Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νάνσυ και Τηλέμαχος.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νάνσυ και Τηλέμαχος.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Nάνσυ και Τηλέμαχος. Μέρος 5ον.

Ο Τηλέμαχος πήρε το καράβι από το Μαρμάρι το τελευταίο Αυγουστιάτικο απόγευμα και στην διαδρομή έβλεπε τα κύματα να κτυπούν τα πλευρά του καραβιού και τον ήλιο να βυθίζεται στο ίδιο του το αίμα. Κόκκινο το φεγγάρι, κόκκινη και η θάλασσα πριν γίνει πορτοκαλί και μώβ, μέχρι που το σκοτάδι τύλιξε τα πάντα σε μια γεμάτη αγωνία νύχτα για τον ίδιο που πήγαινε να τελειώσει με την ζωή των 60 χρόνων του.

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Νάνσυ και Τηλέμαχος. Μέρος 4ον.

Η Νάνσυ.

 Η Νάνσυ περίμενε υπομονετικά τον Τηλέμαχο αφημένη στις δικές της σκέψεις.
Τα μαλλιά της ανέμιζαν στον αέρα που όλο και δυνάμωνε. Σε αυτόν τον αέρα που ο ήχος του ήταν η συνοδεία της παιδικής και εφηβικής της ηλικίας.
Στο τέλος της ανηφόρας η πόρτα του καλοστεκούμενου νεοκλασικού αρχοντικού τους περίμενε ορθάνοικτη με την μητέρα της να τους καλωσορίζει .
"Άντε βρε παιδιά! Αργήσατε! Ανησύχησα!"
"Γιατί ανησύχησες μαμά?" την ρώτησε βαριεστημένα η Νάνσυ ενώ με απογοήτευση σύγκρινε τους σχεδόν συνομήλικους , μαμά και άντρα.
Ο Τηλέμαχος 60 και η μητέρα της 70, έμοιαζαν πιο πολύ ζευγάρι μεταξύ τους παρά για πεθερά και γαμπρός.
Η  αρχοντική κυρία Ευανθία με κατάλευκη επιδερμίδα και έναν εντυπωσιακό άσπρο κότσο που έδενε αρμονικά με τα καταπράσινα μάτια της στο χρώμα του λαδιού, ήταν το καμάρι της Νάνσυς.
"Η μητέρα μου" έλεγε σε όποιους την γνώριζαν για πρώτη φορά, και γεμάτη ικανοποίηση περίμενε πάντα το βλέμμα θαυμασμού που ακολουθούσε .
Η λεπτή της σιλουέτα αναδεικνυόταν πάντα από πολύ προσεχτικά διαλεγμένα ρούχα που την έκαναν να φαίνεται ακόμα ψηλότερη από το 1.75 που ήταν και η Νάνσυ πολλές φορές παραδεχόταν μπροστά στον καθρέπτη ότι παρόλες τις προσπάθειες της  και την αυθεντική ελληνική της ομορφιά με τα πλούσια καστανά μαλλιά της και τα αμυγδαλωτά της μάτια , ποτέ δεν είχε καταφέρει να έχει τον αέρα της μητέρας της, ούτε την αρχοντιά της.
Η κ. Ευανθία ήταν το καμάρι του πατέρα της και η λατρεία του μέχρι και σήμερα που ογδοντάρης πια, ακόμα  την θαυμάζει και εκδηλώνει την αγάπη του με έναν τρόπο που φέρνει σε αμηχανία την μοναχοκόρη τους.
Ο κ. Λάμπρος μπορεί να ήταν ένας τετραπέρατος έμπορος με λόγια που στάζουν μέλι αλλά από θα έλεγε κανείς ότι ήταν ένας κλασσικός μέσος Έλληνας.
Μέτριο ύψος, μέτριο βάρος, μέτρια μελαχρινά χαρακτηριστικά με μια καραφλίτσα που ξεκίνησε νωρίς, δεν έδινε κάποια ιδιαίτερη εντύπωση.
Αν τον γνώριζε όμως κάποιος καλύτερα, θα έβρισκε έναν θησαυρό χαρούμενο και γαλοντόμο γεμάτο χιούμορ και καλή καρδιά.
Η Νάνσυ ήταν το καμάρι τους, το κοριτσάκι τους, η βασίλισσα τους. Μία και μοναδική, μιας και οι ατέλειωτες ώρες στο κατάστημα υφασμάτων που περνούσαν οι γονείς της τους είχαν στραγγίξει κάθε κουράγιο για δεύτερο παιδί.
Αγωνίστηκε πολύ ο κ.Λάμπρος να φτάσει να έχει το αρχοντικό που τώρα στεκόταν η κ.Ευανθία,αλλά της το είχε τάξει.
"Ευανθία μου, της είχε πει..Το βλέπεις αυτό? Θα γίνει δικό μας!"
Eίχαν αστράψει τα μάτια της Ευανθίας και τότε την είχε ερωτευτεί πιο πολύ παρά ποτέ. Πράγματι τα κατάφερε να δώσει στην αγαπημένη του γυναίκα το σπίτι των ονείρων της και έτσι η ευτυχία τους ήταν ολοκληρωμένη.
Η Νάνσυ κοιτούσε την μητέρα της να μιλάει χαρούμενα με τον Τηλέμαχο για τα νέα του αγώνα και την συνάντηση τους με τον Πέτρο και την Ελένη και ταυτόχρονα θυμόταν εκείνη την πρώτη μέρα που πέρασε το κατώφλι αυτού του σπιτιού.
Θα ήταν περίπου 10, ναι, ήταν 10 χρονών. Μια μέρα πριν τα γενέθλια της και μάλιστα η μαμά της βιαζόταν να μετακομήσουν για να κάνουν το πάρτι της στο καινούργιο τους σπίτι.
Οι εργασίες αναπαλαίωσης είχαν κυλήσει στην ώρα τους και τα νέα τους έπιπλα είχαν βγει από το χαρτόνι.
Δέκα χρονών βασίλισσα σε νέο βασίλειο , περιδιάβαινε τα δωμάτια και τραγουδούσε για να δοκιμάσει την ακουστική του νέου σπιτιού.
Το πάρτι έγινε, όλοι θαύμασαν και συνεχάρησαν το ζευγάρι για το σπίτι τους, ενώ η κ.Ευανθία όταν έσβησε τα κεράκια , της ευχήθηκε," Άντε και με το καλό, όταν μεγαλώσεις να μείνεις σε καλύτερο!"
"Πόσο καλύτερο βρε γυναίκα!" γέλασε ο κ.Λάμπρος ενώ οι καλεσμένοι για να δείξουν ότι συμφωνούν ξέσπασαν σε χειροκροτήματα.
Εκείνη την στιγμή είχε γελάσει και η ίδια, αλλά αργότερα στο κρεβάτι της έφερνε και ξανά έφερνε στο μικρό της μυαλουδάκι τα λόγια της μητέρας της .  "Ναι , γιατί όχι? Ακόμα καλύτερο! Αν όχι αυτή τότε ποια  θα μπορούσε να ονειρευτεί το παλάτι της?"
Oι κούκλες της όλες με τα χρυσά τους φορέματα και τα ξανθά τους μαλλιά, έμοιαζαν να συμφωνούν  με τις σκέψεις της μικρής Νάνσυς που παραδόθηκε σε έναν βαθύ ύπνο γεμάτο πρίγκηπες και μακρινά βασίλεια.

Ο πατέρας της θα ήταν ακόμα στο καφενείο ενώ οι τρείς τους ετοιμάστηκαν για το δείπνο.Μόνο ένα τηλεφώνημα που έβγαλε τον Τηλέμαχο στην βεράντα για λίγο έκανε τις δυο γυνάικες να ανταλλάξουν ματιές γεμάτες αναπάντητες ερωτήσεις, ερωτήσεις που δεν ειπώθηκαν ούτε όταν ξανά ήρθε ο Τηλέμαχος στο τραπέζι.
Καληνύχτησαν την κ.Ευανθία  με χαμόγελα , κάτι που άλλαξε όταν το  ζευγάρι έμεινε μόνο του στο δωμάτιο του.

Ο Τηλέμαχος αργά αργά, σχεδόν τελετουργικά έβγαλε του πουκάμισο του και πλησιάζοντας  στο ανοικτό παράθυρο άναψε ένα τσιγάρο.
Τα γαλάζια του μάτια θάμπωσαν λες σαν τον καθρέπτη από τους υδρατμούς  και μια αίσθηση παραίτησης ήρθε και κούρνιασε στους ώμους του.

Η Νάνσυ αναστατώθηκε με την απότομη αλλαγή του αλλά περίμενε να μιλήσει πρώτος αν και ένιωθε ότι τα νέα δεν θα της άρεσαν καθόλου."Νάνσυ , πως θα σου φαινόταν να ζούσαμε εδώ μόνιμα? Που εδώ?  Τι εννοείς?  Η ανησυχία της έμοιαζε πιο πολύ με πανικό, κάτι που έκανε τον Τηλέμαχο να χαμογελάσει πικρά και απλά να προσθέσει..Ναι ,εδώ, στην Κάρυστο, στο πατρικό  σου.

Το στόμα της Νάνσυ έμεινε ξέπνοο και σωριάστηκε στο κρεβάτι. Μα γιατί, τι συνέβη, κατόρθωσε στο τέλος να ψελλίσει. Συνέβη ότι πουλήθηκε το σπίτι μας, αυτό συνέβη. Και όχι μόνο. Το αυτοκίνητο σου, το αυτοκίνητο μου, το πατρικό μου στο Φάληρο και το διαμέρισμα στην Κιφισιά. Πάνε όλα! Το κατάλαβες?
Mα πως , πως έγινε τόσο ξαφνικά, χωρίς να ξέρω τίποτα,ψέλλισε νιώθοντας όλες της τις δυνάμεις να την εγκαταλείπουν ..
Δεν έγινε τίποτα ξαφνικά, απλά εσύ προτιμάς να μην σκέφτεσαι πράγματα που σε στενοχωρούν, και γω ειλικρινά δεν έχω καμιά όρεξη να προσπαθώ να σου εξηγώ το πως το γιατί. Δεν διαβάζεις καν εφημερίδες! Αν σε ρωτήσω ποιον έχουμε πρωθυπουργό πιθανόν να μην πάρω καν απάντηση..πρόσθεσε ο Τηλέμαχος κοιτάζοντας ψηλά το φεγγάρι που γέμιζε για την πανσέληνο τόσο γρήγορα όσο αντίθετα άδειαζε εκείνος από κουράγιο για εξηγήσεις .

Ο πανικός τώρα γινόταν κύμα που θόλωνε στο μυαλό. Ποιος πρωθυπουργός!  Τι σχέση έχει με το σπίτι, με το αυτοκίνητο μου! Ούρλιαξε η Νάνσυ και ξέσπασε σε γοερά κλάμματα πάνω στο κρεβάτι.
Θα σου εξηγήσει η μητέρα σου, είπε εκνευρισμένος ο Τηλέμαχος και έφυγε με ορμή από το δωμάτιο για να χαθεί μια σκιά ανάμεσα στις σκιές στον σκοτεινό δρόμο.

Η Νάνσυ προσπαθούσε για ώρα να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της και να επεξεργαστεί τα φοβερά νέα που μόλις είχε μάθει. Στο τέλος μάζεψε το κουράγιο της και βγήκε από το δωμάτιο της. Η μητέρα της καθόταν με ένα φλυτζάνι τσάι μπροστά της στο τραπέζι και ήταν ολοφάνερο ότι την περίμενε να βγει για να μιλήσουν.
Τι συμβαίνει μαμά? Τι είναι όλα αυτά? Τι είπε ο Τηλέμαχος και εσύ τα ξέρεις και δεν μου λες τίποτα? Κάνεις λες και όλα είναι εντάξει?
H κ.Ευανθία σήκωσε το χέρι της για να την σταματήσει..Ένα ένα με την σειρά! της είπε και της έδειξε την καρέκλα δίπλα της να κάτσει. Η Νάνσυ σωριάστηκε πάνω της και περίμενε τις απαντήσεις με αγωνία.
Λοιπόν..Ξεκίνησε η κ.Ευανθία.. Τα έχουμε πει με τον Τηλέμαχο και τα ξέρει και ο πατέρας σου. Προσπαθούσαμε να βρούμε έναν τρόπο να στο πούμε αλλά με το ένα και το άλλο, δεν προλάβαμε. Ελπίζαμε να μιλούσαμε πριν τουλάχιστον πουληθούν.
Όχι δεν κατάλαβα! φώναξε εκνευρισμένη η Νάνσυ. Δεν κατάλαβα τίποτα!
Κοίτα να δεις, προσπάθησε να την καλμάρει η κ.Ευανθία. Το ξέρεις ότι τα πράγματα σιγά σιγά έχουν γίνει πάρα πολύ δύσκολα , δεν το ξέρεις? Δεν μπορεί ο Τηλέμαχος να ανταπεξέλθει ούτε στους φόρους, ούτε στην συντήριση τους πια . Όλα τα έχουν κάνει τεκμήρια, έχουν βάλει φόρους και στο μυγόχεσμα..προσπάθησε να κάνει ένα αστείο η κ.Ευανθία, μα το μόνο που κατάφερε ήταν να φέρει μια έκφραση αηδίας στην αγαπημένη της κόρη.
Παρόλα αυτά συνέχισε με υπομονή να προσπαθεί να εξηγήσει στην κόρη της την κατάσταση.
Ο Τηλέμαχος προτιμά να κρατήσει το σκάφος παρά το σπίτι, θα το φέρει εδώ όταν γίνει καλά και δεν τα χρειάζεστε αυτά τα ακριβά αυτοκίνητα εδώ.Σιγά σιγά όταν τακτοποιηθείτε θα πάρετε ένα πιο απλό.
Μα τα αυτοκίνητα μας πόσο βαραίνουν πια! είπε απελπησμένη η Νάνσυ.
Ένα χαμόγελο κρεμάστηκε από τα χείλη της μαμάς της και έκανε κούνια μέχρι τα μάτια της που χαμογέλασαν και αυτά.
Τι βαραίνει το Καγιέν και το Μερσεντές το τζιπ? της συλλάβισε σιγά σιγά , λες και αν τα έλεγε αργά η Νάνσυ θα καταλάβαινε ότι αυτά τα αυτοκίνητα δεν ήταν για ένα μέρος σαν την μικρή τους πόλη, ούτε ταίριαζαν με την ζωή εκεί.
Μα όλα μαζί! ψέλλισε η Νάνσυ, και το σπίτι μου, το σπίτι μου, το σπίτι μου..
Επαναλλάμβανε ξανά και ξανά την φράση ,κάθε φορά με άλλο τόνο,μέχρι που το παράπονο την πήρε και ξέσπασε σε κλάμματα πάλι.
Η κ. Ευανθία σηκώθηκε και την αγκάλιασε από τους ώμους. Έλα, μην κάνεις έτσι..Εσύ δεν έλεγες ότι βαριέσαι να κάθεσαι στο σπίτι μόνη σου? Να, εδώ θα κάνουμε και παρέα..

Η Νάνσυ σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε λες και ήταν μια ξένη κυρία που συνάντησε τυχαία σε ένα καφέ. Τι της έλεγε τώρα? Ότι δεν θα την ένοιαζε που πουλήθηκε το σπίτι της , χωρίς να το ξέρει καν? Ότι θα μπορούσε να δεχτεί αυτή την ανατροπή στην ζωή της έτσι απλά? Ότι θα ξαναγύρισε εκεί από όπου είχε φύγει χωρίς διαμαρτυρία χωρίς πόνο?
Και ο Τηλέμαχος? Δεν τον πειράζει?
Μα φυσικά τον πειράζει τον Τηλέμαχο, της απάντησε η μαμά της που είχε διαβάσει τα μάτια της και την σκέψη της. Τι νομίζεις? Αλλά το έχει πάρει απόφαση. Άλλωστε ο Τηλέμαχος την έζησε την ζωή του , είναι γεμάτος, μπορεί να μείνει εδώ κοντά στην θάλασσα με το σκάφος του που το αγαπά τόσο πολύ . Κάτι θα βρει να κάνει να του περνά η ώρα, και θα έχετε και τα χρήματα να ζείτε χωρίς έννοια.
Να ζούμε εδώ!? Της είπε η Νάνσυ χωρίς να την κοιτά. Είχε στείλει το βλέμμα της μια βόλτα στο μέλλον που της περιέγραφε η μητέρα της και αυτό που έβλεπε δεν της άρεσε καθόλου.

Είδε τον εαυτό της χωρίς όλα αυτά που είχε μάθει να την ορίζουν. Το μεγάλο της αυτοκίνητο, το πλούσιο σπίτι της στην Εκάλη, τα κοσμήματα της και τα ακριβά της σύνολα. Χωρίς τα ρεστοράν και τα μπαράκια όπου έβλεπε όλους όσους είχαν σημασία στην ζωή που τόσο της άρεσε. Πολιτικούς, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες.Είδε η Νάνσυ τον εαυτό της σαν μια απλή γυναίκα σε ένα τόπο που δεν ταίριαζε.Πως θα περνούσε την μέρα της? Τι θα έκανε? Θα έκανε η ίδια τις δουλειές με την μητέρα της? Έφριξε η Νάνσυ στην σκέψη του εαυτού της σαν νοικοκυρά και σήζυγο του Τηλέμαχου .
Πέρασε από το μυαλό της ο Τηλέμαχος αλλά ήταν πολύ θυμωμένη μαζί του για να αισθανθεί την παραμικρή συμπόνοια.
Σηκώθηκε και χωρίς να πει άλλη κουβέντα έσυρε τα βήματα της μέχρι το κρεβάτι της και εκεί νανουρίστηκε με τα παιδικά της όνειρα, τότε που όλες της οι κούκλες γύρω γύρω της έλεγαν παραμύθια για πρίγκηπες και μακρινά βασίλεια.

Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησε και έκανε αρκετές στιγμές να θυμηθεί όλα όσα είχαν γίνει το προηγούμενο βράδι. Ο Τηλέμαχος δεν ήταν δίπλα της , φαίνεται σηκώθηκε νωρίς για να με αποφύγει, σκέφτηκε πάλι θυμωμένη . Πήγε στο μπάνιο και κοίταξε ώρα το πρόσωπο της στον μεγάλο καθρέπτη. Ήταν νέα, μόνο 40, και το κορμί της ζητούσε πολλά περισσότερα από τα αυτοκίνητα και τις εξόδους σε ακριβά μαγαζιά. Μπορούσε να ησυχάσει αυτές τις φωνές όσο ήταν σε κίνηση , τώρα όμως μόνη της χωρίς να περιμένει κάτι συναρπαστικό, οι φωνές του σώματος έγιναν κραυγές και σχημάτισαν ένα όνομα σε αναστεναγμό. Πέτρο!

Ο Τηλέμαχος γύρισε το μεσημέρι μαζί με τον κ.Λάμπρο και στο τραπέζι συζητούσαν για τις τιμές και τις διαδικασίες της πώλησης των ακινήτων με την Νάνσυ αμέτοχη . Μόνο όταν ανέφερε ότι θα πάει στην Αθήνα για να μιλήσει με τους αγοραστές συνάντησε το βλέμμα της Νάνσυ που σηκώθηκε σε εγρήγορση. Μόνος μου θα πάω, συμπλήρωσε . Εσύ μπορείς να πας μετά να πακετάρεις ότι θέλεις και να ξεχωρίσεις πια έπιπλα μπορούμε να φέρουμε εδώ.
"Εδώ δεν θέλω κανένα έπιπλο μου! δεν ταιριάζουν!" είπε κοφτά η Νάνσυ.
Ο Τηλέμαχος ανασηκώθηκε στην καρέκλα του και την κοίταξε εξεταστικά για αρκετή ώρα. Στο τέλος την ρώτησε με συγκρατημένη επιθετικότητα. "Είσαι σίγουρη ότι δεν θέλεις τίποτα!?" Απολύτως, του απάντησε η Νάνσυ και ξαναχαμήλωσε τα μάτια για να μη φανούν τα δάκρυα που είχαν αρχίσει να αναβλύζουν ξανά.





Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Νάνσυ και Τηλέμαχος. Νο 3. (Ένα γυναικείο ανάγνωσμα)

O Τηλέμαχος.

Ο Τηλέμαχος στάθηκε λίγο και γέμισε για άλλη μια φορά την ψυχή του με την θέα της Θάλασσας που σκοτεινή και ασημένια από το φως του φεγγαριού τον περίμενε να τον δεχτεί πάλι κοντά της.

Η στιγμή γέμισε από αναμνήσεις , από εικόνες και πρόσωπα , καταστάσεις και συναισθήματα, όλα στο φόντο της θάλασσας.
Είναι κάτι στιγμές που προεκτείνονται στον χρόνο, η αλλιώς, είναι σαν να έχει σταματήσει. Μια τέτοια στιγμή ήταν και η τωρινή του Τηλέμαχου και το χαμόγελο του πατέρα του που τον χαιρετούσε πριν να ανέβει την σκάλα του καραβιού ήταν μόνο ένα χιλιοστό μακριά του.
Ο πατέρας πάντα έφευγε και πάντα γυρνούσε, εκτός από εκείνη την τελευταία φορά που έφυγε χωρίς τον γυρισμό.

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Η Νάνσυ και ο Τηλέμαχος ,μέρος 2. Ένα γυναικείο ανάγνωσμα σε συνέχειες.

Το σκάφος πλησίαζε στο λιμάνι και όσο πλησιάζε τόσο τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων φαίνονταν πιο καθαρά, μέχρι που το χαμόγελο του καπετάνιου φάνηκε λαμπερό και χαρούμενο μαζί με μια ματιά γλυκιά και φιλική που έκανε την καρδιά της Νάνσυς να λιώσει και να θυμηθεί πολλά πολλά χρόνια πίσω, παρόμοια χαμόγελα πριν ο Τηλέμαχος τα σβήσει και να κυριαρχήσει πάνω τους.

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Η Νάνσυ και ο Τηλέμαχος.

H Νάνσυ προσπαθούσε να ισορροπήσει πάνω στα τακούνια της ενώ παράλληλα συγκρατούσε και τον συμβίο της από το να παρασυρθεί στην μεγάλη κατηφόρα που απλωνόταν μέχρι το λιμάνι.

Βλέπεις ο Τηλέμαχος, αρνιόταν πεισματικά να παραδεχθεί ότι είχε ανάγκη μπαστουνιού, το λιγότερο, και με την συνεχή επωδό, " Άσε με ! Δεν έχω ανάγκη!" δυσκόλευε τις προσπάθειες της ατυχούς Νάνσυς να τον κρατήσει μακριά από πεσήματα και πιθανόν χειρότερα δράματα.

Άλλωστε όπως όλοι ξέρουν, "  Ο γέρος, η από πέσιμο η από χέσιμο πάει" και ο Τηλέμαχος πήγαινε φυρί φυρί για το πρώτο.
"Εγώ είμαι γέρος?"  θύμωνε και κοκκίνιζε σε όποιον τολμούσε να αναφερθεί στην ηλικία του.
Ντυμένος στην τρίχα με το άσπρο του παντελόνι και τα ιστιοπλοϊκά του παπούτσια, την polo θαλασσί μπλούζα του και το μαλλί άσπρο αλλά πυκνό και πλούσιο να σχηματίζει μια άσπρη χαίτη, ο Τηλέμαχος κρατιόταν σε φόρμα με αυστηρή δίαιτα, προσωπικό γυμναστή και νέα γυναίκα που αυτή την στιγμή, είχε μια απελπισμένη έκφραση παραίτησης στο όμορφο και ολοστρόγγυλο πρόσωπο της.

Η Νάνσυ είχε εντυπωσιαστεί τότε, 20 χρόνια πίσω από τον Τηλέμαχο πάνω σε ένα μεγάλο ιστιοφόρο στην Ύδρα. Σε αγώνες αυτός, σε διακοπές με τις συμφοιτήτριες εκείνη . Κολακεύτηκε η μικρή Νάνσυ από το ενδιαφέρον του 45 άρη τότε Τηλέμαχου και έπεσε με τα μούτρα σε μια σχέση που δεν φαινόταν να κρατάει πολύ.

"Που πας την πιτσιρίκα γέρο μπισμπίκι!" τον κορόϊδευαν οι φίλοι του κρυφά από την Νάνσυ,
"Έλα στον παππού!" της τραγουδούσαν οι φίλες της στα μπαρ και χόρευαν πάνω στην μπάρα, " Όσο προλαβαίνεις, πριν αρχίσουν τα τσάγια!" Της τα φώναζαν αλλά η Νάνσυ ανένδοτη ζούσε στο όνειρο της άνετης ζωής και το ενδιαφέρον κάποιου για πολλές άπιαστου γοητευτικού μεσήλικα.

Όταν οι φίλες της έλιωναν σόλες να ψάχνουν για δουλειά, εκείνη πήγαινε διακοπές με το σκάφος.
Όταν έπαιρναν τον πρώτο τους μισθό, εκείνη είχε πάει στο Παρίσι για ψώνια. Όταν εκείνες έπαιρναν το πρώτο τους δάνειο για χτίσουν το σπίτι τους, εκείνη άλλαζε τα πλακάκια της πισίνας στην Εκάλη γιατί δεν της ταίριαζαν με το στύλ της εποχής.
Πέρασαν τα χρόνια της νιότης για την Νάνσυ, χαλαρά και ανέμελα χωρίς να σκέφτεται ποτέ το αύριο.
Το πρόβλημα όμως ήταν ότι ούτε ο Τηλέμαχος το σκεφτόταν.
Εισοδηματίας με ακίνητα, έλιωνε το ένα αυτοκίνητο μετά το άλλο, μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα σε ταξίδια και την παρακολούθηση των ακινήτων ενώ είχε σαν παιδί του το σκάφος του που πάντα έπαιρνε μέρος στους αγώνες.
Δεν έκαναν παιδιά, γιατί κανείς τους δεν είχε ποτέ χρόνο για να "κλειστεί μέσα ".
Η ζωή τους ήταν ζηλευτή για πολλούς μέχρι που ήρθε η κρίση και τα πράγματα άρχιζαν να αλλάζουν δραματικά για το ανέμελο ζευγάρι.
Τα ακίνητα δεν νοικιαζόντουσαν πια, έστω και σε πολύ λιγότερη τιμή, δεν μπορούσε να πουλήσει τίποτα, οι φόροι άρχιζαν να φουσκώνουν βουνό , ένα βουνό που πλάκωνε τις αδύναμες πλάτες της Νάνσυ και του Τηλέμαχου.

Τώρα που τα λεφτά έφευγαν σιγά σιγά, η λάμψη άρχισε να ξεθωριάζει. Η Νάνσυ είχε πολύ χρόνο άδειο μέσα σε ένα άδειο σπίτι, χωρίς φίλους και παρέες αφού δεν μπορούσε πια να ακολουθήσει την ζωή τους, χωρίς παιδιά, χωρίς τίποτα, μόνο με τον Τηλέμαχο να της σπάει τα νεύρα με την εμμονή του να παραμείνει νέος και να ξοδεύει το μεγαλύτερο μέρος όσων τους είχαν απομείνει στην προσωπική του φροντίδα.
Το αποκορύφωμα ήταν όταν γλίστρησε στο κατάστρωμα και έκοψαν οι τέντωνες του δεξιού μηρού.

Για μήνες η Νάνσυ για πρώτη φορά στην ζωή της, αναγκάστηκε να κάνει την νοσοκόμα, να είναι όλη την ημέρα κοντά στον Τηλέμαχο, να κοιτάνε τηλεόραση και να μιλάνε με γιατρούς και φυσικοθεραπευτές.
 Ξαφνικά ανακάλυψαν ότι δεν είχαν τι να πουν, και ναι, η Νάνσυ το ξεστόμισε, "Είναι και η διαφορά ηλικίας"!
O Tηλέμαχος γύρισε στο μαξιλάρι και τα άσπρα του μαλλιά τυλίχτηκαν στο πρόσωπο του κάνοντας τον να μοιάζει με θυμωμένο άγαλμα. "Λίγο αργά δεν την θυμήθηκες την διαφορά ηλικίας!? Τώρα που τελειώσαν τα λεφτά την σκέφτηκες, ε?" την ρώτησε με φωνή τόσο κρύα όσο και η θάλασσα τον χειμώνα, ίσως ακόμα πιο κρύα και από αυτήν.

Η Νάνσυ δαγκώθηκε γιατί το είχε σκεφτεί πολλές φορές από τότε που σταμάτησε την πλούσια ζωή της αν θα είχε ποτέ μπλέξει μαζί με τον Τηλέμαχο αν ήταν φτωχός.
Μάλλον όχι , είχε φτάσει στο συμπέρασμα.
Είχε φτάσει και σε πολλά άλλα συμπεράσματα που τα δέχθηκε με μεγάλη ευκολία και χωρίς καμιά ενοχή η μεταμέλεια.
Όπως το ότι δεν την ενδιέφερε να ασχοληθεί με τίποτα συγκεκριμένο, ότι δεν μετανιώνει που δεν έκανε παιδιά, ότι δεν της έλειψε ποτέ το βαθύτερο συναίσθημα και οι κοινοί στόχοι που δίνουν νόημα σε τόσους άλλους ανθρώπους.
Πέρασε την ζωή της πρώτης  νιότης της σαν ένα ταξίδι στο κατάστρωμα του σκάφους του Τηλέμαχου και τώρα απλά μαζεύει τα πανιά ενώ ο καπετάνιος ετοιμάζεται να αράξει στο λιμάνι.

Σε κείνο το λιμάνι που τώρα τον κρατά να μην πέσει ενώ βλέπουν από μακριά να πλησιάζουν τα σκάφη.Ο Τηλέμαχος επέμενε να κατέβουν να δουν τα ιστιοπλοϊκά που είχαν έρθει για την Ρεγκάτα του Αιγαίου και η Νάνσυ δεν μπόρεσε να τον πείσει να πάρει μαζί του το μπαστούνι.
"Θα με δουν οι γνωστοί μου με το μπαστούνι και θα γελάνε!" της είπε θυμωμένα.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να ζωγραφίζει τα νερά πορτοκαλί και μωβ . Τα σκάφη πλησίαζαν σαν να χόρευαν πάνω στο νερό και ενώ είχαν πλησιάσει στο λιμάνι πάνω στο πρώτο ξεχώριζε η φιγούρα ενός εντυπωσιακού άντρα γύρω στα 50 που έδινε εντολές στο πλήρωμα.

Το χέρι της Νάνσυς κύλησε σιγά σιγά από το μπράτσο του Τηλέμαχου και στερέωσε το σκουλαρίκι που γλυστρούσε από το αυτί της για να σηκωθεί σε χαιρετισμό προς τον άγνωστο άνδρα.