Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

To θαύμα του τζακοφύλακα.Ένα παραμύθι για μικρά παιδάκια, η..μήπως όχι.



Η συνέλευση   των  φυλάκων ήταν περιπετειώδης και γεμάτη φωνές.
Πολύς κόσμος στριμωγμένος στους πάγκους που ήταν αραδιασμένοι στην μεγάλη άδεια ξυλαποθήκη στην άκρη της πόλης  .
Ο Γενάρης ήταν  ο μήνας που έδειχνε ξεκάθαρα το πόσο καλή προετοιμασία είχαν κάνει από το καλοκαίρι, αν είχαν σωστά αποθεματικά και το πόσο ρυθμισμένη  ήταν η ροή καύσης σε κάθε τζάκι , με τις καμινάδες να στέλνουν στον παγωμένο αέρα τον καπνό τους που χόρευε μαζί με τα σύννεφα, η έλιωνε το χιόνι πριν ακουμπήσει στο έδαφος.
Όμως εκείνο τον χειμώνα κάτι δεν πήγε καλά στην διανομή και όλοι έψαχναν να βρουν τον υπεύθυνο από την μια, και μια λύση από την άλλη, που θα έβαζε τα πράγματα στην θέση τους ξανά και όλοι οι άνθρωποι, να έχουν μια ζεστή γωνιά στο σπίτι με το τζάκι τους αναμμένο.
Οι φύλακες των τζακιών, κτυπούσαν τις μπότες τους με ανυπομονησία στο παγωμένο τσιμέντο της αίθουσας, τα κασκέτα τους έμπαιναν και έβγαιναν νευρικά από τα κεφάλια τους ενώ οι φωνές τους γινόντουσαν όλο και πιο δυνατές όσο περνούσε η ώρα.
Δεν βρίσκαμε ξύλα, άκουγες από εδώ.
Δεν  μπορούμε να βάλουμε τζάκι στις σκηνές, άκουγες από εκεί.
Ήταν ο χειμώνας βαρύς και ο πόλεμος  ανάμεσα στις μεγάλες αρκούδες των βουνών είχε καταστρέψει πολλά δάση.    Σαν να μην έφτανε όμως  αυτό, τα χωριά ανάμεσα στα στρατόπεδα τους είχαν αδειάσει από τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να σωθούν από τον θυμό και την μανία των άγριων αυτών θηρίων που μέσα στην μανία τους δεν υπολόγιζαν τίποτα πια.
Είχαν καταστρέψει τα μελίσσια, είχαν καταστρέψει τις καλλιέργειες των ανθρώπων, είχαν αδειάσει τις αποθήκες τους και τα  είχαν κρατήσει  για να έχουν δυνάμεις μέχρι να νικήσουν, αλλά και εκείνα σιγά σιγά τελείωναν με αποτέλεσμα να έχουμε πολλές θυμωμένες αρκούδες στα δάση , πολλούς διωγμένους ανθρώπους και κατεστραμμένα χωριά.
Μαζεύτηκαν στις άκρες των πόλεων στην πεδιάδα και εκεί οι άλλοι άνθρωποι τους έδωσαν σκηνές και πρόχειρα σπιτάκια να μείνουν μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος.
Όμως ο πόλεμος δεν τελείωσε γρήγορα και ο χειμώνας ήρθε βαρύς  .
Ο θυμός δεν αφήνει ούτε τους ανθρώπους ούτε τις αρκούδες να κοιμηθούν  και έτσι εκείνη την χρονιά δεν πήγαν για την χειμερία νάρκη που οι άνθρωποι περίμεναν πως και πως μήπως και γυρίσουν πίσω να σώσουν κάτι από τις ζωές τους, η μήπως πάλι, ξυπνήσουν οι αρκούδες την Άνοιξη και δεν θυμούνται γιατί  πολεμούσαν.
Μάταιες οι ελπίδες τους βούλιαξαν στο χιόνι, και έμειναν να κρυώνουν μέσα σε πάνινες σκηνές με τον αέρα να λυσσομανά και να φέρνει από τα βουνά τις κραυγές των αρκούδων.
Οι αρχές τους είχαν καθησυχάσει ότι οι  τζακοφύλακες  κάνουν εξαιρετική δουλειά, και ποτέ κανείς  δεν είχε παράπονο από την δουλειά τους.
Μην  ανησυχείτε, τους είπαν, Δεν πρόκειται να κρυώσει ούτε μωρό, ούτε μεγάλος , ούτε γέρος. Ούτε άντρας, ούτε γυναίκα, ούτε το ξωτικό σας, ούτε η νεράιδα σας.
Η νεραιδούλα είχε τυλίξει τα φτερά της γύρω από  το μωράκι της γυναίκας που άκουγε τις υποσχέσεις με διάπλατα μάτια, ενώ το ξωτικό που την είχε ακολουθήσει, αόρατο όπως ήταν στους ανθρώπους της πόλης, του έχωσε μια μπουνιά και ο υπεύθυνος, έπιασε το στομάχι του έκπληκτος, λέγοντας, υπάρχουν επιθετικοί ιοί, καλύτερα να πάω σπίτι γρήγορα.
Μέσα στις σκηνούλες χωρούσαν άνθρωποι ξωτικά νεράιδες και κάτι λιγοστά πραγματάκια, ίσα ίσα να θυμίζουν κάτι σαν σπίτι.
Είχε αδειάσει το δάσος από τα πλάσματα του και τα ζωάκια του είχαν πάρει και αυτά τον δρόμο της προσφυγιάς ήδη από την αρχή του πολέμου.
Κανέναν πλάσμα δεν εμπιστευόταν τον άνθρωπο, παρά μόνο ο άνθρωπος και έτσι έμειναν και εκείνοι στις σκηνές πιστεύοντας τις υποσχέσεις των άλλων ανθρώπων.
Οι τζακοφύλακες   όμως ήταν ένα περίεργο μείγμα ανθρώπων με όλα τα στοιχεία όλων των πλασμάτων, ακόμα και των ζώων.
Ήταν η φωτιά που τα έλιωνε όλα , ήταν τα βουνά και  τα δέντρα που μιλούσαν μέσα τους και ήξεραν το πώς και το πότε και από πού να κόψουν τα ξύλα, ήταν η γη που τους είχε διαλέξει για το ιερό καθήκον του δώρου της   ζεστασιάς στους ανθρώπους.
Η συνέλευση αργούσε και ο εκνευρισμός ήταν έκδηλος πια σε όλους και δεν ήταν παρά όταν ήταν ήδη όλοι έτοιμοι να τσακωθούν η να φύγουν που ο αρχιτζακοφύλακας  άνοιξε την πόρτα και όλοι σώπασαν με σεβασμό.

Ήταν ψηλός  και γεροδεμένος με μια άσπρη γεννιάδα μέχρι την μέση, με τα φρύδια του πυκνά πάνω από τα μαύρα σαν λαμπερό κάρβουνο μάτια του και τα χείλη του δεν έμοιαζαν παρά μια σχισμή, μια θυμωμένη , πολύ θυμωμένη  σχισμή που άρχισε αμέσως να πετάει  κατηγορίες προς όλους όσους αμφισβητούσαν την αξιοπιστία τους και την αφοσίωση στο έργο τους.
Κανείς δεν έχει την παραμικρή απόδειξη ότι  το φταίξιμο είναι δικό μας. Πρώτα οι αρκούδες  άρχισαν τον πόλεμο, μετά οι άνθρωποι έδωσαν υποσχέσεις που δεν μπορούσαν να κρατήσουν και ζητάνε από εμάς να βάλουμε την φωτιά , που;, πείτε μου που;.. Στις σκηνές, να καούν οι άνθρωποι; .. Είναι τρελοί όλοι τους, όλοι τους παλάβωσαν και αν δεν συνέλθουν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Ναι, ναι, έχεις δίκιο, έτσι είναι. Μουρμούρισαν οι τζακοφύλακες και περίμεναν την συνέχεια.
Όμως  ο αρχιτζακοφύλακας, πιο ήρεμος τώρα, κατέβασε το κεφάλι και είπε.
Δεν ήμαστε εμείς αυτοί που θα μπορέσουμε να πείσουμε τις αρκούδες να σταματήσουν τον πόλεμο, ούτε μπορούμε να πείσουμε τους ανθρώπους να ανοίξουν τα σπίτια τους και να τα μοιραστούν με όσους ήρθαν από το δάσος.  Είναι άδικο να μας κατηγορούν, αλλά πρέπει να τους πούμε τις ευθύνες τους και να μην τα ρίχνουν σε μας.
Χμ,χμ…Ακούστηκε μια φωνή..Μπορώ να πω κάτι.
Όλοι γύρισαν και κοίταξαν τον πιο νέο τζακοφύλακα της συνέλευσης.
Ήταν ένα παιδί , ένα αγοράκι με το πιο γλυκό χαμόγελο στον κόσμο και το βλέμμα του ήταν τόσο πολύ γελαστό που η  νεραιδούλα του ποτέ δεν εγκατέλειπε τον ώμο του και ας καρβουνιαζόταν που και που.
Έχεις καμιά ιδέα νεαρέ μου.
 Ρώτησε ο αρχιτζακοφύλακας.
 Ναι, απάντησε ο μικρούλης, στρίβοντας το καπέλο του στα χεράκια του.
Σκέφτομαι, αν αντί για να μαζεύουμε τα ξύλα , να  τα χτίζαμε σε μεγάλες αίθουσες, σαν και αυτή, και βάζαμε τζάκια γύρω γύρω, θα χωρούσαν οι άνθρωποι των σκηνών μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος και γυρίσουν στο χωριό τους.
ΜΑ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΔΟΥΛΕΙΑ.
Ακούστηκαν φωνές από την αίθουσα, όμως ο αρχιτζακοφύλακας τους σταμάτησε.
Έχει δίκιο το παιδί, είπε με αποφασιστικότητα.
Μήπως είναι δουλειά των αρκούδων να είναι ξύπνιες τέτοια εποχή;  Μήπως είναι δουλειά των ζώων να τρέχουν σε ξένα δάση;  Μήπως είναι δουλειά των ξωτικών να ζουν μακριά από τα δέντρα και των νεράιδων μακριά από τις πηγές;
H, μήπως είναι δουλειά των ανθρώπων να μας κατηγορούν επειδή δεν μπορούν να προστατέψουν το είδους τους;
Ε, λοιπόν και εμείς θα κάνουμε ότι είπε ο μικρός, και όσο καιρό το χτίζουμε, ας φροντίζουν μόνοι τους την φωτιά τους .
ΩΩΩΩΩΩΩΩΩ, Φώναξαν όλοι έκπληκτοι.. Μόνοι τους…είπαν σαν υπνωτισμένοι..
Όπως το βλέπω, συνέχιζε  ο αρχιτζακοφύλακας, αφού δεν το θεωρούν ιερό για όλους τους ανθρώπους, θα μπορούμε και μεις να τους θεωρούμε, το υπόλοιπο από τους άλλους  που θα μπορούν και χωρίς την φροντίδα μας για λίγο.
Ναι, έχεις δίκιο..Φωνές ενθουσιασμού γέμισαν την αίθουσα και αμέσως άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια για το που θα έχτιζαν την νέα αίθουσα.
Τελικά δεν το σκέφτηκαν και πολύ μιας και ο χώρος στην μέση των σκηνών ήταν αρκετά μεγάλος.
Οι άνθρωποι μαζεύτηκαν στην αρχή με περιέργεια, μετά με ενθουσιασμό και όλοι μαζί, άρχισαν να κουβαλούν τα ξύλα, να τα κάνουν τοίχους χοντρούς και ζεστούς, με πάτωμα στέρεο και μεγάλα τζάκια και στις τέσσερις πλευρές.
Ήταν τόσο ενθουσιασμένοι και παρασυρμένοι από την επιτυχία τους που γρήγορα έχτισαν και μια άλλη, για να παίζουν τα παιδιά και να βρίσκουν ησυχία οι μεγάλοι.
Οι νεραιδούλες  χόρευαν τριγύρω, τα ξωτικά έφερναν νερό, οι μικροί τζακοφύλακες διάλεγαν τα καλύτερα ξύλα και οι μεγαλύτεροι έδιναν συμβουλές για το χτίσιμο.
Είχαν ήδη τελειώσει και οι οικογένειες  άρχισαν να συγυρίζουν τα υπάρχοντα τους ενώ  μεγάλες φωτιές άρχισαν να ανάβουν και τα παιδιά επιτέλους να ζεσταίνονται πρώτη φορά εδώ και μήνες.
Εν τω μεταξύ, οι άνθρωποι στην πόλη έκπληκτοι, είδαν τις φωτιές τους να σβήνουν, τους σωρούς από ξύλα στην αυλή τους να εξαφανίζονται και ανάστατοι άρχισαν να ψάχνουν να δουν τι είχε συμβεί.
Ρώτησαν στο δημαρχείο αλλά τους είπαν ότι  ο δήμαρχος είχε πάει για ξύλα στο βουνό, έτσι άρχισαν να πηγαίνουν και αυτοί.
Άρχισαν να κόβουν αδέξια τα ξύλα, τα πριόνια πήραν μπρος και ο θόρυβος τους τρόμαξε τα πουλιά που πέταξαν μακριά από τις κορφές των δέντρων.
Δεν είχαν καιρό να καλέσουν σε συνάντηση τους τζακοφύλακες, ούτε να αναλύσουν  το πώς  και το γιατί, μιας και ο χιονιάς κατέβαινε απειλητικός και έπρεπε να προλάβουν  πριν τους κλείσει το χιόνι στο βουνό. Πρόσεχαν για τις αρκούδες και οι περιπολίες τους ειδοποιούσαν αν υπήρχε κίνδυνος.
Ευτυχώς όλα πήγαν καλά και πρόλαβαν να γυρίσουν στο σπίτι τους με αρκετά ξύλα για να περάσουν το κύμα του χιονιά.
Όταν εκείνο ήρθε τους  βρήκε όλους με ζέστα και οι τζακοφύλακες ήταν πολύ περήφανοι που βρήκαν τρόπο να κρατούν ζεστούς  όλους τους ανθρώπους τους, όπως και οι άνθρωποι ήταν περήφανοι που κατάφεραν να κάνουν μόνοι τους κάτι τόσο σημαντικό όπως να κρατήσουν ζεστή την οικογένεια τους.
Οι αρκούδες κοιτούσαν από ψηλά της καμινάδες να καπνίζουν και κύματα ζεστού αέρα έφτανε μέχρι σε αυτές  με την μυρωδιά του καμένου ξύλου να γεμίζει τα ρουθούνια τους.
Στάθηκαν  μέσα στο χιόνι και αναλογίστηκαν γιατί στο καλό δεν είναι  στην ζεστή τους σπηλιά να κοιμούνται και να περιμένουν την άνοιξη.
Τι κατάφεραν παρά να διώξουν την ζωή από το δάσος και τι να το κάνουν αφού δεν έμεινε τίποτα από όσα αγαπούσαν;
Ήταν πολύ κουρασμένες για να αποφασίσουν τι να κάνουν και έτσι αποφάσισαν να κάνουν ανακωχή και να πάνε όλες για ύπνο.
Λίγος ύπνος πάντα βοηθάει, ειδικά όταν χιονίζει, είπε ο αρχηγός και απεσταλμένος αρκούδος νύσταζε αρκετά για να διαφωνίσει.
Το χιόνι απλώθηκε παντού και η νύχτα σκέπασε τα πλάσματα της.  Την Άνοιξη η ζωή θα είχε άλλη μια ευκαιρία να δείξει ότι μπορεί να είναι δημιουργική και πάντα ανίκητη.






Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

'Το βήμα του χορού που έμεινε πίσω.' Ένα παραμύθι για μικρά παιδιά.



Μια φορά και ένα καιρό, ήταν ένα βήμα χορού που ήρθε στον κόσμο μαζί με ένα  κοριτσάκι  την ώρα που άλλαζε ο χρόνος  και τα  δευτερόλεπτα έτρεχαν να ξεφύγουν από τον παλιό και να προφτάσουν τον νέο.
Πάνω στο τελευταίο δευτερόλεπτο  του χρόνου το βήμα έμεινε για ένα κλάσμα του εκατομμυριοστού του εκατοστού λίγο αναποφάσιστο πριν μπλεχτεί στο ποδαράκι της μικρούλας .
Το ρολόι κτύπησε 12, και βήματα πολλά σύρθηκαν γύρω του. Φοβήθηκε μη μπλεχτεί σε λάθος πόδια και άρπαξε το μεγάλο δάκτυλο της μπεμπούλας. Κρύφτηκε εκεί ανάμεσα στο μεγάλο και στον μέσο και άκουγε φωνούλες να σκεπάζουν την κούνια του μωρού.
Να ζήσει ευτυχισμένο, έλεγε η μία.
Πάντα καλότυχο, συμπλήρωνε μια άλλη. Ευχαριστώ ,ευχαριστώ πολύ, απαντούσε η κουρασμένη φωνή της μανούλας ενώ η  νεογέννητη μπέμπα γουργούριζε και τίναζε τα ποδαράκια της σαν να ήθελε να χορέψει τον πρώτο της χορό.Σετ με χορό — Διανυσματικό Αρχείο #10297972
Μαζί  τιναζόταν και το βήμα τρομαγμένο και  μόνο έξω από το σώμα που θα το φιλοξενούσε, παγιδευμένο στο μοιραίο εκείνο εκατομμυριοστό της αλλαγής του χρόνου.
Χρόνια πολλά, καλή χρονιά, έλεγαν τώρα οι φωνές και άκουγε φιλιά να έρχονται από ψηλά, εκεί  από όπου οι μεγάλοι έσταζαν βλέμματα αγάπης στο μωρό.
Οι  ώρες περνούσαν , το μωρό ξυπνούσε και έπινε το γάλα του, γουργούριζε ξανά και ξανά μέχρι να βρει τον δικό του ρυθμό και μαζί με αυτόν, τα βήματα που χορού μπερδεύονταν στα ποδαράκια του που τινάζονταν χορευτικά όταν έπαιζε, όταν έβλεπε όνειρα, όταν έκφραζε την χαρά του, την αγωνία του, την ανυπομονησία του, ακόμα και την οργή του όταν κάποιο μεγάλο χέρι το έπιανε άγαρμπα η το ζούλαγε σαν μια φούσκα νερό για να δει το προς τα πού θα μαζευτεί το νερό.
Οι μέρες , οι μήνες και τα χρόνια περνούσαν γρήγορα και το κοριτσάκι έμαθε να περπατά , να τρέχει να σκαρφαλώνει, να σχηματίζει μικρές πατουσίτσες στην άμμο το καλοκαίρι και αγγελάκια στο χιόνι τον χειμώνα.
Το προσωπάκι της έμοιαζε σαν ένας ήλιος που έλαμπε πάντα με τα χρυσαφένια της  ατίθασα μαλλιά να πετάγονται σαν τις αχτίνες του μέσα από τις κορδέλες, ενώ τα ματακάκια της σαν την καλοκαιρινή θάλασσα λαμπίριζαν από το εσωτερικό της φως και την φλόγα που έκρυβαν τα βήματα χορού που όσο περνούσαν τα χρόνια ζητούσαν επίμονα να αναλάβουν τον έλεγχο των κινήσεων της.
Από τα πρώτα παιχνίδια στην αγκαλιά της μαμάς και τα πρώτα τραγούδια, μέχρι και το νήπιο που άρχισαν να μπλέκονται με τα βήματα των άλλων παιδιών, τα βήματα που χορού της αναζητούσαν το βήμα που έλειπε και είχε μείνει μόνο του και παραπονεμένο να περιμένει την ιδανική στιγμή να πιαστεί και αυτό με όλα τα άλλα, εκεί ανάμεσα στο μεγάλο δάκτυλο και στον μέσο.
Του φώναζαν και το καλούσαν αλλά η αόρατη κουρτίνα του χρόνου έμενε πάντα αδιαπέραστη και συμπαγής προξενώντας μεγάλο πόνο στο αποκλεισμένο βήμα.
Πότε πότε, όταν η μικρούλα κοιμόταν τολμούσε να ξεφύγει από την κρυψώνα του και να δοκιμάζει μόνο του να βρει τον ρυθμό του. Την μια μπορεί να ακολουθούσε τα βήματα κάποιου άλλου μέσα στο σπίτι, την άλλη της μουσικής που ακουγόταν από το ραδιόφωνο η την τηλεόραση, όμως η αγωνία του να μην χαθεί μακριά από την μικρούλα ήταν τόσος μεγάλος που ποτέ δεν μπορούσε πραγματικά να αφεθεί και να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο μακριά της.
Παρόλα αυτά μάθαινε και εκείνο τον κόσμο και τους χιλιάδες ήχους  που θα μπορούσαν να ταιριάξουν με κάποιο συναίσθημα. Μάθαινε το νόημα των λέξεων που θα μπορούσαν να μπουν σε ένα τραγούδι, να περιγράψουν μια ιστορία . Μάθαινε την φύση και τα πλάσματα της  στις εκδρομές και τις βόλτες της μικρούλας  . Έμαθε για τα βήματα που έχουν τα πουλιά πριν να πετάξουν από την φωλιά τους για πρώτη φορά, έμαθε για τον ρυθμό που τρέχουν οι αλεπούδες όταν κυνηγούν το βράδυ όπως και τον φοβισμένο χορό των θηραμάτων τους  που έτρεχαν να ξεφύγουν μακριά τους.
Όσο πιο πολύ περνούσαν τα χρόνια , τόσο πιο ασφαλές αισθανόταν το βήμα να απομακρύνεται από το κορίτσι  μιας είχε μάθει πια τους δρόμους  και τους τρόπους να γυρίζει πάντα πίσω χωρίς να χάνεται και η στεναχωριέται τόσο πολύ.
Άλλωστε σαν βήμα χορού, μπορούσε να βρίσκει δρόμους μέσα από τα συναισθήματα που με τον καιρό έμαθε με το όνομα τους. Φόβος, ανησυχία ελπίδα σιγουριά, δύναμη απελπισία μοναξιά , ανυπομονησία προσμονή ,χαρά λύπη ακόμα και χαρμολύπη, όλα είχαν ένα όνομα , όλα ανήκαν παντού και όλα συνδέονταν με μια αόρατη αλυσίδα που δεν έσπαγε ποτέ και πάνω της το βήμα ακολουθούσε τον ρυθμό της ζωής.
Το κορίτσι μεγάλωσε , έγινε μια όμορφη κοπέλα που βρήκε τα βήματα του έρωτα της  και εκείνη όπως και η μητέρα της θα έφερνε στον κόσμο το δικό της παιδί στην αλλαγή του χρόνου.
Σε εκείνα τα δευτερόλεπτα της αλλαγής του χρόνου όπου το νέο μωρό ερχόταν στο κόσμο, το βήμα βρήκε το κενό στον χρόνο και πήδηξε την τελευταία στιγμή για να συναντήσει τα υπόλοιπα βήματα που είχε αφήσει πίσω τόσα χρόνια πριν.
Τα βήματα συναντήθηκαν και ξεπροβόδησαν όλα μαζί  τα βήματα του μωρού προσέχοντας να μη ξεμείνει κανένα πίσω πάλι , και η αλήθεια είναι ότι ποτέ οι νοσοκόμες δεν είχαν ξαναδεί την ζωή να υποδέχεται μωρό με τόσο ρυθμό και χορευτικές κινήσεις.


Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

O πρίγκηπας Παραμή και η πριγκίπισσα Θάκη. Για μικρά αλλά και μεγάλα ...παιδιά.

Μια φορά και έναν καιρό, που ο καιρός ήταν πολύ πριν και αρκετά μετά, σε ένα μακρινό βασίλειο ζούσε ήρεμα και ευτυχισμένα ο πρίγκηπας Παραμή .
Ο πρίγκηπας Παραμή μπορεί να μην ήταν φιλόδοξος, αλλά εκτιμούσε ότι  άφησαν οι προηγούμενοι και διοικούσε με την δύναμη του στρατού του και την δικαιοσύνη των νόμων του.
Οι υπήκοοι του δεν είχαν κανένα παράπονο και έσκυβαν με σεβασμό στο πέρασμα του.
Τους εξασφάλιζε μια ζωή που μπορούσαν να κάνουν όνειρα και ο κύκλος της ζωής τους δεν διακοπτόταν συνήθως με κάποιο βίαιο τρόπο.


Αν και τα καλοκαίρια ήταν ζεστά και οι χειμώνες ήπιοι, μια παγωνιά είχε τρυπώσει εκείνο το Φθινόπωρο στην καρδιά του Παραμή.
Τα χρόνια περνούσαν και το γκρίζο αντικαθιστούσε σιγά σιγά το βαθύ μαύρο χρώμα στα μαλλιά . Η μοναξιά του μεγάλωνε κάθε μέρα και πιο πολύ . Μεγάλωνε τόσο που δεν έβρισκε πια παρηγοριά στα χαμόγελα και τις ζεστές κουβέντες των υπηκόων του, ούτε στα δώρα των καλών του γειτόνων.
Η πριγκίπισσα που θα του ζέστανε την καρδιά δεν είχε έρθει ακόμα στον δρόμο του και είχε πια πειστεί πως μάταια περίμενε το ιδανικό του ταίρι.
Διάνυσμα σκίτσα με ευτυχής πρίγκιπες και πριγκίπισσες. σκίτσο σε σελίδα σημειωματάριων — Διανυσματικό Αρχείο #31526715
Όπως γίνεται και τούτον το καιρό, έτσι γινόταν και τότε που ο καιρός ήταν πολύ πριν και αρκετά μετά, τα ξαφνικά που φέρνουν το καλό, αλλάζουν την ζωή μας και η απογοήτευση μετατρέπεται σε ελπίδα.

'Ηταν σε μια από τις τυπικές επισκέψεις στο εργοστάσιο υφαντουργίας που είδε μια όμορφη κοπέλα να εξετάζει μερικά υφάσματα.
Έσκυψε το κεφάλι μπροστά στον Παραμή και οι όμορφες της μπούκλες της σκέπασαν το πρόσωπο.

Ο γλυκός αέρας του πρωινού έφερνε αρώματα από τους γύρω λόφους και ήταν λες και όλες του οι αισθήσεις του ψιθύριζαν ότι αυτό ήταν το πεπρωμένο του.

Την ρώτησε το όνομα της και του απάντησε, Θάκη.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και η Θάκη συστήθηκε από τον Παραμή από μεγάλο μπαλκόνι του παλατιού του στους υπηκόους του ,σαν την πριγκίπισσα τους.
Ο κόσμος φώναξε ζήτω, γελούσε και χαιρόταν με την χαρά του πρίγκηπα τους, ευγνωμονούσαν και την καλή τους τύχη που η Θάκη ήταν πάντα τόσο καλή και ευγενική με όλους.
 Κάθε μέρα από τότε που έγινε ζευγάρι με τον Παραμή, νοιαζόταν και φρόντιζε όσους είχαν ανάγκη, όσους της ζητούσαν συμβουλές, όσους είχαν μια πληγωμένη καρδιά και πονεμένη ψυχή.

Ο λαός ήταν χαρούμενος γιατί ένας ικανοποιημένος λαός δεν έχει εμπάθεια για τον τίμιο πρίγκηπα του. Δεν ζηλεύει τα πάρα πάνω πλούτη δεν αναρωτιέται για την δική του μοίρα. Ο λαός που δέχεται την φροντίδα και την αγάπη , την δικαιοσύνη και την συμπόνοια, κάνει προσευχές να έχει ο πρίγκηπας τους πολλά πολλά χρόνια ζωής και προσωπική ευτυχία.

Πράγματι, οι ευχές τους εισακούστηκαν και σε λίγους μήνες η Θάκη γέννησε ένα πανέμορφο μωρό.
Ένωσαν τα ονόματα τους και τον έβγαλαν Παραμηθάκη.

Έτσι ο Παραμηθάκης μεγάλωνε γαλήνια σε μια εύφορη γη και δροσερά ποτάμια. Μάθαινε να παίζει με όλα τα παιδιά στους λόφους και την ακροθαλασσιά και οι μεγάλες σάλες ήταν πάντα γεμάτες από τα παιδιά που τιτίβιζαν σαν τα πουλιά στα δέντρα.

Και έζησαν αυτοί καλά και εκείνοι ακόμα καλύτερα. Χωρίς κακούς, χωρίς δράκους, χωρίς αδικίες και μίσος.
Βλέπεις δεν ήταν παρά τότε που ο καιρός ήταν πολύ πριν και αρκετά μετά, και τα παραμύθια διαρκούσαν μια ολόκληρη ζωή.


Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Η νεράϊδα της οκλαής.


" Γιαγιά, πιστεύεις στις νεράϊδες?" ρώτησε η Μυρτώ καθισμένη στο καρεκλάκι δίπλα στον σοφρά όπου τα φύλλα άνοιγαν σχεδόν μαγικά από την αεικίνητη γιαγιά της.
"Η καλύτερη νεράϊδα, κρύβεται μέσα στην οκλαή" της είπε με νόημα και συνέχισε να ανοίγει την ζύμη σε έναν ολοστρόγγυλο κύκλο μέχρι που έγινε ένα διάφανο στρογγυλό τραπεζομάντηλο πάνω στον σοφρά.

Η Μυρτώ την παρακολουθούσε σκεφτική και έφερνε ξανά και ξανά στο μικρό της μυαλουδάκι την φράση της γιαγιά της.
"Μα πως είναι δυνατόν να έχει η οκλαή νεράιδα?Τα βιβλία που της διάβαζε η μαμά της το βράδυ, έλεγαν για αέρινες νεράϊδες, ψηλές και λιγερόκορμες, με μαλλιά που ανέμιζαν στον άνεμο και στολισμένα με λουλουδένια στεφάνια.
Έλεγαν για τις νεράίδες των ποταμών και του δάσους, ακόμα και της θάλασσας , αλλά ποτέ για πράγματα και τόσο...μα τόσο..πεζά όπως η οκλαή.
Άλλωστε η Μυρτώ , μπορεί να το έκρυβε από όλους ,αλλά όχι και από τον εαυτό της , ότι την φοβόταν και λίγο την οκλαή.
"Θα σε πάρω δυο βόλτες με την οκλαή να μάθεις εσύ!" της έλεγε  απειλητικά πότε πότε η μαμά της, όταν δεν καθόταν να διαβάσει τα μαθήματα της η όταν δεν έλεγε που πήγαινε να παίξει και όλοι έβγαιναν στους δρόμους να την ψάξουν, μέχρι να την δουν να γυρίζει αμέριμνη και αναψοκοκκινισμένη από το παιχνίδι στις γειτονιές.

Εκείνο το Πάσχα όμως, η Μυρτώ βασάνιζε το επτάχρονο μυαλουδάκι της με τον γρίφο των ξωτικών και των νεραίδων.
Στην ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας πίστευαν, τα παραμύθια ήταν γεμάτα, οι ιστορίες που έλεγε ο παππούς από τότε που ήταν μικρός στο χωριό διαβεβαίωναν την ύπαρξη τους, όμως στο κατηχητικό ο παπά Φώτης το είχε ξεκόψει μια και έξω.."Αυτά είναι πράγματα που διαβόλου  και να μην σας ξανακούσω να τα λέτε! " της είπε απότομα και αμέσως ξεκίνησε να τους περιγράφει τον ιστορία του δράκου και του Άϊ Γιώργη.
"Πάτερ!" τον διέκοψε η Μυρτώ. "Υπάρχουν τελικα΄οι δράκοι πράγματι?"
Το βλέμμα του παπά  Φώτη την έκανε να μαζευτεί στην καρέκλα της και να κρυφτεί πίσω από την Ελένη που ποτέ δεν έφερνε αντιρρήσεις και κυρίως , ποτέ δεν έκανε ενοχλητικές ερωτήσεις.

Η μυρωδιά της ψημένης πίτας γέμισε το σπίτι και το τυράκι που έλιωνε μύριζε τόσο προκλητικά που η Μυρτώ άρπαξε μια γωνίτσα και την τράβηξε με λαιμαργία.
Η γιαγιά της έτεινε την οκλαή απειλητικά .."Να έχεις υπομονή! Θα καείς! Και κοίτα να δεις! Μην νευριάζεις την νεράϊδα! 

Για άλλη μια φορά μαζεύτηκε η Μυρτούλα φοβισμένη στην γωνιά της.

Το βράδυ ονειρεύτηκε μια στρογγυλή νεραϊδούλα να ξεπηδάει μέσα από την οκλαή και να πετάει γύρω από το κεφάλι της.
Τα  φτερά της άγγιζαν το ένα το άλλο, τα μαλλιά της ένα με το στρογγυλό της πρόσωπο ,τα χέρια μπερδεμένα και αυτά ενώ συνέχισε να πετά σε κύκλους και να της λέει με μια λεπτή και μελωδική φωνή..." ζήτησες και ήρθα και θα μείνω μαζί σου για πάντα και πάντα!"

H Mυρτώ πετάχτηκε πάνω αλαφιασμένη και φοβισμένη από το όνειρο που δεν  ήξερε αν έπρεπε να το πει εφιάλτη και έκανε πολύ ώρα μέχρι να μπορέσει να κοιμηθεί ξανά αφού στο τέλος την πήρε το παράπονο μιας και από όλες τις όμορφες νεράϊδες που είχε φανταστεί και είχε δει στα βιβλία , εκείνης της έτυχε η ολοστρόγγυλη της οκλαής.

Την άλλη μέρα δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω της και την έσπρωξε μάλιστα με το δάκτυλο να δει αν γίνει κάποιο  απρόσμενο θαύμα , αλλά τίποτα, Όλα στην θέση τους και η οκλαή με λίγα ξεραμένα ζυμαράκια που δεν έλεγαν να βγουν.

Τα χρόνια πέρασαν και το όνειρο ξεχάστηκε. 
Η Μυρτώ μεγάλωσε και έμαθε να κάνει πίτες, κουλουράκια, ψωμάκια, το ένα καλύτερο από το άλλο.
Όλοι είχαν να πουν έναν καλό λόγο για την επιδεξιότητας της και για την μοναδική μαστοριά της.Η οκλαή , η ίδια οκλαή της γιαγιάς της , στα δικά της χέρια τώρα, άνοιγαν τα φύλλα σαν τραπεζομάντηλα πάνω στον σοφρά.
Η δική της εγγονή καθόταν τώρα στο σκαμνάκι δίπλα της και την παρακολουθούσε να ανοίγει το ένα φύλλο μετά το άλλο.
"Γιαγιά, πιστεύεις στις νεράίδες?" 
Γύρισε και κοίταξε με έκπληξη το μικρό κοριτσάκι που ήταν στην ηλικία της όταν είχε κάνει την ίδια ερώτηση στην δική της γιαγιά.
Kαι τότε κατάλαβε το τι ήθελε να πει η γιαγιά της  τόσα χρόνια πίσω στον ψεύτη χρόνο, που όλο λέει ότι δεν περνάει και όμως φεύγει τόσο γρήγορα. Τόσο γρήγορα που αν  αφαιρεθείς λίγο νομίζεις ότι είσαι εσύ που κάθεσαι στο σκαμνάκι και όχι η εγγονή σου.
Αναστέναξε η Μυρτώ , σκούπισε τα χέρια της και αγκάλιασε  τη μικρή Μυρτώ. " Ναι μωρό μου, πιστεύω στις νεράϊδες και οι καλύτερες είναι στα πράγματα που μας κάνουν να μοιραζόμαστε αγάπη και προκοπή"
Η μικρούλα ευχαριστήθηκε με την απάντηση της και έπιασε ένα ζυμαράκι να κάνει την δική της μικρή πιτούλα.
Το βράδυ εκείνο, μετά από 50 ολόκληρα χρόνια, η νεράϊδα της οκλαής, ξαναήρθε στον ύπνο της Μυρτώς.
Πετούσε όπως και τότε όλο τριγύρω και την ρώτησε και την μελωδική της φωνή.
"Θέλεις να μείνω και μαζί με την Μυρτούλα?"
"Δεν θα μπορούσα να ζητήσω τίποτα καλύτερο αγαπημένη μου νεράϊδα" της απάντησε η Μυρτώ και χαμογέλασε γαλήνια στον ύπνο της.


Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Ο Λύκος και τα 7 κατσικάκια σε νέα έκδοση. Παραμύθι.

Μια φορά και ένα καιρό, στην άκρη ενός  μικρού  χωριού  πάνω στην Όχη στην Νότια Εύβοια που το έλεγαν Άνεμο, ζούσε μια κατσικούλα με τα επτά κατσικάκια της.
Ο μπαμπάς τράγος, είχε πάει στην άλλη άκρη του βουνού να μαζέψει σπάνια φυτά που άρεσαν πολύ στα κατσικάκια, και έτσι η κατσικούλα είχε μείνει μόνη να προσέχει τα κατσικάκια.
Οι μέρες περνούσαν και τα εφόδια λιγόστευαν και όσο και να μην ήθελε να τα αφήσει μόνα τους, στο τέλος το πήρε απόφαση ότι έπρεπε να πάει στο χωριό να αγοράσει ότι χρειαζόταν .
Τα μάζεψε τα κατσικάκια και τους εξήγησε για ακόμα μια φορά να προσέχουν τον λύκο, να μην ανοίξουν την πόρτα σε καμιά περίπτωση και να περιμένουν υπομονετικά μέχρι να γυρίσει.

"Εντάξει μαμά"! Φώναξαν τα κατσικάκια και χαρούμενα άκουσαν το κλειδί να γυρίζει 3 φορές .
Άρχισαν να χορεύουν να πηδάνε εδώ και κει, να πετάνε μαξιλάρια το ένα στο άλλο, και να κάνουν τις συνηθισμένες σκανταλιές που κάνουν όλα τα μικρά όταν είναι μόνα τους στο σπίτι.

Εν τω μεταξύ ενώ η μαμά κατσίκα απομακρυνόταν, ο λύκος που παρακολουθούσε το απομακρυσμένο σπίτι τους , άρχισε να ξερογλείφεται μιας και θεωρούσε δεδομένο το καλύτερο γεύμα εδώ και καιρό.
Η μόνη του απορία ήταν το πιο κατσικάκι να φάει πρώτο και πιο να αφήσει για το τέλος.
Έτσι πήγε καμαρωτός καμαρωτός, και κτύπησε την πόρτα.
"Ανοίξτε μικρά μου! γύρισα! Είμαι η μαμά σας!"

Tα κατσικάκια δεν τον άκουσαν αμέσως γιατί έπαιζαν και φώναζαν, και έτσι ο λύκος αναγκάστηκε να φωνάξει δυνατότερα, αλλά έτσι η φωνή του έγινε ξεκάθαρο στα κατσικάκια ότι ήταν ο λύκος και φώναξαν όλα μαζί,
"Φύγε κακιέ λύκε! Φύγε !"

Θύμωσε ο λύκος και γύρισε να φύγει φουρκισμένος, σκεπτόμενος το πως θα ξεγελάσει τα  κατσικάκια. ΄Έτσι πήγε στο πρώτο σπίτι  που συνάντησε και βούτηξε από την απλωταριά μια ρόμπα και ένα μαντήλι. Τα φόρεσε και προσπάθησε ξανά να ξεγελάσει τα κατσικάκια.
"Τοκ τοκ τοκ" κτύπησε την πόρτα.
"Ποιος είναι" φώναξαν τα κατσικάκια μιας και είχαν εξαντληθεί από το παιχνίδι και είχαν ηρεμήσει.
"Εγώ είμαι ! η μαμά σας! γύρισα!"
Το μικρότερο έβαλε το κεφαλάκι του στο πάτωμα και είχε την μαύρη πατούσα του λύκου και όλα μαζί φώναξαν για άλλη μια φορά,
"Φύγε κακιέ λύκε! φύγε!"

"A να χαθείτε παλιοκατσικάκια! Δεν πρόκειται να μου γλυτώσετε! θα σας φάω!" Φώναξε ο λύκος και τα κατσικάκια αγκαλιάστηκαν και άρχισαν να τρέμουν από τον φόβο τους. Μετά, έβαλαν ακόμα μια καρέκλα πίσω από την πόρτα και έλεγξαν για άλλη μια φορά το παράθυρο.

Ο λύκος γύριζε ανάμεσα στις αστοιβιές και από τα νεύρα του δεν πρόσεχε που πατούσε και γέμισε αγκάθια που τον νευρίαζαν ακόμα πιο πολύ. Στο τέλος εξαντλημένος κάθισε να ξεκουραστεί πάνω σε μια πέτρα που του άφησε μια ασπρίλα στην πατούσα του.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει και το σκοτάδι δεν θα αργούσε να σκεπάσει τον κόσμο , και τότε του ήρθε η ιδέα να πασπαλίσει την μουσούδα του και τις πατούσες του με άσπρη σκόνη και να ξαναβάλει την ρόμπα και το μαντήλι για να ξεγελάσει τα κατσικάκια.
Ενθουσιασμένος από την ιδέα, ξέχασε τον πόνο από τα αγκάθια και έτρεξε για άλλη μια φορά στο κατώφλι του μικρού σπιτιού.
"Τοκ τοκ τοκ"
"Ποιος είναι?"
"H μαμά σας! γύρισα! ανοίξτε μικρά μου! Σας έφερα πολλά δώρα!"

Τα κατσικάκια ενθουσιάστηκαν και κοίταξαν από το παράθυρο, κοίταξαν κάτω από την πόρτα και ξεγελάστηκαν πράγματι από το μασκάρεμα του λύκου. Άνοιξαν την πόρτα χαρούμενα και ενθουσιασμένα για τα δώρα που πίστευαν ότι θα έβλεπαν μπροστά τους. Αντί για αυτό, είδαν τον λύκο να πετάει την ρόμπα και το μαντήλι και να πατάει με την μαύρη του πατούσα την ουρά του ενός, ενώ άρπαζε με την άλλη του το άλλο.
Το ένα μετά το άλλο, τα κατσικάκια, όσο και να προσπαθούσαν να γλυτώσουν την κακή τους μοίρα, χάθηκαν μέσα στο μεγάλο στόμα του λύκου, εκτός από το μικρό που κρύφτηκε στο μεγάλο ρολόι κούκο που ήταν και οικογενειακό κειμήλιο και το είχαν λαδώσει την προηγούμενη βδομάδα.

Κρύφτηκε και έτρεμε και η καρδούλα του κτυπούσε τόσο δυνατά που μπέρδεψε το κτύπημα του ρολογιού με την καρδιά του και δεν ήξερε ποιος χτύπος ήταν ποιος!
"Αχ μανούλα μου που είσαι?" Έκλαιγε από τον φόβο του, έκλαιγε για τα αδέλφια του, έκλαιγε για την μαμά του , έκλαιγε και μετάνιωνε που ζήτησε από τον πατέρα του να πάει να του φέρει τα νόστιμα χορταράκια που του άρεσαν τόσο πολύ.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο λύκος έφυγε. Μια ησυχία απόκοσμη απλώθηκε στο ανάστατο σπίτι και το τικ τακ του ρολογιού ήταν η μόνη του παρηγοριά.
Πάνω στο τελευταίο χτύπο του 8, άκουσε επιτέλους την τρομαγμένη φωνή της μαμάς του.
"Που είστε κατσικάκια μου! Θε μου τι έγινε?"
"Aχ μανούλα μου! ήρθες!" Άνοιξε την πορτούλα του ρολογιού και έτρεξε να αγκαλιάσει την μαμά του το μικρό μας κατσικάκι και μετά της είπε με το νι και με το σίγμα το πως τους ξεγέλασε ο κακός ο λύκος.
Η κατσικούλα μας όμως δεν έχασε την ψυχραιμία της. Άνοιξε το κουτί με τα ραπτικά, πήρε ένα ψαλίδι, πήρε και πολύ κλωστή , γερή γερή, και τράβηξε μαζί με το κατσικάκι να πηδάει ανήσυχο από πίσω της, να βρει τον λύκο
Πράγματι τον βρήκε να κοιμάται του καλού καιρού  δίπλα στο ποταμάκι κάτω από ένα μεγάλο πλατάνι.

Η κατσικούλα με αποφασιστικές κινήσεις, άνοιξε την κοιλιά του λύκου και ένα ένα με την σειρά, πετάχτηκαν έξω τα κατσικάκια της που την αγκάλιασαν και την φιλούσαν.
"Αφήστε τα αυτά τώρα! Μαζέψτε πέτρες να γεμίσουμε την κοιλιά του λύκου!"
Πράγματι τα κατσικάκια μάζεψαν πολλές πετρούλες και σιγά σιγά γέμισαν την κοιλιά του λύκου και μετά η κατσικούλα την έραψε καλά καλά, και μετά , με δυο τρις δυνατές σπρωξιές, κύλησαν τον λύκο μέχρι που έπεσε στο ποτάμι!

Αφού τον είδαν να βυθίζεται και να σταματούν οι φυσαλίδες, πήραν τον δρόμο στο φως του φεγγαριού να γυρίσουν στο σπίτι τους, όπου εξαντλημένοι από τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες την ημέρας , τακτοποίησαν τα ψώνια και έπεσαν για ύπνο.

Την άλλη μέρα το πρωί, και ενώ η κατσικούλα έφτιαχνε τον χυλό για το πρωινό των μικρών της, ένα άνθρωπος της κτύπησε την πόρτα.
"Παρακαλώ?" ρώτησε με απορία η κατσικούλα, αφού οι άνθρωποι απέφευγαν να πλησιάζουν τα σπιτάκια που ήταν στις άκρες του χωριού και ζούσαν κατσικούλες.
"Με συγχωρείται για την ενόχληση κυρία κατσίκα" είπε ο άνθρωπος που ήταν μια κοπελίτσα πολύ μεγάλη για τα χρόνια της κατσίκας γύρω στα 30. Η κατσικούλα πάντα ήταν περίεργη για το τι κάνουν τόσα χρόνια ζωής οι άνθρωποι αλλά θεώρησε ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να λύσει τις απορίες της. Έτσι λοιπόν ρώτησε ευγενικά τι ήθελε στην πόρτα της πρωί πρωί.

"Ξέρετε  κυρία κατσίκα, είμαι από τον ΑΡΤΟΥΡΟ και ψάχνω τον λύκο που ζει εδώ γύρω. Μήπως τον είδατε?"
Ξεροκατάπιε η κατσικούλα και είπε ένα αφηρημένο .."παρακαλώ? δεν ξέρω τι εννοείται"
"Να σας εξηγήσω" άρχισε η άνθρωπος και της είπε ότι ο λύκος ανήκει στα είδη προς εξαφάνιση και το τοπικό γραφείο είχε αναλάβει την καταγραφή τους και παρακολουθούσαν την διαβίωση τους.

"Τι ακριβώς εννοείται ,με το ..διαβίωση"? ψέλλισε η κατσικούλα και έκανε νόημα τα κατσικάκια που εκείνη την ώρα άρχισαν να μαζεύονται γύρω από το τραπέζι, να πάνε ξανά στο δωμάτιο τους και να μείνουν εκεί.
Τα κατσικάκια ήταν τόσο φοβισμένα που δεν τόλμησαν να βγάλουν έστω ένα κιχ και εξαφανίστηκαν αμέσως.
"Tι ωραία ανατροφή τους έχετε δώσει! μπράβο σας κυρία κατσίκα!" "Ευχαριστώ πολύ" απάντησε η κατσικούλα, και μετά ρώτησε κάπως ανήσυχη.."Και τι τρώει ο λύκος που σας ενδιαφέρει τόσο πολύ?"
"Τρώει λαγούς, πουλιά, κότες..." τέτοια πράγματα, αλλά πολλά ζώα χάθηκαν στις φωτιές, και τα θηράματα λιγόστεψαν για τον καημένο τον λυκούλη μου!" είπε η άνθρωπος και αναστέναξε λυπημένη..
Η κατσικούλα κατάπιε, ξεροκατάπιε την περιέργεια της αλλά στο τέλος ρώτησε την άνθρωπο.."και αν κάποιος τον έχει σκοτώσει"?
"A πα πα!! μην λέτε τέτοια λόγια κυρία κατσικούλα! Αν τον πιάσω θα πεθάνει στην φυλακή! Είναι έγκλημα , δεν το ξέρεται?"
"Τι να ξέρω και γω..μια απλή και αδύναμη κατσικούλα είμαι. Αν τον δώ θα σας ειδοποιήσω.."συμπλήρωσε ευγενικά αλλά αποφασιστικά οδήγησε στην έξοδο την άνθρωπο που έψαχνε τον λυκούλη της, τον ίδιο λύκο που είχε φάει το ένα μετά το άλλο τα μικρά της κατσικάκια.

Είχαν φάει πια το φαγητό τους, και έλεγαν για άλλη μια φορά το πως τους ξεγέλασε ο κακός ο λύκος, όταν είδαν από το παράθυρο μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων να περνάει έξω από το παράθυρο της.
Γεμάτη περιέργεια άνοιξε την πόρτα να δει τι στο καλό κάνουν στην γειτονιά της ακόμα μια φορά οι άνθρωποι. Ο κύκλος άνοιξε και πάνω σε ένα φορείο ήταν ο λύκος λιπόθυμος αλλά ακόμα ζωντανός.
Η άνθρωπος που τον έψαχνε είχε οργανώσει ομάδα με τους φιλόζωους του χωριού και είχαν οργώσει όλη την πλαγιά μέχρι που τελικά τον βρήκαν. Όλα της τα είπε με περηφάνια όταν την είδε να προσπαθεί να καταλάβει του τι συμβαίνει.. "Ναι ναι..."πρόσθεσε η κατσικούλα.."μπράβο μπράβο..μόνο πρόσεξε να μην τον αφήνεις νηστικό..γιατί αυτός..ουυυυυ  μέχρι και πέτρες τρώει από την πείνα του!"


Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Ένα παραμύθι για παιδιά. " ένα μικρό μαύρο μολύβι"

 

Μια φορά και ένα καιρό, ήταν ένα μικρό μαύρο μολύβι.
Γυαλιστερό γυαλιστερό ,με χρυσά γράμματα στο πλάι, περήφανο για τον προορισμό του, περίμενε υπομονετικά στην θέση του- στην κασετίνα- να το χρησιμοποιήσει το κοριτσάκι. Ανυπομονούσε να γράψει γράμματα, να κάνει ζωγραφιές, να αφήσει την μαύρη του μολυβιά πάνω στο λευκό χαρτί.
Αλίμονο όμως! Το κοριτσάκι πάντα προτιμούσε τα άλλα μολύβια που είχαν πάνω τους λουλούδια, σχέδια, είχαν χρωματιστές γόμες που μοσχοβολούσαν . Άλλα είχαν φουντίτσες και πολλές μυτούλες. Ζήλευε λίγο το μολύβι, αλλά παρηγοριόταν στην σκέψη ότι παρά τα στολίδια, είχαν τον ίδιο προορισμό. Να γράψουν γράμματα!!!
Τι και αν μυρίζουν πιο όμορφα? Εκείνο είναι πιο γερό, αντέχει πιο πολύ!

Τι τα θες όμως? Ο καιρός περνούσε , το κοριτσάκι μάθαινε γράμματα , σχεδίαζε ζωγραφιές, έγραφε ορθογραφίες και αντιγραφές, μάθαινε αριθμούς και όλα αυτά χωρίς αυτό. Το είχε κυριεύσει η απαισιοδοξία και η θλίψη, ώσπου μια ανοιξιάτικη μέρα η δασκάλα είπε. " Βγάλτε όλα τα παιδάκια τα μολύβια σας να γράψετε διαγώνισμα"




Τότε το κοριτσάκι ταραγμένο από την αγωνία χωρίς να κοιτάξει πήρε στο χέρι του το μαύρο μολύβι. Τι χαρά! Τι ευτυχία! Χαρούμενο έτρεχε πάνω στο χαρτί , με όμορφες γραμμές σχεδίαζε τα γράμματα και η ώρα περνούσε.
." Επιτέλους, θα αποδείξω την αξία μου!" σκεφτόταν με ενθουσιασμό!
" Επιτέλους ήρθε η ώρα μου"!
Αλλά το κοριτσάκι πάνω στην αγωνία του , πίεσε με δύναμη το μολύβι και κρακ,,,η μύτη έσπασε. Τι φοβερή αγωνία! Τι ντροπή! Τώρα?
Το κοριτσάκι άρχισε βιαστικά να ψάχνει για ξύστρα. Τέσσερις ξύστρες , όλες ψηλομύτες με σχήματα λουλουδιών , με σχέδια χαρούμενα, όλες μία μία αρνήθηκαν πεισματικά να ξύσουν το μολύβι.
-"Σας παρακαλώ, ξύστε με". Ικέτευε το μολύβι." 'Εχω να τελειώσω το διαγώνισμα"!

Όμως δυστυχώς ! Εκνευρισμένο το κοριτσάκι έβαλε το μολύβι στην κασετίνα και πήρε ένα άλλο. Αυτό ήταν! Το τελευταίο κτύπημα. Ήταν θύμα της πολυτέλειας, της σπατάλης, της εξωτερικής εμφάνισης. Ήταν θύμα της υπερβολικής σημασίας για αυτό που φαίνεται, και όχι για αυτό που είναι.....

" Μα τι δουλειά έχω μέσα σε αυτήν την κασετίνα? Είναι γεμάτη, και όμως νιώθω τόσο μόνο" !
Άρχισε να θυμάται τα όνειρα που είχε και πώς κατέληξαν , όταν ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή.
- "Κυρία , μου έσπασε το μολύβι και δεν έχω άλλο".
- "Έλα πάρε το δικό μου, ξύστω πρώτα με την ξύστρα σου."
Μια βαριά ασημένια ξύστρα που δεν σνόμπαρε το μολύβι . Το κοριτσάκι με το σπασμένο μολύβι δεν είχε μεγάλη κασετίνα, ούτε πολλά μολύβια, και ένιωσε πολύ χαρούμενο που μπορούσε να συνεχίσει το διαγώνισμα του.



Επιτέλους!
Με ένα παιδάκι που το χρειαζόταν και μια ξύστρα που το καταδεχόταν , το μολύβι βρήκε πάλι τον προορισμό του και εκπλήρωσε τον σκοπό του.

Να λιώσει πάνω στο τετράδιο βοηθώντας ένα παιδάκι να μάθει γράμματα.

Παραμύθια για μικρούς και μεγάλους " η νέα γέννεση"

Η  ΝΕΑ ΓΕΝΝΕΣΗ 

Μια  φορά και έναν καιρό, σε ένα μακρινό μέρος κουρνιασμένο στις εσοχές ενός βουνού, στην χώρα που όλοι πια έχουν ξεχάσει, η ακόμα δεν έχει βρεθεί, ζούσε ένα παράξενο ξωτικό, όπως και χιλιάδες άλλα.
Δεν έμοιαζε με κανένα από τα ξωτικά που μέχρι τώρα έχουμε διαβάσει στα βιβλία, σε αρχαίους μύθους δικούς μας η εξωτικών χωρών, παλιών θρησκειών και καινούργιων ανακαλύψεων.
Το βουνό ήταν γεμάτο από αυτά τα ξωτικά που το καθένα ήταν διαφορετικό από τα άλλα με ξεχωριστή μορφή, ύψος κατασκευή ακόμα και χρώμα!. Το καθένα μιλούσε την δική του γλώσσα και έτσι δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους με κανέναν τρόπο.
Η  γλώσσα που μιλούσαν εμφανιζόταν με την ίδια τους την ύπαρξη και ήταν τόσο μοναδική όσο και κείνα.
Δεν τα γεννούσε κάποια μητέρα αλλά γεννιόντουσαν με τον τρόπο που δημιουργούνται  τα σκουλικάκια μετά από την βροχή, που μεγαλώνουν στην πρωινή ομίχλη.
Όλα τους ήταν κοντούλικα, όχι ψηλότερα από το γρασίδι, όχι κοντύτερα από τα βότσαλα που υπήρχαν στις όχθες του μικρού ρυακιού που κυλούσε στην βαθιά κοιλάδα  περικυκλωμένη από κυπαρίσσια, έλατα, πλατάνια σκίνα βελανιδιές και μυριάδες πολύχρωμα και πανέμορφα λουλούδια και μυρωδάτα βότανα.

Τα μικρά μας ξωτικά δεν μπορούσαν να σκεφτούν η να πιστέψουν σε κάτι. Ούτε καν στον ήλιο, ούτε στο νερό.. Δεν υπήρχε κανένα πάτημα της γης που να ήταν πιο ιερό από κάποιο άλλο.
Στους πρόποδες του βουνού υπήρχε ένα χωριό όπου ζούσαν άνθρωποι, όπως ζουν παντού στον κόσμο, έχοντας απόλυτη άγνοια της ύπαρξης των μικροσκοπικών γειτόνων τους, μιας και τα ξωτικά πάντα άλλαζαν χρώμα σαν τον χαμαιλέοντα όποτε κάποιος άνθρωπος βρισκόταν κοντά τους.
Για αυτά, οι άνθρωποι δεν ήταν κάτι διαφορετικό από το οποιοδήποτε άλλο ζώο, πουλί, η έντομο που θα μπορούσε να τα σκοτώσει η απλά να τα πατήσει κατά λάθος.
Τους οδηγούσε το ένστικτο της επιβίωσης και το μόνο ευγενές συναίσθημα που είχαν ήταν αυτό της ανάτασης.
Δεν μπορούσαν να το περιγράψουν μιας και η γλώσσα τους ήταν περιορισμένη σε ένα βασικό λεξιλόγιο για να επικοινωνούν με τα λουλούδια τα βότανα και τα δέντρα με τις μεγάλες ρίζες που απλώνονταν σαν ραχοκοκαλιά στο έδαφος του δάσους.
Μόνο τα φυτά  μπορούσαν να τα ακούσουν και μόνο σε κείνα ανταποκρινόντουσαν  κουνώντας τα φύλλα η τους μίσχους.
Οι ρίζες από την άλλη, καταδικασμένες στην φυλακή του εδάφους, άλλαζαν χρώμα για να τους πουν ότι κινδυνεύουν ….
Όποτε έβλεπε το ένα το άλλο είχαν ένα συναίσθημα ενότητας χωρίς να ξέρουν ακριβώς τον λόγο μιας και η εμφάνιση τους ήταν τόσο διαφορετική , παρόλο που στους άλλους κάτοικους του βουνού έμοιαζαν ίδια, όποτε κατάφερναν στιγμιαία να τα δουν πριν να αλλάξουν χρώμα.
Μιας και η βροχή και η πρωινή ομίχλη ήταν η αρχή της τροφής τους, χαρούμενες φωνούλες έβγαιναν καθώς το ουράνιο τόξο φαινόταν στον ουρανό. Μια μυστηριακή μουσική ακουγόταν από το βουνό, μια σύνθεση από χιλιάδες φωνές που δημιουργούσαν έναν φόβο στους ανθρώπους για την άγνωστη πλευρά του βουνού.
Οι άνθρωποι πιστεύουν σε ότι βλέπουν η οτιδήποτε πιστεύουν ότι μπορεί να ελέγχει την ψυχή τους μετά τον θάνατο τους. Μιας και είναι εντελώς απροετοίμαστοι για το τι υπάρχει στο ενδιάμεσο , ήταν πέρα από τις ικανότητες τους να καταλάβουν την πηγή αυτής της ουράνιας μουσικής.
Η Ζωή όμως έχει τις αλλαγές της, ακόμα και για τους μικρούς μας φίλους.
Έτσι λοιπόν η ζωή τους άλλαξε δραματικά κάποια μέρα όταν χειμαρρώδης βροχή έπεσε πάνω στο βουνό.

Το μικρό ρυάκι έγινε ένα μεγάλο ποτάμι και η λάσπη κάλυψε τα πάντα.
Τα λουλούδια πνίγηκαν και εξαφανίστηκαν μέσα στο μαλακό χώμα. Τα ξωτικά βρήκαν καταφύγιο στις πυκνές ρίζες των δέντρων και άρχισαν να σκαρφαλώνουν όσο πιο ψηλά μπορούσαν.
Η βροχή κράτησε για μέρες. Για ατελείωτες σκοτεινές μέρες και νύχτες το νερό γέμισε κάθε πόντο της γης τους και για πρώτη φορά ένιωσαν ένα καινούργιο συναίσθημα να τα κυριεύει. Εμείς οι άνθρωποι, το λέμε φόβο.
Ήταν τόσο παράξενο μιας και το νερό ήταν η μητέρα τους, αλλά τώρα τα νεογέννητα ξωτικά πέθαιναν πριν καν να πάρουν την πρώτη τους ανάσα στην λάσπη, ασφυκτιούσαν μέσα στην ίδια τους την μήτρα, την γη. Για πρώτη φορά στην ιστορία τους κατάφεραν να σταθούν πλάι πλάι..Τόσα πολλά!
Στις σκιές του δάσους ήταν υποχρεωμένα να στέκονται πάνω στις ρίζες , να σκαρφαλώνουν μέρα με την ημέρα όλο και ψηλότερα προσπαθώντας να σωθούν, και τότε, όσο ξαφνικά είχε αρχίσει, η βροχή σταμάτησε.
Το ουράνιο τόξο φάνηκε πολύχρωμο και μεγαλοπρεπές στον ουρανό.
Ποτέ πριν η μουσική δεν ήταν τόσο δυνατή, ποτέ πριν το συναίσθημα της ανάτασης τόσο έντονο, ποτέ πριν δεν είχαν την ευκαιρία να κοιτάξουν το ένα το άλλο τόσο καθαρά, ποτέ πριν δεν είχαν την ευκαιρία να δουν πόσα πολλά είναι.
Ποτέ πριν δεν υπήρχαν λουλούδια να τους καταλαβαίνουν, να τους απαντούν, ποτέ πριν δεν είχαν νιώσει ένα νέο συναίσθημα. Την μοναξιά.
Ποτέ πριν δεν είχαν δει το σπίτι τους σαν σύνολο από τόσο ψηλά.
Ένας ολοκαίνουργιος κόσμος εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια τους. Είδαν το ποτάμι τις πλαγιές του βουνού και το χωριό στο βάθος να τσαλαβουτά στις λάσπες.
Ποτέ πριν δεν είχαν σκεφτεί ότι ο κόσμος ήταν κάτι περισσότερο από τα λουλούδια , ότι υπήρχε ζωή ένα βήμα πιο μακριά από τις όχθες του ρυακιού. Ήταν η πρώτη φορά που είδαν τον ουρανό τόσο καθαρά μέσα στην  απεραντοσύνη του και ποτέ πριν δεν είχαν δει το ουράνιο τόξο σε όλο του το άνοιγμα.κοιτούσαν τριγύρω ήταν ότι αυτός που στέκεται δίπλα μου είναι ίδιος με μένα, και για πρώτη φορά χρειαζόντουσαν μια κοινή γλώσσα να εκφράσουν τα συναισθήματα τους και να μοιραστούν τις ολόφρεσκες σκέψεις.
Οι ρίζες άλλαζαν χρώμα τόσο γρήγορα για να προλάβουν να ανταποκριθούν σε όλα, και έτσι κατάλαβαν  ότι η μοναξιά είχε ένα χρώμα, ο φόβος είχε ένα άλλο, ενώ αλλιώς χρωματιζόταν η ανάταση.
Ήταν ό πρώτος κώδικας επικοινωνίας, αν και χωρίς συγκεκριμένη ακόμα μορφή, ήταν ξεκάθαρο  ότι είχαν μπει οι βάσεις για την πρώτη συνειδητή τους γλώσσα.




                                               ΗΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ.
Η πλημμύρα δεν άλλαξε μόνο την ζωή για τα ξωτικά αλλά και για τους χωρικούς που ζούσαν στο κοντινό χωριό.
Κατέστρεψε τις σοδειές τους, παρέσυρε τους φράκτες που ξεχώριζαν τις ιδιοκτησίες του καθενός, πλήγωσε ανεπανόρθωτα τους αχυρώνες και τις αποθήκες. Μιας και δεν είχαν μαρκάρει τα ζώα  τους, όταν η βροχή σταμάτησε κανείς δεν ήξερε πιο ζώο ανήκε σε ποιόν.
Όλα μαζεμένα σε σημεία που η βροχή δεν θα μπορούσε να τα παρασύρει, είχαν γίνει όλα ένα κοπάδι χωρίς να ξέρουν τον βοσκό.
Ήταν η πρώτη φορά για τους χωρικούς που δεν εντυπωσιάστηκαν από την μουσική που ακουγόταν από το βουνό, αν και ήταν πιο μελωδική από όσες φορές μπορούσαν να θυμηθούν. Ήταν βρεγμένοι, δυστυχείς και απόλυτα μπερδεμένοι καθώς βγήκαν έξω από τα μισοκατεστραμένα σπίτια τους για να δουν την καταστροφή που είχε κάνει η βροχή στο χωριό τους.
Κατάπληκτοι είδαν την λάσπη να έχει σκεπάσει τα πάντα. Οι κήποι τους είχαν εξαφανιστεί, οι σοδειές θαμμένες μέσα στην σκοτεινή ύλη. Τα ζώα σκορπισμένα σε κάθε κάπως απρόσβλητο σημείο.
Ήταν μπερδεμένοι,  και δεν ήξεραν τι να κάνουν πρώτα . Ούτε ο παπάς, ούτε ο αρχηγός τους είχε κάποια καλύτερη ιδέα να τους προτείνουν.
Αντί για αυτό, ο αρχηγός  τους πρότεινε να μαζέψουν κάποια χρήματα για περισσότερους φόρους, ενώ ο παπάς  τους παρακίνησε να μαζευτούν και  να προσευχηθούν  για την σωτηρία τους. Ωστόσο, κοιτώντας τριγύρω την απίστευτη καταστροφή, καμιά από τις προτάσεις φάνηκε κατάλληλη. Έτσι λοιπόν, μαζεύτηκαν στην κορφή του κοντινότερου λόφου και αποφάσισαν να ξεκινήσουν από τα βασικά.
Λίγες γυναίκες συμφώνησαν να φροντίζουν τα παιδιά μέχρι 10 χρονών. Μερικές άλλες πρόθυμα συμφώνησαν να είναι υπεύθυνες για το νοικοκυριό και συλλέγουν τροφή για να ταίσουν τους ανθρώπους του κτυπημένου χωριού.
Τα μεγαλύτερα αγόρια και κορίτσια στάλθηκαν να μαζέψουν τα ζώα και οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού ακόμα και οι γηραιότεροι, όσοι μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους άρχισαν να καθαρίσουν τους δρόμους και τις εισόδους , να απομακρύνουν  τις πέτρες και  τα ξύλα από τις αυλές και τους κήπους που είχαν έρθει από το βουνό.
Ο ιερέας πήγε παράμερα από την συγκέντρωση και άρχισε να προσεύχεται μόνος του ενώ ο αρχηγός φώναζε διαταγές προσπαθώντας να τους πείσει ότι όλη η οργάνωση ήταν δική του ιδέα, αλλά για πρώτη φορά στην ιστορία του χωριού, κανείς δεν τον άκουγε!

                           ΗΜΕΡΑ  ΔΕΥΤΕΡΗ
Ένας λαμπερός ήλιος ανέβαινε στον ουρανό, δίνοντας μια υπόσχεση για καλύτερες μέρες. Ο ουρανός ήταν ανοικτός μπλε  και δεν υπήρχε ούτε ένα σύννεφο να ρίξει μια σκιά στην ταλαίπωρη γη.
Κάτω από το χρυσό φως τα πάντα φαίνονταν δυνατά, και οι άνθρωποι ένιωθαν ένα απρόσμενο αίσθημα ευτυχίας να τους γεμίζει.
Ήταν σαν να μην ήταν οι ίδιοι πια. Όλα τα αρνητικά συναισθήματα που είχαν όταν είδαν την καταστροφή , τώρα που είχαν αποφασίσει για το τι έπρεπε να γίνει, εξαφανίστηκαν και ολοκαίνουργια συναισθήματα ήρθαν να τα αντικαταστήσουν .Ένιωθαν γεμάτοι καλή θέληση και ενέργεια, ένιωθαν ότι μπορούσαν να καταφέρουν τα πάντα. Όχι, όπως ήταν πριν, αλλά ακόμα καλύτερα !  Κανείς δεν διαφωνούσε για τίποτα ! Δεν χρειαζόταν μιας και όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, ήξεραν τις δυνατότητες και τις αδυναμίες, είχαν επίγνωση για τις ιδιαιτερότητες και τα ξεχωριστά ταλέντα του καθενός.
Η γυναίκα που πρόσεχε τα παιδιά, μιλούσε με γλυκύτητα σε όλα, ακόμα και σε εκείνο που της έκλεψε το μυρωδάτο φρεσκοψημένο ψωμί από το περβάζι της κουζίνας της.
Η μαγείρισσα δεν είχε άλλη επιλογή από το να μαγειρεύει το ίδιο για όλους, οι άντρες που καθάριζαν τα χωράφια και τους κήπους, αποφάσισαν να μην τσακωθούν για να χαράξουν καινούργια σύνορα στην ιδιοκτησία τους και μιας και δεν υπήρχε τίποτα για να στηριχτούν, έβγαλαν και τους λίγους που είχαν απομείνει, και φύτεψαν περίτεχνους κήπους γύρω στις γειτονιές.
Ήταν τόσο γεμάτοι και ικανοποιημένοι από την πρόοδο τους στην αποκατάσταση και στην οργάνωση τους, που την βραδιά πια που τελείωσαν, πήγαν για ύπνο πιο ευτυχισμένοι από ποτέ.
Οι μέρες περνούσαν αργά και η γη απορροφούσε και τις τελευταίες σταγόνες νερού που πλεόναζε πάνω στο χώμα.
Η ζωή στο χωριό έμπαινε πια σε σταθερούς καινούργιους ρυθμούς.
Τα ζώα τα μοίρασαν ανάλογα τα μέλη της κάθε οικογένειας, όχι για να τα έχουν αποκλειστικά δικά τους, αλλά να τα φροντίζουν για τον εαυτό τους, όπως και για την κοινότητα. Μερικοί φυσικά ήταν λίγο απογοητευμένοι από αυτή την καινούργια μοιρασιά, αλλά μπροστά στην γενική ατμόσφαιρα ομόνοιας που επικρατούσε ανάμεσα στους συγχωριανούς τους, δεν είπαν τίποτα.
Με την καινούργια οργάνωση του χωριού, ο αρχηγός τους πια δεν τους ήταν κατάλληλος, έτσι αποφάσισαν ότι πράγματι δεν χρειαζόντουσαν κάποιον. Αντί για αυτό, συμφώνησαν να ρωτάνε τους γηραιότερους σε κάθε πρόβλημα που εμφανιζόταν, μιας και σε εκείνο τον τόπο ακόμα, ήταν αποδεκτό ότι η πείρα είναι ο καλύτερος σύμβουλος.