Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2019

Παράδοση και διάσωση.

Πολλές φορές μέσα στα χρόνια έχω αναρωτηθεί το γιατί στο Ελληνικό Κράτος η Ελληνική Μουσική μοιάζει να είναι το ξένο είδος ενώ κάθε τι που δεν έχει γεννηθεί εδώ, θεωρείται ανώτερης κλάσης και διδάσκεται αναλόγως.
Όταν λέω Ελληνική Μουσική εννοώ την παραδοσιακή μουσική μας σε όλα με μήκη και τα πλάτη της Ελλάδας και πέρα από αυτήν , όπου υπάρχει Ελληνισμός και τα μουσικά πατήματα και οι δημιουργίες κρατάνε από τις ρίζες της μουσικής του λαού μας.

Το μουσικό τοπίο είναι πολύ διαφορετικό από πριν 30 η και 50 χρόνια.
Τότε η παραδοσιακή μουσική ήταν μόνο για τις Εθνικές Επετείους, στα ΜΜΕ ήταν για πατριωτικούς λόγους και καθαρά επιμορφωτικούς και εκείνους, στα στενά πλαίσια της διδαχής και αναφοράς σε ορισμένα και σίγουρα τοποθετημένα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας .

Τα παραδοσιακά μας τραγούδια όμως είναι η ψυχή του λαού που τα γέννησε και όσο και αν προσπαθούσαν να τα αγνοήσουν και να τα υποβιβάσουν, εκείνα βρήκαν τον τρόπο να επικοινωνήσουν και να αναγεννηθούν στις καρδιές των νεότερων γενιών.
Ο ένας σύλλογος μετά τον άλλον  αναβίωσε τους χορούς και διέδωσε το τραγούδι που μπήκε στις χορωδίες με αποτέλεσμα οι χορωδίες του παραδοσιακού τραγουδιού να γνωρίζουν μεγάλη άνθηση. 
Τα τραγούδια της τάβλας, τα χοροτράγουδα, και τόσα άλλα, μπαίνουν πάλι στην ζωή μας και νέοι καλλιτέχνες σκύβουν με αγάπη πάνω στην τέχνη και μεταφέρουν την πνοή της δημιουργίας στο παραδοσιακό μας τραγούδι. 
Αλλά αλήθεια, γιατί διεκόπη αυτή η συνέχεια? Γιατί χρειάστηκαν μερικοί άνθρωποι όπως η Δόμνα Σαμίου να ξαναφέρει στην ζωή την παράδοση μας και αν ήταν όντως να ξεχαστεί και δεν εξέφραζε πια τους ανθρώπους, πως και απλώθηκαν σαν την φωτιά και ξαναζωντάνεψαν όλα?

Υπήρχε μια τάση υποβιβασμού της παράδοσης μας και μαζί με αυτόν, της ζωής των ανθρώπων της υπαίθρου που ευτυχώς σε πολλά μέρη της, όντας αποκομμένη από μεγάλα αστικά κέντρα, κατάφεραν και όχι μόνο διέσωσαν, αλλά πλούτισαν κι άλλο το ρεπερτόριο τους.

Όσο πιο πολλά μαθαίνουμε, τόσο πιο πολύ μοιάζει σαν να υπήρξε μια πολιτιστική "γενοκτονία" και τώρα η αναβίωση της φαντάζει σαν τον φοίνικα που απλώνει ξανά τα φτερά του.

Τα τραγούδια της Τάβλας

Τα Δημοτικά τραγούδια διαιρούνται σε πολλές κατηγορίες. Έχουμε τα ιστορικά τραγούδια, τα Κλέφτικα, τα λιανοτράγουδα, τα Ακριτικά, της Αγάπης, του Γάμου, της Ξενιτειάς, τα νανουρίσματα, τα Χελιδονίσματα, της Στράτας, του Θερισμού, τα Μοιρολόγια, τα Χαροντικά κ.λπ.
Mία σημαντική κατηγορία είναι εκείνη των τραγουδιών της Τάβλας ή του Τραπεζιού. Τραγουδιούνται τα τραγούδια αυτά και λέγονται άλλα πριν, άλλα κατά και άλλα μετά το φαγητό και τα ποτά (κυρίως κρασί), ανταποκρινόμενα στα ελληνικά έθιμα της κοινής εστιάσεως, που συναντάμε στους γάμους, στις γιορτές και στα κάθε λογής πανηγύρια. Ακούγονταν τα τραγούδια αυτά στα λεγόμενα “ξεφλουδίσματα”, τα οποία φυσικά τώρα έχουν εξαλειφθεί από την εμφάνιση της τεχνολογίας. Περί το τέλος Αυγούστου οι γεωργοί συγκέντρωναν τα καλαμπόκια τους. Το ξεφλούδισμά τους το έκαναν νέοι και νέες όλη τη νύχτα, μία για τον κάθε γείτονα. Εκεί υπήρχε έθιμο να λένε τραγούδια της τάβλας, τα οποία και την παράδοση διατηρούσαν και αφορμή για απαρχή ερώτων γίνονταν. Υπό στενή έννοια τραγούδια της τάβλας είναι όσα αναφέρονται στην καθαυτό φιλοξενία. Υπό ευρεία έννοια είναι όλα τα τραγούδια που λέγονται καθιστά, αν και κατατάσσονται σε άλλα υποσύνολα, σε άλλες κατηγορίες τραγουδιών (αγάπης, κλέφτικα, ξενιτιάς κ.λπ.). Συνήθως ο πρωτοτραγουδιστής, που κατά περίπτωση είναι ο γεροντότερος ή ο σοφότερος της παρέας, τραγουδάει το στίχο και όλη η παρέα το επαναλαμβάνει. Επιχωριάζουν τα τραγούδια της τάβλας στην Ήπειρο, Θεσσαλία, Μοριά, Ρούμελη, Κύπρο (αμανέδες) και Κρήτη (ριζίτικα). Ενα τραγούδι της τάβλας πανελλήνιας εμβέλειας είναι τ’ ακόλουθο: «Σε τούτ’ την τάβλα που ’μαστε, σε τούτο το τραπέζι/ τον Άγγελο φιλεύουμε και τον Χριστό κερνάμε/ την Παναγιά μας Δέσποινα, αυτή παρακαλούμε/ να μας χαρίσει τα κλειδιά, κλειδιά του Παραδείσου, να ιδώ τους πλούσιους πώς περνούν και τους φτωχούς πώς πάνε…». Έτερο τραγούδι του τραπεζιού πανελλήνιο: «Χιλιοκαλώς τον ηύραμαν τούτον τον νοικοκύρη,/ με τα καλά του τα φαγιά, με τα γλυκά του λόγια./ Να του προκόψουν τα παιδιά, και σ’ άλλα να χαρούμε./ Τούτον τον χρόνο τον καλό, τον άλλον ποιος τον ξέρει,/ για ζούμε για πεθαίνουμε, για σ’ άλλον τόπο πάμε./ -Φάτε και πιήτε, ρε παιδιά, χαρήτε να χαρούμε/ για τη δική μας τη χαρά, του χρόνου στη δική σας». Άλλο τραγούδι της τάβλας από την Ήπειρο, ιδιαίτερα προσφιλές και με τίτλο “Χαριτωμένη συντροφιά”: «Χαριτωμένη συντροφιά, μου λεν να τραγουδήσω,/ κι εγώ τους λέγω δεν μπορώ, τραγούδια να ηξέρω./ -Βαστάτε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω./ Τα ποδαράκια με πονούν, τα γόνατα με σφάζουν./ Μ’ επήραν τα γεράματα, ασπρίσαν τα μαλλιά μου./ Και τώρα για τους φίλους μου, για τους αγαπημένους/ θα πω τραγούδια θλιβερά και παραπονεμένα:/ Η ξενιτειά ή η εργατιά, η πίκρα κ’ η αγάπη/ τα τέσσερα τα ζύγιασαν βαρύτερα είν’ τα ξένα./ Παίρνουν παιδιά ανύπαντρα, τα φέρουν γερασμένα./ Χωρίζ’ η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα,/ η αδερφή τον αδερφό, κι ο άντρας τη γυναίκα!». Ένα πολύ όμορφο ιστορικό τραγούδι της τάβλας από τον Μοριά: «Κλείσαν οι στράτες του Μοριά, κλείσαν και τα δερβένια./ Κλαίνε τα χάνια γι’ άλογα και τα τζαμιά γι’ αγάδες./ Κλαίει και μια χανούμισσα για τον μοναχογιό της…». Πολλά τραγούδια της τάβλας αναφέρονται στη χαραυγή. Πολλά περίεργα, θαυμαστά και άξια λόγου πράγματα συμβαίνουν το χάραμα. Το πιο πυκνό σκοτάδι είναι αυτό που φεύγει, λέει ο σοφός λαός. Το χάραμα είναι ο χρόνος της απομακρύνσεως των κακών πνευμάτων από τη γη. Η δροσιά της αυγής (και στην αρχαιότητα της Ηούς) ξυπνάει τον έρωτα της ζωής και την τάση για το αντάμωμα των ψυχών και των σωμάτων: «Τώρα, το πρωί, τώρα κοντά να φέξει/ τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια/ γλυκολαλούν και λένε, ξύπνα αγάπη μου./ ξύπνα αγκάλιασε κορμί κυπαρισσένιο…». Η μεθυστική αύρα της αυγής αποπροσανατολίζει τον διαβάτη του κόσμου, όπως αποτυπώνεται η ζάλη αυτή στο ακόλουθο (ίσως το ωραιότερο) τραγούδι της τάβλας: «Με γέλασε μια χαραυγή, τ’ αστρί και το φεγγάρι/ και βγήκα νύχτα στα βουνά, νύχτα στα κορφοβούνια./ Κι ακούω τα πεύκα να βογγούν και τις οξυές να τρίζουν,/ κι ακούω την πετροπέρδικα να γλυκοκελαηδάει./ Που καταριόταν τον αετό, το φτεροπλουμισμένο./ -Αετέ μ’ να φας τα νύχια σου, τα νυχοπόδαρά σου./ Που μ’ έκανες κι ορφάνεψα, μου πήρες τα παιδιά μου». Τη χαραυγή μπορεί να ’ρθει ο θάνατος σε όποιον η αγαπημένη του δεν τον νοιάζεται: «Ήλιε που βγαίνεις την αυγή, και τον ντουνιά ζεσταίνεις/ ’μένα γιατί μ’ αρνήθηκες;/ Μια χαραυγή, μια μαύρη χαραυγή στον κόσμο θα πεθάνω/ κι’ εσύ θα πλέκεις τα μαλλιά σου…». Η αγάπη θέλει συνεχή προσοχή, γιατί αλλιώς μαραίνεται κι απομακρύνεται. Η αναζήτησή της στη συνέχεια ενδέχεται να καταστεί μάταιη υπόθεση: «Ο δυόσμος κι ο βασιλικός και το μακεδονίσι/ πάν’ τα ματάκια μ’ βρύση,/ αυτά μ’ αποκοιμήσανε και μου ’φυγε η αγάπη./ Παίρνω τα όρη ψάχνοντας και τα βουνά ρωτώντας/ το Θεό παρακαλώντας./

-Βουνά μου και λαγκάδια μου και σεις ψηλές ραχούλες/ είδατε την αγάπη μου, τη λυγεροφκιασμένη;/ -Εψές, προψές την είδαμε, στον αργαλειό που ’φαίνει./ Υφαίνει τα μεταξωτά, υφαίνει τα βελούδα…».

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ
Ένα πολύ όμορφο τραγούδι της τάβλας μας παρέδωσε ο Στρατηγός Μακρυγιάννης στα “Απομνημονεύματά” του. Όταν οι Έλληνες κρατούσαν την Ακρόπολη ο αρχηγός Γκούρας κάλεσε τον Μακρυγιάννη, που ήταν και κουμπάρος του, να φάνε μαζί και να αποκαταστήσουν τη φιλία του (είχαν καιρό σε έριδα). Μετά το φαγητό και το κρασί, λέει ο Γκούρας στον Μακρυγιάννη να πει κανένα τραγούδι, που είχε καλή φωνή. Ο Μακρυγιάννης είπε τούτο το τραγούδι της τάβλας: «Βγήκε ο ήλιος κόκκινος και το φεγγάρι μαύρο/ κι ο λαμπερός αυγερινός αργεί να βασιλέψει./ Πες μας καϋμένε αυγερινέ κάνα καλό χαμπέρι./ Το τι χαμπέρι να σας πω, το τι καλό μαντάτο,/ επλάκωσε η Αρβανιτιά…». Ο Γκούρας μερακλώθηκε, πήρε το ντουφέκι του και βγήκε στη μάχη να πολεμήσει. Σε λίγα λεπτά έπεσε νεκρός από τούρκικο βόλι…

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Η συμβολή των τσιγγάνων μουσικών στην εξέλιξη της παραδοσιακής μουσικής της Ελλάδας




Η συμβολή των τσιγγάνων μουσικών στην εξέλιξη της παραδοσιακής μουσικής της Ελλάδας

του Θανάση Μωραΐτη

με τη συνεργασία του Μάρκου Δραγούμη 


Από τον 11ο αιώνα έως σήμερα, το ζήτημα των Τσιγγάνων μουσικών είναι κεφαλαιώδες στην ιστορία της παραδοσιακής μας μουσικής. Όσοι ασχολούνται με την παραδοσιακή μουσική της Ελλάδας γνωρίζουν ότι ένα από τα πλέον ουσιαστικά συστατικά στοιχεία της εξέλιξής της ήταν και κατά κάποιο τρόπο εξακολουθεί να είναι η συμβολή των τσιγγάνων μουσικών, ιδιαίτερα στον τομέα της οργανικής μουσικής.

Η προέλευση των Τσιγγάνων, Ρομά, Γύφτων κτλ., ανάλογα με την ορολογία που επικρατεί ή προτιμάται σε κάθε περίπτωση, θεωρείται υπόθεση περίπλοκη. Οι πληθυσμοί αυτοί ξεκίνησαν στην ιστορία ως πλανόδιες ομάδες, αλλά με το χρόνο και με το κλείσιμο των συνόρων οι μετακινήσεις τους περιορίστηκαν στο εσωτερικό των κρατικών σχηματισμών. Αρκετοί εγκαταστάθηκαν σε διάφορες χώρες ως εδραίοι, έγιναν σ’ ένα βαθμό δίγλωσσοι και δέχθηκαν τις επικρατούσες θρησκείες των τόπων της εγκατάστασής τους.

Το πιθανότερο είναι ότι ο ιστορικός πυρήνας τους ξεκίνησε ως περιπλανώμενες ομάδες με απώτερη προέλευση την Ινδία, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι η πατροπαράδοτη γλώσσα τους, η Ρομανί, ανήκει στην Ινδική υφομογλωσσία. Στη μακρά ιστορική τους παρουσία στην Ευρώπη, αλλά και την Ασία και Αφρική, ασφαλώς αναμείχθηκαν με ντόπιες πληθυσμιαίες συνιστώσες, είτε μέσω μεικτών γάμων είτε διότι διάφορα μεμονωμένα άτομα τούς ακολούθησαν και ενώθηκαν μαζί τους για μια ποικιλία λόγων. Πολλές φορές ένας τέτοιος πληθυσμός, αφού είχε μείνει για καιρό σε ένα χώρο και είχε μετάσχει σε όλες τις εύλογες επιτόπιες ζυμώσεις, αργότερα έφευγε και μετακινιόταν προς κάποιον επόμενο χώρο, σωρεύοντας έτσι τα επίπεδα των αλληλεπιδράσεων και επιμειξιών.

Ανάμεσα λοιπόν σ’ αυτούς τους νομάδες ή πλάνητες και στους κατά τόπους εδραίους πληθυσμούς υπήρχαν διάφοροι βαθμοί ανταλλαγής πολιτισμικού ρευστού, με τους πρώτους να λειτουργούν επιπρόσθετα ως «μεταφορείς» και εν μέρει «διαμορφωτές» πολιτισμού από περιοχή σε περιοχή. Ιδιαίτερα οφείλουμε να σημειώσουμε την αισθητή επίδραση των πλανόδιων επαγγελματιών μουσικών κατά μήκος μιας κύριας οδού που εκτείνεται από τη Βαλτική, σχεδόν, έως την Ελλάδα. Οι μουσικοί αυτοί φαίνεται πως κάτω από το γενικό χαρακτηρισμό των Τσιγγάνων / Γύφτων / Ρομά συγκέντρωναν ένα κράμα από προελεύσεις, καταβολές και επηρεασμούς. Έχοντας προφανώς ενσωματώσει την παράδοση των Γερμανο-πολωνο-εβραίων πλανόδιων μουσικών Γκλεζμορίμ, των οποίων αφετηρία ήταν η Γαλικία, περιοχή ανάμεσα στην Κρακοβία και το Λβουφ, των Ούγγρων, των Τουρκοτατάρων της Ρωσίας, των Γότθων κτλ., έφεραν στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και κατόπιν στη Σερβία και Βουλγαρία, την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία και την Ελλάδα ένα είδος μουσικής που μοιάζει πολύ μ’ αυτό που εμείς αποκαλούμε αστικολαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι, ή ακόμα συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωσή του.

«Οι Έλληνες θαύμαζαν τη μουσική ιδιοφυία των τσιγγάνων, δεν τους είχαν υποδουλώσει όπως στη Μολδοβλαχία, τους θεωρούσαν όμως κατώτερους και δε δέχονταν να παίζουν το ζουρνά εκεί όπου τον έπαιζαν αυτοί. Οι τσιγγάνοι στην αρχή δε θα τραγουδούσαν παρά μόνο κάποια στιχάκια στους χορούς και ίσως στους σκοπούς που ήταν του συρμού στην Πόλη, στο Ιάσι και στα Γιάννινα. Όταν άρχισαν όμως να τραγουδούν και τα ντόπια πατροπαράδοτα τραγούδια, τους άλλαξαν ριζικά το ύφος και το ήθος. Για να το συνειδητοποιήσει κανείς, αρκεί να συγκρίνει το ίδιο τραγούδι της τάβλας όπως το τραγουδάει Θεσσαλός χωρικός και όπως το ερμηνεύει ο Μπενάτσης, ο Γιαννιώτης Γύφτος. Ίσως ο μουσικολόγος, που τον ενδιαφέρει το γνήσιο δημοτικό τραγούδι, αλλά και ο μουσικός, από αισθητική άποψη, θα προτιμήσουν τη μονοφωνική εκτέλεση του χωριάτη, τη γυμνή, την τραχιά. Τον μέσο ακροατή όμως θα τον συνεπάρει η εκτέλεση του Γύφτου με το φανταχτερό χρωμάτισμα, με τα πολλά στολίδια, με τη χαρακτηριστική εναλλαγή της ελεύθερης απαγγελίας του τραγουδιστή και του χορευτικού ρυθμού των οργάνων» (Samuel Baud-Bovy: Δοκίμιο για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, Π.Λ.Ι., Ναύπλιο 1984, σ. 64). 

Αθήνα, Ιούλιος 2003 Αρχείο Θανάση Μωραίτη

-----------------------------------------------------------------------------

Τραγούδια για τους ήρωες των άκρων και των ακροτήτων

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ
Η Δόμνα Σαμίου σε μια νεανική φωτογραφία της.
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Αυτά τα τραγούδια μιλούν για κατορθώματα και ηρωισμούς που ξεπερνούν το ανθρώπινο μέτρο. Παινεμένοι πρωταγωνιστές τους είναι οι ακρίτες, φρουροί των συνόρων της βυζαντινής αυτοκρατορίας που παρότι πέρασαν τόσοι αιώνες τα ανδραγαθήματά τους εξακολουθούν να διασώζονται.
Μικρές ιστορίες, ηρωικές οι περισσότερες με δραματικό συνήθως περιεχόμενο όπως λέει το τραγούδι από την Προποντίδα του Μοναχογιού Κωνσταντή «έναν τον έχει η μάνα του, έναν και κανακάρη». Ομως και «Ο Κωνσταντίνος ο μικρός» έχει τη δική του ιστορία, επίσης ο Προσφύλης όπως λένε τον ήρωα του τραγουδιού από την Καππαδοκία «Χήραν παιδί εγέννησε και τον λένε Προσφύλη». Κι αυτός, χρονιάρης πιάνει το σπαθί, στα δύο το κλοντάρι, στα τρία και στα τέσσερα πηνέβ’ καβαλικεύει. Οσο για τον γενναίο του τραγουδιού «Καλογριά γκαστρώθηκε», αυτό το παιδί «στο μήνα βγαίνει με σπαθί, στο χρόνο με ντουφέκι, σε τρίω, τέσσερω μηνώ στον πόλεμο παγαίνει».
Ολα αυτά τα τραγούδια που μιλούν για ακρίτες και τα κατορθώματά τους τα οποία διέσωσε και ηχογράφησε πριν από το θάνατό της (το 2012) η Δόμνα Σαμίου, ετοιμάζονται να κυκλοφορήσουν το Πάσχα από τον «Καλλιτεχνικό Σύλλογο Δημοτικής Μουσικής» που φέρει το όνομά της. Πρόκειται για το άλμπουμ «Των ακριτών και των ανδρειωμένων» στο οποίο ακούγεται η ίδια, οι στενοί συνεργάτες Ζαχαρίας Καρούνης και Κατερίνα Παπαδοπούλου αλλά και τοπικοί τραγουδιστές και ανώνυμοι από τα μέρη που ανέσυρε τους μουσικούς «θησαυρούς», από την Κάρπαθο, τη Ρόδο έως τον Πόντο.
Η συλλογή «Των ακριτών και των ανδρειωμένων» είναι η πρώτη έκδοση που παρουσιάζει ο Σύλλογος μετά τον θάνατό της. Στην πραγματικότητα είναι έργο που η ίδια ετοίμαζε από το 2004 αλλά δεν πρόλαβε να εκδώσει. «Ετσι όπως έκανε πάντα, φροντίζοντας αυτό που παρουσιάζει να είναι φωτεινό, αυθεντικό, καλαίσθητο, είχε κάνει την έρευνα και είχε διαλέξει από το αρχείο της τα τραγούδια, που κάποια τα κράτησε στην αυθεντική τους εκτέλεση, ορισμένα δίδαξε στους συνεργάτες της κι άλλα τραγούδησε η ίδια. Η Δόμνα είχε αποφασίσει ακόμα και τον τίτλο», εξηγούν τα μέλη του συλλόγου.
Οσοι την γνώριζαν καλά, φίλοι και συνεργάτες, όπως η Γιούλη Παπαθεοδώρου, πρόεδρος του Καλλιτεχνικού Συλλόγου Δημοτικής Μουσικής «Δόμνα Σαμίου», καθώς και η λαογράφος-εθνολόγος Μιράντα Τερζοπούλου, επίσης ο μουσικός Σωκράτης Σινόπουλος με τον οποίο έκανε τους τελευταίους της δίσκους, ήξεραν πόσο την συγκινούσαν τα ηρωικά τραγούδια.
Αλλωστε και η ίδια η Δόμνα ήταν μια γυναίκα μαχητική, αφοσιωμένη σ’ αυτό που αγάπησε, πίστεψε και διέσωσε ώς το τέλος της ζωής της. Δεν ήταν μόνο σπουδαία ερμηνεύτρια, αεικίνητη ερευνήτρια, δημιουργός ενός σημαντικού αρχείου, δασκάλα του δημοτικού, εξαιρετική παραγωγός εκπομπών.
Η Σαμίου, διορατική, ανοιχτόμυαλη, τολμηρή, ήταν η γυναίκα που «όργωσε» με ένα μαγνητόφωνο της εποχής, δικά της έξοδα και πολλά εμπόδια, κάθε άκρη της Ελλάδας καταγράφοντας σπάνιο ηχητικό υλικό. Η ελληνική επαρχία την εμπιστεύθηκε σαν δικό της άνθρωπο, ίσως γιατί διέκριναν τον σεβασμό της απέναντι στο αυθεντικό άκουσμα. Αλλωστε η Δόμνα Σαμίου πάντα ήταν πιστή στην απόδοση των λεκτικών ιδιομορφιών και του ύφους των τραγουδιών κάθε περιοχής.
Γενναία από μικρή
Η μικρασιατική καταγωγή της και τα βιώματά της σαν ήρθε η οικογένεια στην Ελλάδα την καθόρισαν. Θυμάμαι ακόμη μια συνέντευξή της, με πόσο περήφανο πόνο μου μιλούσε για όσα κατάφερε η μητέρα της σε μια παράγκα της Καισαριανής. Ηταν γενναία από μικρή. Στα 13 της μαθήτευσε κοντά στον Σίμωνα Καρρά, στον «Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής» όπου πήρε και τα πρώτα μαθήματα βυζαντινής μουσικής, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε νυχτερινό Γυμνάσιο. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 αρχίζει η σχέση της με την Ε.Ι.Ρ. έως το 1971 όταν αποδέχτηκε την πρόταση του Διονύση Σαββόπουλου για εμφανίσεις στο «Ροντέο». Ετσι αγάπησε εκείνη η ανήσυχη γενιά το δημοτικό τραγούδι.
Το «Μουσικό Οδοιπορικό», σειρά ντοκιμαντέρ, ήταν από τις καλύτερες στιγμές της ελληνικής τηλεόρασης. Επεισόδια αφιερωμένα στην παράδοση κάθε τόπου με εκτενείς ιστορικές αναφορές, τραγουδιστές που ανακάλυπτε, γυναίκες που τους έπειθε να μπει στην καθημερινότητα και το τραγούδι τους, από τα Γιάννενα μέχρι την Κρήτη, τον Εβρο και τα νησιά.
Πάντα είχε να σου πει για σχέδια. Αυτά προσπαθεί τώρα να ολοκληρώσει ο Καλλιτεχνικός Σύλλογος Δημοτικής Μουσικής «Δόμνα Σαμίου», τα μέλη του οποίου μετά από αυτή την έκδοση θα συνεχίσουν με τα: «Τραγούδια του γάμου», «Τα τρία αγαθά της γης», «Μικρασιάτικα 2».
Η Γιούλη Παπαθεοδώρου μάς επισημαίνει ότι πολλά παιδιά παίζουν μουσική με παραδοσιακό τρόπο, όπως τους έμαθε η Σαμίου ή όπως την άκουσαν. «Πέρυσι ο Σύλλογος έκανε μια πρόσκληση σε νέους μουσικούς μέχρι 24 ετών για μια συναυλία που σχεδιάζουμε. Η ανταπόκριση ήταν μεγάλη. Ενδιαφέρθηκαν από κάθε γωνιά της χώρας αλλά και από την Κύπρο και τη Γερμανία.
Αυτή η συναυλία θα γίνει το καλοκαίρι στον κήπο του Μεγάρου». Υπάρχει όμως κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον: το πολύτιμο αρχείο της Δ. Σαμίου έχει πια ψηφιοποιηθεί. Σκοπός είναι να ενταχθεί στον ιστοχώρο. Υλικό πλούσιο, σπάνιο και πολύτιμο, περιλαμβάνει πάνω από 800 ώρες μουσικής!
Οταν ρωτάμε την πρόεδρο του συλλόγου πώς εξηγεί την αγάπη της Δόμνας για τα τραγούδια των αντρειωμένων, στέκεται σε μια κουβέντα της λαογράφου-εθνολόγου Μιράντας Τερζοπούλου: «Θεωρεί ότι τα ακριτικά άρεσαν στη Δόμνα γιατί ήταν συνυφασμένα με την ιπποσύνη». Το πολυσέλιδο δίγλωσσο φυλλάδιο της έκδοσης περιλαμβάνει κι ένα εξαιρετικό κείμενο του βυζαντινολόγου Ηλία Αναγνωστάκη για τα μεσαιωνικά δημοτικά τραγούδια, τα λεγόμενα ακριτικά και το ταξίδι τους στον χρόνο. Ηρωες που μάχονται την αδικία, αντιστέκονται, άλλοτε τιμωρούνται και σε άλλες περιπτώσεις «ως ήρωες των άκρων και των ακροτήτων συμπεριφέρονται προφανώς ακραία και υβριστικά και σε πολλές παραλογές με “ακριτικά” χαρακτηριστικά γίνονται υπερόπτες, νεκρόφιλοι, ιερόσυλοι, διακορευτές, αιμομίκτες, δολοφόνοι, ληστρικοί ταραξίες της όποιας ευταξίας».εντυπη καθημερινή.
Έντυπη

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

Πρωτομαγιά 2018.

Αποτέλεσμα εικόνας για στεφανια πρωτομαγιασ

Τραγούδια 80ς για χορό και αναμνήσεις. Προσοχή ! Η ακρόαση τους βλάπτει σοβαρά το επίπεδο!

















"Σε αγαπάω μ΄ακούς!" Το θυμάστε?

Όταν μιλάμε για τεράστιες επιτυχίες συνήθως αναφερόμαστε σε μεγάλα ποιοτικά τραγούδια, η έστω σε τραγούδια που με απλά λόγια η λιτή μουσική, καταφέρνουν να αγγίξουν τις μάζες.

Υπάρχουν όμως και τα άλλα τραγούδια που για έναν ακατανόητο λόγο γίνονται τεράστιες επιτυχίες χωρίς να καταλάβει κανείς το γιατί.
Και όμως αυτό το τραγούδι του  1982 δεν είχε αφήσει κανέναν που να μην το τραγουδήσει, να μην τον αγγίξει να μην το κάνει δικό του.
Μπλουζάκια, γραμμένα στιχάκια στους τοίχους, νούμερα επιθεώρησης που χρησιμοποιούσαν το ρεφρέν, ατέλειωτες συζητήσεις σοβαρών αναλυτών για την επιτυχία του τραγουδιού, μια ατέλειωτη κουβέντα το γιατί το τραγούδι έγινε επιτυχία.

Ο τραγουδιστής αφού ανέβηκε στον ουρανό της απόλυτης δόξας, εξαφανίστηκε στην αφάνεια μετά από μόλις λίγα χρόνια.

Και όμως, ο λαός κάτι βρήκε που εμείς οι ρόκερς της εποχής δεν μπορέσαμε ποτέ να καταλάβουμε.
Όπως δεν καταλάβαμε και ποτέ το γιατί έπρεπε να γίνει τόση ανάλυση σε ένα απλό τραγούδι που ο κόσμος το αγάπησε και το έκανε δικό του όσο ελάχιστα άλλα.




Οι επιρροές είναι ολοφάνερες αλλά δεν το παρέβλεπαν τότε.

Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει –ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει –ακούς;
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς;
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς;


 "Οδυσσέας Ελύτης, Το μονόγραμμα. Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1979."








Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Περίοδος λιτότητας αναρτήσεων, και καλή σας ακρόαση.

Τελειώνει και ο Απρίλης του 2018 και λέω να περάσουμε στην περίοδο λιτότητας στο μπλογκ, με άλλα λόγια, μόνο δικά μας λόγια.
Έτσι, μειλ, φεις κλπ πηγές δεν θα χρησιμοποιούντε .
Μην το πάρετε προσωπικά όσοι θα ήθελαν να δουν εδώ τις ανακοινώσεις τους παρακαλώ.

Εδώ και καιρό σκέφτομαι να θυμηθούμε μαζί μερικά τραγούδια.
Θα ήθελα πάρα πολύ να μπορούσαμε να κάνουμε μια ωραία ραδιοφωνική εκπομπή όπως παλιά, αλλά δυστυχώς δεν έχουμε αυτή την δυνατότητα....προς το παρόν.



Αν θέλετε λοιπόν, ακούστε και σεις τα βίντεο με τα τραγούδια και ελπίζω να σας αρέσουν.
Καλή ακρόαση.