελούσε και τους έδειχνε τα μεγάλα της τα δόντια. Τρίτο, που δε φορούσε χωριάτικα, μόνο της χώρας φορέματα. Μα τι πρώτο, τι δεύτερο, και τι δέκατο. Ήτανε να τήνε βλέπεις και να μη χορταίνεις.

Επανάσταση έφερε στο χωριό η Αγγέλικα. Οι καλοί χωριανοί δεν το λογάριαζαν τέτοιο κακό. Ο σκοπός τους ήταν αθώος. Αυτοί ζητούσανε μια καλή δασκάλισσα, να μάθει τα κορίτσια τους γράμματα. Γράφουνε λοιπό στη χώρα, και σε λιγάκι έρχεται η Αγγέλικα.
Σκολειό χτισμένο δεν είχαν ακόμα. Της νοικιάζουν ένα σπιτάκι, και μέσα σ’ αυτό το σπιτάκι άρχισε η Αγγέλικα να πολιτίζει του χωριού τα κορίτσια. Ως εδώ η δουλειά πήγαινε καλά. Τα κορίτσια μάθαιναν, πως το ψωμί δεν τρώγεται μέσα στο βιβλίο αν δε γίνει άρτος, και σαν τέλειωναν τα μαθήματα άρχιζε τ’ αργόχειρο. Και το βράδυ, σαν πηγαίνανε στα σπίτια τους, άλλη έδειχτε στον πατέρα της μπιμπίλες, άλλη παντούφλες, κι άλλη κεντημένες καπνοσακούλες. Κι ο πατέρας τα ‘βλεπε αυτά και καμάρωνε που τέλος πάντων είδαν ανθρωπισμό τα κορίτσια.

Η δουλειά όμως δεν σταμάτησε ως εδώ. Οι μεγάλες οι κοπέλες, που δεν μπορούσαν πια να πάνε στο σκολειό, δεν έπρεπε να μείνουν κι αυτές πίσω. Πώς να βγουν οι μικρότερες αδερφάδες πιο άξιες και πιο χαριτωμένες στον κόσμο! Ρίχτουνται λοιπόν της Αγγέλικας κι ησυχία δεν της αφήνουν. Νυχτέρι δεν γίνουνταν, που να μην την έχουνε στη μέση να λέει ιστορίες, να ξηγά συνήθειες της χώρας, να τραγουδάει τραγούδια της χώρας, να κόβει και να ράβει, κι αυτές να λησμονούν κάθε χωριάτικο παιχνίδι, τραγούδι και παραμύθι, και να κάθουνται σα μαγεμένες ν’ ακούν την Αγγέλικα.

Είναι αλήθεια πως σαν έφευγε η δασκάλισσα στο σπιτάκι της οι χωριατοπούλες ―πώς να την ξεχάσουν την τέχνη!― της κάνανε χίλια περιγέλια της κακόμοιρης! Άλλη να μιμάται τη φωνή της, άλλη τ’ ασυνήθιστα τα λόγια της, άλλη τη μαργιόλικη της ματιά. Αθώα περιγέλια, δίχως ζούλια και δίχως κακία, έτσι να της βρουν κατιτίς να γελάσουν. Και σα σκάνανε στο γέλιο, άρχιζαν πάλι να της θαυμάζουν τα κόκκινα χείλη, τα κάτασπρα δόντια, το μικρό ποδαράκι, την περπατηξιά της, τα στολιδάκια της, τις φορεσιές της, όλη της τη χάρη και την ομορφιά.


Και με το βλέπε και θάμαζε, άρχισαν οι χωριατοπούλες ν’ αλλάζουνε συνήθειες. Η αλλαγή αυτή ήτανε βέβαια σιγανή κι απ’ έξω μοναχά. Το φυσικό της δεν μπορούσε να τ’ αλλάξει η χωριατοπούλα. Άλλαζε το λοιπό μερικά λόγια, μερικά φερσίματα, μερικά φορέματα και στολίδια. Κι αυτό ίσια ίσια ήταν που τους έκαμε τους χωριανούς να μην την καλοβλέπουν τη λουσάτη εκείνη τη μάγισσα. Δεν έσωναν πια τώρα τα σπιτίσια τα τούλια και τα λινομέταξα, έπρεπε να φέρνουν κι από το μαγαζί λογής λογής κορδέλες, κουμπιά και κουρέλια. Και το χειρότερο, που η μίμηση δεν μπορούσε να είναι σωστή, κι έβλεπες άξαφνα καπελίνο και γερντάνι μαζί, ή φράγκικο φραμπαλά και κοντογούνι, ή κάτι τέτοιο. Ο πατέρας φυσικά δεν κοίταζ’ αυτά. Ο πατέρας μέσα του τα καμάρωνε ίσως. Εκείνο που τον πονούσε τον πατέρα ήταν η τσέπη, το έξοδο, αυτή ήταν η επανάσταση που έβλεπε ο νοικοκύρης και τον έπιανε τρομάρα. Κι όσο στολίζουνταν η κόρη του, τόσο τη φύλαγε αυτός τη λιγδωμένη του γούνα, ή το μπαλωμένο του πόδημα.
Μήτε δω δε σταμάτησε το κακό. Η Αγγέλικα, καθώς είπαμε, ήτανε ζωηρή και μιλητικιά. Άρχισε λοιπό σιγά σιγά να ψαλιδίζει και της χωριατοπούλας τη γλώσσα, κι ας ήταν και κανένας ξένος μπροστά της. Καμιά φορά έλεγε και κατιτίς αδιάντροπο του πατέρα της. Οι προεστοί κι οι έφοροι ήταν καλοί πατριώτες κι ήθελαν την πρόοδο του χωριού. Η νοικοκυροσύνη τους όμως ήταν κι από τον πατριωτισμό μεγαλύτερη, και κάθε φορά που έπαιζαν τα κομπολόγια τους στο καφενεδάκι τους συλλογιούνταν πώς να τη συμμαζέψουνε λιγάκι αυτήν τη δασκάλισσα. Να τη διώξουνε δεν ταίριαζε. Μια δασκάλισσα έπρεπε να ‘χουν. Ποιος ξέρει α δεν τους ήρχουνταν και χειρότερη.

― Εγώ τόνε βρήκα τον τρόπο, τους λέει μια μέρα ένας τους ―Σπανό τόνε έλεγαν, αν και δεν ήτανε σπανός. Να την παντρέψουμε τη δασκαλίτσα. Θα νοικοκυρευτεί και θα συχάσει κι αυτή και μεις.

― Πού να την παντρέψεις! Δεν άκουσες τι έλεγε τις προάλλες της κόρης μου, πως είναι ντροπής να την παντρεύουν οι γονιοί της και να μη διαλέγει απατή της το παλληκάρι της!

― Ε, την αφήνουμε λοιπόν και τόνε διαλέγει απατή της. Λίγο τερτίπι κι έγινε η δουλειά.

Καλή τους τύχη που είχαν έναν ανοικονόμητο χουβαρντά, τον πρωτομάστορα το Μυζήθρα. Πηγαίνει ο Σπανός μια βραδιά στην ταβέρνα, του ρίχνεται του Μυζήθρα, και με λίγα λόγια τον ετοιμάζει για το τερτίπι.

― Τι κάθεσαι και χάνεις τη νιότη σου και την ομορφιά σου; του λέει· πού θα την ξαναβρείς τέτοια Νεράιδα, τέτοιον αφρό, τέτοιον κρίνο; Τι καλύτερο θες από μια τέτοια γυναίκα; Το δικό σου το ‘χεις, τι πειράζει α δεν έχει και προίκα; Τρέχα σκάρωσε της μια πατινάδα. Αν τη φοβάσαι την πατινάδα, ένα λουλούδι, μια πρόφαση, και τέλειωσε η δουλειά. Τι χάνουμε τα λόγια μας; Πήγαινε σπίτι της απόψε να κοιτάξεις μην τύχει κι άρχισε να καθίζει ο καινούριος ο τοίχος. Πες πως σ’ έστειλα ‘γώ. Μη φοβάσαι· κάμε συ την αρχή, κι όσο για τα στερνά, έννοια σου, και ‘γώ είμαι δω.

Ο Μυζήθρας στην αρχή τα πήρε όλ’ αυτά για κοροϊδέματα του κυρ-Σπανού. Τον ήξερε πως αγαπούσε να πειράζει τον κόσμο, και δεν πολυπρόσεξε. Σαν πήγαινε όμως σπίτι του τη βραδιά εκείνη ο Μυζήθρας δεν τραγουδούσε καθώς που συνήθιζε. Ήτανε βυθισμένος σε παράξενες συλλογές. Ησυχία δεν είχε. Γιατί τάχα να κάμει τέτοιο χωρατό ο Σπανός; Γιατί να μην είναι κι αλήθεια; Τι χάνει να δοκιμάσει; Αν πιτύχει, ποιος άλλος μες στο χωριό θα έχει τέτοιο θησαυρό για γυναίκα; Α δεν πιτύχει και το μάθει ο κόσμος, και της βγάλουν τραγούδι, ας όψεται ο Σπανός, που στάθηκε η αιτία.

Ανέβαινε τον ανήφορο και πήγαινε προς το σκολειό. Στάθηκε μια στιγμή να πάρει την αναπνοή του. Έριξε μια ματιά προς τα παράθυρα της Αγγέλικας, και του ήρθε να ξεσπάσει στο τραγούδι, που να πάει καπνός. Κρατήθηκε όμως και πήγε μπρος. Φτάνει στην πόρτα. Η καρδιά του έτρεμε τώρα, ο λαιμός του στέγνωνε, ίδρως ψιλός τον περεχούσε. Σκύβει και βλέπει από την κλειδαρότρυπα πρι να χτυπήσει. Μέσα στο χαγιάτι η παρακόρη, η θύρα όμως της κάμαρας ανοιχτή, κι η Αγγέλικα μπρος σ’ ένα τραπεζάκι και κεντούσε.

― Καλά λέει ο Σπανός πως είναι Νεράιδα η διαόλισσα, είπε. Ωστόσο τι να της πρωτοπώ σαν έμπω! Ε, ας της πω καλησπέρα, κι έχει ο Θεός για τ’ άλλα.

Χτυπάει την πόρτα. Ανοίγει η παρακόρη, και μπαίνει μέσα ο πρωτομάστορας.

Η Αγγέλικα σηκώνεται μισοτρομασμένη. Στάθηκε σα λαμπάδα με τα μαύρα της μάτια ορθάνοιχτα, σα να του έλεγαν τι θέλει εκεί τέτοια ώρα!
― Καλησπέρα σας, κι ένα λυχνάρι, της λέει, να ρίξω μια ματιά στο κατώγι, γιατί ο καινούριος ο τοίχος λεν πως καθίζει, και μ’ έστειλε ο κυρ-Σπανός να κοιτάξω.
― Μαρούλα, φωνάζει η Αγγέλικα, άναψ’ ένα φως και δος το του μάστορα να κοιτάξει. Ελπίζω πως δεν είναι τίποτε.
― Εγώ κοίταξα καλά απ’ έξω και να σας πω δεν παρετήρησα τίποτις. Ωστόσο ας δούμε κι από μέσα.

Κατεβαίνει στο κατώγι, και σε λιγάκι ξανανεβαίνει και λέει πως δεν έχει φόβο ο τοίχος, και να μην το κάμει μήτε λόγο, να μην τρομάξει ο κόσμος του κάκου, και δε στέλνει σκολειό τα κορίτσια του.

Εδώ στάθηκε μια στιγμή ο Μυζήθρας μπροστά της. Ο Μυζήθρας δεν ήταν άσχημο παλληκάρι Ήταν αψηλός, μεγάλα καστανά μάτια και μικρό μουστάκι λεβέντικο, ήταν και γλυκομίλητος. Έλα όμως που δέθηκε η γλώσσα του τώρα! Τι να της πει, που ήταν κι η παρακόρη παρέξω;

― Ας δούμε μια και στο σκολειό μέσα, λέει άξαφνα, εκεί που κοίταζε γύρω τους τοίχους.
Και παίρνει το λυχνάρι, και πηγαίνει μοναχός του κάμαρα του σκολειού να συλλογιστεί πώς ν’ αρχίσει ομιλία.
― Λάτε να δείτε, της φωνάζει από μέσα.

Η Αγγέλικα πηγαίνει στην κάμαρα του σκολειού.

Έφεγγε δεν έφεγγε μέσα στη μεγάλη εκείνη την κάμαρα με το μικρό το λυχνάρι Η Αγγέλικα περπάτηξε λαφριά λαφριά και πήγε και στάθηκε μπροστά του σαν άγαλμα, με το αμελημένο της φόρεμα, με τα μαύρα της μάτια, με τον άσπρο το λαιμό της, και με τα δυο της χεράκια σφιγμένα κοντά στα στήθια, σα να μισοκρύωνε.

― Αυτή τη χαραμάδα πρέπει να είδε ο κυρ-Σπανός και φοβήθηκε. Λίγο σουβά θέλει και τίποτα άλλο. Το σπίτι είναι γερό, μας βγήκε και καλορίζικο. Όλες μας οι κοπέλες άνθρωπεύουν εδώ μέσα.

― Καλοσύνη σας να το λέτε αυτό· και του χαμογέλασε η Αγγέλικα.

― Δασκάλισσά μου, εμείς οι χωριανοί τα λέμε ίσια τα πράματα, θα σας έλεγα και μια άλλη αλήθεια, α δε φοβούμουν πως ίσως το πάρετε άσκημα.

― Σαν τι αλήθεια; του κάνει η Αγγέλικα, και πάει ένα βήμα κοντύτερά του.

― Πως είναι μια ψυχή στο χωριό που πάει να τρελαθεί με τα σας.

― Καλέ τι μου λες! Και ποια να είναι, να σε χαρώ αυτή η ψυχή; πες μου το τώρα που δε μας ακούει κανένας.

― Κι α θυμώσετε;

― Σου το τάζω πως δε θυμώνω, όποιος κι αν είναι. Γιατί να θυμώσω;

― Καλά, να σας το πω το λοιπόν. Είναι ένας, που δεν είναι γέρος, δεν είναι και φτωχός. Δεν ξέρει πολλά γράμματα, είδε όμως στον καιρό του λιγάκι κόσμο. Έξω την έμαθε την τέχνη του. Είναι λοιπόν και τεχνίτης. Δεν ξέρει να λέει τον πόνο του σα βιβλίο, ξέρει όμως να τον τραγουδάει σαν το πουλί μες στα δάση. Δεν ξέρει να χαιρετάει φράγκικα, μα ξέρει ν’ αγαπά και να χαδεύει ρωμαίικα.

― Και τ’ όνομά του; ρωτάει η Αγγέλικα, χτυπώντας το ποδαράκι της.

― Δεν μπορώ να το πω τ’ όνομά του· δεν αποκοτώ. Και σταμάτησε α Μυζήθρας.

― Να είναι έτσι αψηλός, νόστιμος, παλικαράς, γλυκομίλητος; ρωτάει πάλι η Αγγέλικα γελώντας.

― Δεν μπορώ, δεν μπορώ να σας πω. Πάει να σβήσει ο νους μου σαν αυτό το λυχνάρι. Και βάζει το λυχνάρι σ’ ένα θρανί, και κοιτάζει χάμω συλλογισμένος.

― Τι έπαθες, παλικάρι μου; τι έχει ο καημένος! Γυρίζει τότες ο Μυζήθρας και την καλοκοιτάζει και της λέει:

Δεν είναι πράμα ν’ αρρωστά, πράμα να θανατώνει
σαν την αγάπη την κρυφή, που δεν ξεφανερώνει.

Η δασκάλισσα, αν και φυσικά κάτι ένιωσε, ή όμως ήθελε να παίξει και να περάσει την ώρα της, ή είχε όρεξη ν’ ακούσει κι άλλα κι έκανε την ανήξερη ακόμα.

― Έχεις αγάπη μες στην καρδιά σου, καθώς βλέπω, του λέει. Και ποια να είναι η άτυχη αυτή αγαπητικιά, που δεν το ξέρει τι πόνο την έχεις;

Και της ρίχτει τώρα φλογερή ματιά ο Μυζήθρας και της μουρμουρίζει:

Αγγελικούλα ζάχαρη, κι Αγγελικούλα μέλι,
κι Αγγελικούλα κρύο νερό που πίνουν οι Αγγέλοι.

Δεν μπορούσε πια η Αγγέλικα να καμωθεί, πως δεν ένιωθε. Αρχίσανε να της έρχουνται σύγκρυα. Δεν ήτανε φρόνιμο να μείνει κοντά του. Μπορούσε να σκύψει κιόλας να τήνε φιλήσει. Τραβήχτηκε λοιπό δυο βήματα, πήρε το συνηθισμένο τον αέρα της σαν έβλεπε ξένο, και
― Λοιπό δεν έχει τίποτις ο τοίχος, του κάνει. Ας είσαι καλά για τον κόπο σου.

Και πήγε μέσα.

Ο Μυζήθρας τα είχε χαμένα. Τον έδερνε η αγάπη κι η ντροπή. Κοιτάζει γύρω του να δει πώς να φύγει χωρίς να τον ξαναδεί η περήφανη η Αγγέλικα. Βλέπει την πόρτα που έβγαιναν τα κορίτσια σα σκόλαζαν, την ανοίγε, κι ίσια έξω, χωρίς μήτε ν’ ακουστεί το περπάτημά του.

Σα βγήκ’ έξω από την αυλή, και κατέβαινε τον κατήφορο και τόνε χτύπησε τ’ αγέρι και συνέφερε, χάθηκε η ντροπή και του έμεινε η αγάπη. Και σαν τράβηξε ακόμα παρακάτω κι είδε μπροστά του τον κάμπο, και το φεγγάρι να παίζει στα κύματα, ξύπνησε το χουβαρνταλίκι μες στην καρδιά του, και διαλάληξε αμέσως ο κόσμος με το τραγούδι του:

Καλονυχτίζω μια ψυχή και τ’ όνομα δε λέγω,
κι α μελετήσω τ’ όνομα, βουρκώνομαι και κλαίγω.

― Πείτε μου, πείτε μου κι άλλα, να σας χαρώ, απ’ αυτά τα δαιμονισμένα σας λιανοτράγουδα ―έλεγε μια βραδινή στις κοπέλες η Αγγέλιkα, εκεί που έραβαν και κεντούσανε γύρω στου νυχτεριού το λυχνάρι. Είναι γλυκά γλυκά και νόστιμα, είναι μυρωδάτα σαν το βασιλικό, πείτε μου κι άλλα, πεθαίνω για τα χωριάτικά σας αυτά τα ζουμπουλάκια, που τα καταφρονείτε, καημένες, μα δεν ξέρετε τι θησαυρό έχετε! Αχ, χωριό και πάλι χωριό! Πού να βρει κανένας τέτοιο νυχτέρι στη χώρα! Πού ν’ ακούσει τέτοια μοσκομυρισμένα τραγούδια! Θα τα μάθω, θα τα μάθω και ‘γώ αυτά τα τραγούδια! Δεν μπορώ πια να ζήσω δίχως αυτά.

Κι άρχισε αμέσως να ψιλοτραγουδάει σ’ ένα σκοπό του χωριού:

Κυπαρισσάκι μου ψηλό, σκύψε να σου λαλήσω,
έχω δυο λόγια να σου πω, κι απέ να ξεψυχήσω.

Και δος του γέλια οι κοπέλες, που πήγανε να λωλαθούνε μαζί της.

― Τι όμορφα τα τραγουδάει, σα να γεννήθηκε στο χωριό η μαριολεμένη! φωνάζανε.

― Μπα! και μήγαρι δε γεννήθηκα σε χωριό; Την καημένη με φέρανε στη χώρα μικρή μικρή ―μήτε μάνα είχα μήτε πατέρα. Ο καημένος ο θειος μου ο παπα-Φέστας με πήρε στη χώρα και με πρόκοψε. Τη θυμάμαι τη δύστυχη τη μάνα μου σα να ήτανε χτες. Να! έτσι φαίνουνταν. Όλοι μου έλεγαν πως της έμοιαζα.

Και παίρνει μια μαγουλίκα, και την τριγυρίζει στο κεφάλι της, και τις κοιτάζει με ήμερη και συλλογισμένη ματιά. Ήταν αληθινή ζουγραφιά τώρα.

Οι χωριατοπούλες κάθουνται και τη βλέπουν αμίλητες και συγκινημένες· δυο τρεις δάκρυσαν κιόλας.

― Είσαι δική μας, Αγγέλικα, και βγάλτ’ από το νου σου πως θα μας φραγκέψεις, της λέει η μια τους, η μεγαλύτερη.
― Εγώ να σας φραγκέψω, αγάπη μου; Θεός να φυλάξει! Κοιτάξτε να μη με φραγκέψετε σεις τώρα που ξανάγινα πάλι χωριατοπούλα. Μια βδομάδα θα μου τραγουδάς το τραγούδι της νύφης.
Έμειναν όλες ξερές. Βάζουν τ’ αργόχειρα χάμω, βλέπουν η μια την άλλη, αρχινούν ένα τσιριχτό σα λωλές, πηδούν όρθιες, και τριγυρνούν την Αγγέλικα, να μάθουν τι τρέχει.
― Αφήστε με να σας τα πω. Να! Απλό πράμα· αγάπησα ένα παλληκάρι, και θα το πάρω. Μη ζουλέψετε. Δεν είναι καμιανής αρραβωνιαστικός. Είναι από τον άλλο το μαχαλά. Δεν είναι γέρος, δεν είναι και φτωχός. Δεν ξέρει πολλά γράμματα, ξέρει όμως την τέχνη του. Δεν μπορεί να μου την πει την αγάπη του σα βιβλίο, ξέρει όμως και τραγουδά σαν το πουλί μες στα δάση.
Και τ’ όνομά του; φωνάζουν όλες.
― Τ’ όνομά του; Ένα πράμα που γίνεται νόστιμο με το μέλι.
― Ο Μυζήθρας! φωνάζει η μεγαλύτερη.
― Λοιπόν εσύ που τον ένιωσες, θα ‘ρθεις να στολίσεις τη νύφη. Ο γάμος γίνεται στο σπίτι του κυρ-Σπανού.
Κι έτσι έγινε. Ο Σπανός πήρε όλη τη δουλειά απάνω του, σαν πατέρας της ο καημένος.
Η Αγγέλικα, και καλά να γίνει νύφη σωστή του χωριού. Μήτε οι τρέμουσες λείπανε, μήτε τα χίλια άλλα τα στολίδια και τα γλέντια, που κάνουν τους χωριανούς να λεν το γάμο χαρά.
Όσο για το γαμπρό, αυτός πια συμμαζεμό δεν είχε. Ως και στη στεφάνωση απάνω έσκυψε κι είπε του κυρ-Σπανού:
― Είμαι Βασιλιάς, η Αγγέλικα είναι κορόνα μου, και του λόγου σου ο Βεζίρης μου.
Και δεν έλεγε ψέματα. Σα Βεζίρης τη βόλεψε τη δουλειά ο κυρ-Σπανός. Αυτός ήταν που πήγε και της φύσηξε τη φωτιά της Αγγέλικας ύστερ’ από κείνη τη βραδινή. Αυτός έκαμε και την προξενιά της Μυζήθραινας· και σε δυο βδομάδες ήταν όλα τελειωμένα, κι η Μυζήθραινα κατασταλαγμένη με το γιόκα της και με τη νύφη της, κι αποφασισμένη να ζήσει μαζί τους, να κοιτάζει, έλεγε, τα εγγονάκια της, σαν πήγαινε η Αγγέλικα στο σκολειό.
Κι έτσι νοικοκυρεύτηκε η δασκάλισσα, ντύνουνταν και μιλούσε και φερνότανε σαν όλον τον κόσμο, γλίτωσαν και του χωριού οι κοπέλες από την τρέλα να θέλουν και καλά να φαίνουνται φράγκισσες.

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2021

Χωρίς στεφάνι (Παπαδιαμάντης)

 

Χωρίς στεφάνι (Παπαδιαμάντης)

Posted by sarant στο 20 Απριλίου, 2014


Θα το έχω ξαναπεί, μια από τις παιδικές αναμνήσεις που κρατάω από τα Χριστούγεννα είναι ο παππούς μου να ανοίγει την πεντάτομη έκδοση του Βαλέτα και να μας διαβάζει ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη. Από πασχαλινούς γιορτασμούς δεν έχω ανάλογη ανάμνηση, παρόλο που ο κυρ Αλέξαντρος είχε γράψει και πολλά λαμπριάτικα διηγήματα -κι ένα από αυτά διάλεξα να ανεβάσω σήμερα. Ωστόσο, δεν διάλεξα ένα από εκείνα τα βουκολικά, τα χαρούμενα, σαν τον Αλιβάνιστο ή ακόμα τη Νοσταλγία του Γιάννη (που, να θυμίσω, εγώ το ανακάλυψα και το παρουσίασα πριν από δυο χρόνια στο ιστολόγιο), αλλά ένα αστικό διήγημα, αθηναϊκό, και μάλιστα μαύρο, που να κάνει αντίστιξη με την ευφροσύνη της ημέρας. Όπως πολλά από τα αθηναϊκά του διηγήματα, περιέχει στοιχεία κοινωνικής κριτικής: ο Παπαδιαμάντης καταγγέλλει την καταπίεση της γυναίκας (ο μέγιστος φεμινιστής συγγραφέας μας, νομίζω πως είναι) και, όπως πάντα, συμπαραστέκεται στους αδύνατους: Έως πότε όλη η αυστηρότης τών «αρμοδίων» θά διεκδικείται καί θά ξεθυμαίνει μόνον εις βάρος τών πτωχών καί τών ταπεινών;

Το διήγημα είναι γραμμένο σε μιαν εποχή που δεν υπήρχε μονιμότητα των εκπαιδευτικών και άλλα τέτοια σοβιετικά έθιμα, και βασίλευε η αξιοκρατία και η αξιολόγηση που ευαγγελίζονται και για την εποχή μας οι αγριοφιλελεύθεροι. Επίσης, στο σημείο που λέει «ήλλαξε το υπουργείον», εννοεί ότι άλλαξε η κυβέρνηση -έτσι το λέγαν τότε.

Έκανα αποπολυτονισμό με ένα αυτόματο μηχανάκι και εκσυγχρόνισα κάπως την ορθογραφία, αλλά άφησα τόνους στα πιο πολλά μονοσύλλαβα γιατί ήταν κόπος να τους βγάζω έναν-έναν. Υπάρχει στο κείμενο μια σπάνια λέξη, που λίγοι θα την ξέρουν. Πρόκειται για τη λέξη «τεθηπότα», πληθυντικός ουδετέρου της μετοχής παρακειμένου (τεθηπώς) του ρήματος ‘τέθηπα’, ενός ρήματος που δεν έχει ενεστώτα (διότι ο παρακείμενος έχει ενεστωτική σημασία). Τεθηπώς θα πει κατάπληκτος, είναι λέξη που την έχει ξαναχρησιμοποιήσει ο Παπαδιαμάντης. Δεν είναι ανάγκη να την ξέρουμε, αρκεί στα βιβλία να επισημαίνεται η σημασία.

 

ΧΩΡΙΣ ΣΤΕΦΑΝΙ

Τάχα δεν ήτον οικοκυρά κι αυτή στό σπίτι της και στην αυλήν της; Τάχα δεν ήτο κι αυτή, έναν καιρόν, νέα με ανατροφήν; Είχε μάθει γράμματα εις τα σχολεία. Είχε πάρει το δίπλωμά της από το Αρσάκειον.

Κι ετήρει όλα τά χρέη της τά κοινωνικά, καί μετήρχετο τά οικιακά έργα της, καλύτερ᾽ από καθεμίαν. Είχε δέ μεγάλην καθαριότητα εις τό σπίτι της, κι εις τά κατώφλιά της, πρόθυμη ν᾽ ασπρίζει καί νά σφουγγαρίζει χωρίς ποτέ νά βαρύνεται, καί χωρίς νά δεικνύει τήν παραξενιάν εκείνην, ήτις είναι συνήθης εις όλας τάς γυναίκας τάς αγαπώσας μέχρις υπερβολής τήν καθαριότητα. Καί όταν έμβαινεν η Μεγάλη Εβδομάς, εδιπλασίαζε τ᾽ ασπρίσματα καί τά πλυσίματα, τόσον οπού έκαμνε τό πάτωμα ν᾽ αστράφτει, καί τόν τοίχον νά ζηλεύει τό πάτωμα.

Ήρχετο η Μεγάλη Πέμπτη καί αυτή άναφτε τήν φωτιάν της, έστηνε τήν χύτραν της, κι έβαπτε κατακόκκινα τά πασχαλινά αυγά. Ύστερον ητοίμαζε τήν λεκάνην της, εγονάτιζεν, εσταύρωνε τρείς φορές τ᾽ αλεύρι, κι εζύμωνε καθαρά καί τεχνικά τίς κουλούρες, κι ενέπηγε σταυροειδώς επάνω τά κόκκινα αυγά.

Καί τό βράδυ, όταν ενύχτωνε, δέν ετόλμα νά πάγει ν᾽ ανακατωθεί μέ τάς άλλας γυναίκας διά ν᾽ ακούσει τά Δώδεκα Ευαγγέλια. Ήθελε νά ήτον τρόπος νά κρυβεί οπίσω από τά νώτα καμιάς υψηλής καί χονδρής, ή εις τήν άκραν ουράν όλου τού στίφους τών γυναικών, κολλητά μέ τόν τοίχον, αλλ᾽ εφοβείτο μήπως γυρίσουν καί τήν κοιτάξουν.

Τήν Μεγάλην Παρασκευήν όλην τήν ημέραν ερρέμβαζε κι έκλαιε μέσα της, κι εμοιρολογούσε τά νιάτά της, καί τά φίλτατά της όσα είχε χάσει, καί ονειρεύετο ξυπνητή, κι εμελετούσε νά πάγει κι αυτή τό βράδυ πρίν αρχίσει η Ακολουθία ν᾽ ασπασθεί κλεφτά-κλεφτά τόν Επιτάφιον, καί νά φύγει, καθώς η Αιμόρρους εκείνη, η κλέψασα τήν ίασίν της από τόν Χριστόν. Αλλά τήν τελευταίαν στιγμήν, όταν ήρχιζε νά σκοτεινιάζει, τής έλειπε τό θάρρος, καί δέν απεφάσιζε νά υπάγει. Τής ήρχετο παλμός.

Αργά τήν νύκτα, όταν η ιερά πομπή μετά σταυρών καί λαβάρων καί κηρίων εξήρχετο τού ναού, εν μέσω ψαλμών καί μολπών καί φθόγγων εναλλάξ τής μουσικής τών ορφανών Χατζηκώστα, καί θόρυβος καί πλήθος καί κόσμος εις τό σκιόφως πολύς, τότε ο Γιαμπής ο επίτροπος προέτρεχε νά φθάση εις τήν οικίαν του, διά νά φορέσει τόν μεταξωτόν κεντητόν του σκούφον, καί κρατών τό ηλέκτρινον κομβολόγιόν του, νά εξέλθει εις τόν εξώστην, μέ τήν ματαιουμένην από έτους εις έτος ελπίδα ότι οι ιερείς θ᾽ απεφάσιζον νά κάμουν στάσιν καί ν᾽ αναπέμψουν δέησιν υπό τόν εξώστην του· τότε καί η πτωχή αυτή η Χριστίνα η Δασκάλα (όπως τήν έλεγαν έναν καιρόν εις τήν γειτονιάν) εις τό μικρόν παράθυρον τής οικίας της μισοκρυμμένη όπισθεν τού παραθυροφύλλου εκράτει τήν λαμπαδίτσαν της μέ τό φώς ίσα μέ τήν παλάμην της, κι έρριπτεν άφθονον μοσχολίβανον εις τό πήλινον θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν τό μύρον εις Εκείνον, όστις εδέχθη ποτέ τά αρώματα καί τά δάκρυα τής αμαρτωλού, καί μή τολμώσα εγγύτερον νά προσέλθει καί ασπασθεί τούς αχράντους καί ηλοτρήτους καί αιμοσταγείς πόδας Του.

*
* *

Καί τήν Κυριακήν τό πρωί, βαθιά μετά τά μεσάνυκτα, ίστατο πάλιν μισοκρυμμένη εις τό παράθυρον, κρατούσα τήν ανωφελή καί αλειτούργητην λαμπάδα της, καί ήκουε τάς φωνάς τής χαράς καί τούς κρότους, κι έβλεπε κ᾽ εζήλευε μακρόθεν εκείνας, οπού επέστρεφαν τρέχουσαι φρού-φρού από τήν εκκλησίαν, φέρουσαι τάς λαμπάδας των λειτουργημένας, αναμμένας έως τό σπίτι, ευτυχείς, καί μέλλουσαι νά διατηρήσωσι δι᾽ όλον τόν χρόνον τό άγιον φώς τής Αναστάσεως. Καί αυτή έκλαιε κι εμοιρολογούσε τήν φθαρείσαν νεότητά της.

*
* *

Μόνον τό απόγευμα τής Λαμπρής, όταν εσήμαινον οι κώδωνες τών ναών διά τήν Αγάπην, τήν Δευτέραν Ανάστασιν καλουμένην, μόνον τότε ετόλμα νά εξέλθη από τήν οικίαν, αθορύβως καί ελαφρά πατούσα, τρέχουσα τόν τοίχον-τοίχον, κολλώσα από τοίχον εις τοίχον, μέ σχήμα καί μέ τρόπον τοιούτον ως νά έμελλε νά εισέλθει διά τι θέλημα εις τήν αυλήν καμιάς γειτονίσσης. Καί από τοίχον εις τοίχον έφθανεν εις τήν βόρειον πλευράν τού ναού, καί διά τής μικράς πλαγινής θύρας, κρυφά καί κλεφτά έμβαινε μέσα.

Εις τάς Αθήνας, ως γνωστόν, η πρώτη Ανάστασις είναι γιά τίς κυράδες, η δευτέρα γιά τίς δούλες. Η Χριστίνα η Δασκάλα εφοβείτο τάς νύκτας νά υπάγει εις τήν Εκκλησίαν, μήπως τήν κοιτάξουν, καί δέν εφοβείτο τήν ημέραν, νά μήν τήν ιδούν. Διότι οι κυράδες τήν εκοίταζαν, οι δούλες τήν έβλεπαν απλώς. Εις τούτο δέ ανεύρισκε μεγάλην διαφοράν. Δέν ήθελεν ή δέν ημπορούσε νά έρχεται εις επαφήν μέ τάς κυρίας, καί υπεβιβάζετο εις τήν τάξιν τών υπηρετριών. Αυτή ήτο η τύχη της.

*
* *

Ωραίον καί πολύ ζωντανόν, καί γραφικόν καί παρδαλόν, ήτο τό θέαμα. Οι πολυέλεοι ολόφωτοι αναμμένοι, αι άγιαι εικόνες στίλβουσαι, οι ψάλται αναμέλποντες τά Πασχάλια, οι παπάδες ιστάμενοι μέ τό Ευαγγέλιον καί τήν Ανάστασιν επί τών στέρνων, τελούντες τόν Ασπασμόν.

Οι δούλες μέ τάς κορδέλας των καί μέ τάς λευκάς ποδιάς των, εμοίραζαν βλέμματα δεξιά καί αριστερά, κι εφλυάρουν πρός αλλήλας, χωρίς νά προσέχουν εις τήν ιεράν ακολουθίαν. Οι παραμάνες οδήγουν από τήν χείρα τριετή καί πενταετή παιδία καί κοράσια, τά οποία εκράτουν τάς χρωματιστάς λαμπάδας των, κι έκαιον τά χρυσόχαρτα μέ τά οποία ήσαν στολισμέναι, κι έπαιζαν κι εμάλωναν μεταξύ των, κι εζητούσαν νά καύσουν όπισθεν τά μαλλιά τού πρό αυτών ισταμένου παιδίου. Οι λούστροι έρριπτον πυροκρόταλα εις πολλά άγνωστα μέρη εντός τού ναού, καί κατετρόμαζον τές δούλες. Ο μοναδικός αστυφύλαξ τούς εκυνηγούσε, αλλ᾽ αυτοί έφευγαν από τήν μίαν πλαγινήν θύραν, κι ευθύς επανήρχοντο διά τής άλλης. Οι επίτροποι εγύριζον τούς δίσκους κι έρραινον μέ ανθόνερον τές παραμάνες.

Δύο ή τρείς νεαραί μητέρες τής κατωτέρας τάξεως τού λαού, επτά ή οκτώ παραμάνες, εκρατούσαν πεντάμηνα καί επτάμηνα βρέφη εις τάς αγκάλας. Τά μικρά ήνοιγον τεθηπότα τούς γλυκείς οφθαλμούς των, βλέποντα απλήστως τό φώς τών λαμπάδων, τών πολυελέων καί μανουαλίων, τούς κύκλους καί τά νέφη τού ανερχομένου καπνού τού θυμιάματος καί τό κόκκινον καί πράσινον φώς τό διά τών υάλων τού ναού εισερχόμενον, τό ανεμίζον ράσον τού εκκλησιάρχου καλογήρου, τρέχοντος μέσα-έξω εις διάφορα θελήματα, τά γένια τών παπάδων σειόμενα εις πάσαν κλίσιν τής κεφαλής, εις πάσαν κίνησιν τών χειλέων, διά νά επαναλάβουν εις όλους τό Χριστός ανέστη· βλέποντα καί θαυμάζοντα όλα όσα έβλεπον, τά στίλβοντα κομβία καί τά στριμμένα μουστάκια τού αστυφύλακος, τούς λευκούς κεφαλοδέσμους τών γυναικών, καί τούς στοίχους τών άλλων παιδίων, όσα ήσαν αραδιασμένα εγγύς καί πόρρω· παίζοντα μέ τούς βοστρύχους τής κόμης τών βασταζουσών, καί ψελλίζοντα ανάρθρους αγγελικούς φθόγγους.

Δύο οκτάμηνα βρέφη εις τάς αγκάλας δύο νεαρών μητέρων, αίτινες ίσταντο ώμον μέ ώμον πλησίον μιάς κολώνας, μόλις είδαν τό έν τό άλλο, καί πάραυτα εγνωρίσθησαν καί συνήψαν σχέσεις, καί τό έν, ωραίον καί καλόν καί εύθυμον, έτεινε τήν μικράν απαλήν χείρά του πρός τό άλλο, καί τό είλκε πρός εαυτό, καί εψέλλιζεν ακαταλήπτους ουρανίους φθόγγους.

*
* *

Αλλ᾽ η φωνή τού βρέφους ήτο λιγεία, καί ηκούσθη ευκρινώς εκεί γύρω, καί ο Γιαμπής ο επίτροπος δέν ηγάπα ν᾽ ακούει θορύβους. Εις όλας τάς νυκτερινάς ακολουθίας τών Παθών πολλάκις είχε περιέλθει τάς πυκνάς τών γυναικών τάξεις διά νά επιπλήξη πτωχήν τινα μητέρα τού λαού, διότι είχε κλαυθμυρίσει τό τεκνίον της. Ο ίδιος έτρεξε καί τώρα νά επιτιμήσει καί αυτήν τήν πτωχήν μητέρα διά τούς ακάκους ψελλισμούς τού βρέφους της.

Τότε η Χριστίνα η Δασκάλα, ήτις ίστατο ολίγον παρέκει, οπίσω από τόν τελευταίον κίονα, κολλητά μέ τόν τοίχον, σύρριζα εις τήν γωνίαν, εσκέφθη ακουσίως της ―καί τό εσκέφθη όχι ως δασκάλα, αλλ᾽ ως αμαθής καί ανόητος γυνή οπού ήτον― ότι, καθώς αυτή ενόμιζε, κανείς, άς είναι καί επίτροπος ναού, δέν έχει δικαίωμα νά επιπλήξει πτωχήν νεαράν μητέρα διά τούς κλαυθμηρισμούς τού βρέφους της, καθώς δέν έχει δικαίωμα νά τήν αποκλείσει τού ναού διότι έχει βρέφος θηλάζον. Καθημερινώς δέν μεταδίδουν τήν θείαν κοινωνίαν εις νήπια κλαίοντα; Καί πρέπει νά τά αποκλείσουν τής θείας μεταλήψεως διότι κλαίουν; Έως πότε όλη η αυστηρότης τών «αρμοδίων» θά διεκδικείται καί θά ξεθυμαίνει μόνον εις βάρος τών πτωχών καί τών ταπεινών;

Εκ τού μικρού τούτου περιστατικού, η Χριστίνα έλαβεν αφορμήν νά ενθυμηθεί ότι πρό χρόνων, μίαν νύκτα, κατά τήν ύψωσιν τού Σταυρού, όταν επήγε νά εκκλησιασθεί εις τόν ναΐσκον τού Αγίου Ελισσαίου, παρά τήν Πύλην τής Αγοράς, ενώ ο αναγνώστης έλεγε τόν Απόστολον, όταν απήγγειλε τάς λέξεις «τά μωρά τού κόσμου εξελέξατο ο Θεός», αίφνης, κατά θαυμασίαν σύμπτωσιν, από τόν γυναικωνίτην έν βρέφος ήρχισε νά ψελλίζη μεγαλοφώνως, αμιλλώμενον πρός τήν φωνήν τού αναγνώστου. Καί οποίαν γλυκύτητα είχε τό παιδικόν εκείνο κελάδημα! Τόσον ωραίον πρέπει νά ήτο τό Ωσαννά τό οποίον έψαλλον τό πάλαι οι παίδες τών Εβραίων πρός τόν ερχόμενον Λυτρωτήν. «Εκ στόματος νηπίων καί θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον, ένεκα τών εχθρών σου, τού καταλύσαι εχθρόν καί εκδικητήν.»

Τοιαύτα ανελογίζετο η Χριστίνα, σκεπτομένη ότι καμία μήτηρ δέν θά ήτο τόσον αφιλότιμος ώστε νά μή στενοχωρείται, καί νά μή σπεύδει νά κατασιγάσει τό βρέφος της, καί νά μή παρακαλεί ν᾽ ανοιχθεί πλησίον της εις τόν τοίχον, διά θαύματος, θύρα, διά νά εξέλθει τό ταχύτερον. Περιτταί δέ ήσαν αι νουθεσίαι τού επιτρόπου, πρόσθετον προκαλούσαι θόρυβον, καί αφού πρός βρέφος θηλάζον όλα τά συνήθη μέσα τής πειθούς είναι ανίσχυρα, μόνη δέ η μήτηρ είναι κάτοχος άλλων μέσων πειθούς, τήν χρήσιν τών οποίων περιττόν νά έλθη τρίτος τις διά νά τής υπενθυμίσει. Κι έπειτα λέγουν ότι οι άνδρες έχουν περισσότερον μυαλό από τάς γυναίκας!

Ούτω εφρόνει η Χριστίνα. Αλλά τί νά είπη; Αυτής δέν τής έπεφτε λόγος. Αυτή ήτον η Χριστίνα η δασκάλα, όπως τήν έλεγαν έναν καιρόν. Παιδία δέν είχε διά νά φοβείται τάς επιπλήξεις τού επιτρόπου. Τά παιδία της τά είχε θάψει, χωρίς νά τά έχει γεννήσει. Καί ο ανήρ τόν οποίον είχε δέν ήτο σύζυγός της.

Ήσαν ανδρόγυνον χωρίς στεφάνι.

*
* *

Χωρίς στεφάνι! Οπόσα τοιαύτα παραδείγματα!…

Αλλά δέν πρόκειται νά κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ελλείψει όμως άλλης προνοίας, χριστιανικής καί ηθικής, διά νά είναι τουλάχιστον συνεπείς πρός εαυτούς καί λογικοί, οφείλουν νά ψηφίσωσι τόν πολιτικόν γάμον.

*
* *

Από τόν καιρόν οπού είχεν ανάγκην από τάς συστάσεις τών κομματαρχών διά νά διορίζεται δασκάλα, είς τών κομματαρχών τούτων, ο Παναγής ο Ντεληκανάτας, ο ταβερνάρης, τήν είχεν εκμεταλλευθή. Άμα ήλλαξε τό υπουργείον, καί δέν ίσχυε πλέον νά τήν διορίσει, τής είπεν: «Έλα νά ζήσουμε μαζί, κι αργότερα θά σέ στεφανωθώ». Πότε; Μετ᾽ ολίγους μήνας, μετά έν εξάμηνον, μετά ένα χρόνον.

Έκτοτε παρήλθον χρόνοι καί χρόνοι, κι εκείνος ακόμη είχε μαύρα τά μαλλιά, κι αυτή είχεν ασπρίσει. Καί δέν τήν εστεφανώθη ποτέ.

Αυτή δέν εγέννησε τέκνον. Εκείνος είχε καί άλλας ερωμένας. Κι εγέννα τέκνα μέ αυτάς.

Η ταλαίπωρος αυτή μανθάνουσα, επιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, υπομένουσα, εγκαρτερούσα, έπαιρνε τά νόθα τού αστεφανώτου ανδρός της εις τό σπίτι, τά εθέρμαινεν εις τήν αγκαλιάν της, ανέπτυσσε μητρικήν στοργήν, τά επονούσε. Καί τά ανέσταινε, κι επάσχιζε νά τά μεγαλώσει. Καί όταν εγίνοντο δύο ή τριών ετών, καί τά είχε πονέσει πλέον ως τέκνα της, τότε ήρχετο ο Χάρος, συνοδευόμενος από τήν οστρακιάν, τήν ευλογιάν, καί άλλας δυσμόρφους συντρόφους… καί τής τά έπαιρνεν από τήν αγκαλιάν της.

Τρία ή τέσσαρα παιδία τής είχαν αποθάνει ούτω εντός επτά ή οκτώ ετών.

Κι αυτή επικραίνετο. Εγήρασκε καί άσπριζε. Κι έκλαιε τά νόθα τού ανδρός της ως νά ήσαν γνήσια ιδικά της. Κ᾽ εκείνα τά πτωχά, τά μακάρια, περιΐπταντο εις τά άνθη τού παραδείσου, εν συντροφία μέ τ᾽ αγγελούδια τά εγχώρια εκεί.

Εκείνος ουδέ λόγον τής έκαμνε πλέον περί στεφανώματος. Κι αυτή δέν έλεγε πλέον τίποτε. Υπέφερεν εν σιωπή.

Κι έπλυνε κι εσυγύριζεν όλον τόν χρόνον. Τήν Μεγάλην Πέμπτην έβαπτε τ᾽ αυγά τά κόκκινα. Καί τάς καλάς ημέρας δέν είχε τόλμης πρόσωπον νά υπάγει κι αυτή εις τήν εκκλησίαν.

Μόνον τό απόγευμα τού Πάσχα, εις τήν ακολουθίαν τής Αγάπης, κρυφά καί δειλά εισείρπεν εις τόν ναόν, διά ν᾽ ακούση τό «Αναστάσεως ημέρα» μαζί μέ τίς δούλες καί τίς παραμάννες.

Αλλ᾽ Εκείνος, όστις ανέστη «ένεκα τής ταλαιπωρίας τών πτωχών καί τού στεναγμού τών πενήτων», όστις εδέχθη τής αμαρτωλής τά μύρα καί τά δάκρυα καί τού ληστού τό Μνήσθητί μου, θά δεχθεί καί αυτής τής πτωχής τήν μετάνοιαν, καί θά τής δώσει χώρον καί τόπον χλοερόν, καί άνεσιν καί αναψυχήν εις τήν βασιλείαν Του τήν αιωνίαν.

 

Μια πρόσκληση για Δημοτικό Συμβούλιο και ένα σχόλιο.

Άσχετη φωτογραφία, λόγω εποχής.   Διαβάζουμε άλλη μια πρόσκληση Δημοτικού Συμβουλίου που απευθύνεται φυσικά μόνο σε όσους αναφέρεται η πρόσκ...