Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2020

Μέρος 2ο. Η Καρμελίτα αλλάζει οπτική. Παραμύθι

 


Ενώ λοιπόν το πάρτι για την επιστροφή της Ζαχαρούλας κράτησε μέχρι το πρωί, η Καραμελίτα στριφογύριζε στο κρεβατάκι της και δεν μπορούσε να κοιμηθεί όσα προβατάκια και αν μετρούσε.

Σκεπτόταν την Ζαχαρούλα που είχε μια έκφραση διαφορετική από αυτήν που είχαν οι κάτοικοι της Κακιάς Ώρας. Δεν τσίριξε και δεν έβρισε, δεν καταράστηκε κανέναν και δεν τα έβαλε ούτε καν με τον μεγάλο ανεμοστρόβιλο. Το πιο περίεργο όμως από όλα, ήταν που ο κήπος ζωντάνεψε και όταν πήγε μετά να παίξει μόνη της, είδε με έκπληξη τα ανθισμένα λουλούδια και μύρισε μια πρωτόγνωρη μυρωδιά.

Είχε πάει να φωνάξει την μαμά της αλλά εκείνη κοίταξε με ξινισμένο ύφος γύρω της και δεν είδε καμιά διαφορά. Ίσα ίσα που μάλωσε την Καρμελίτα που την διέκοψε από τις δουλειές της.

Ο νονός της Καρμελίτα, είχε έρθει για επίσκεψη αργά το απόγευμα και αφού άκουσε με προσοχή όλα τα παράξενα που είχαν συμβεί, αποφάσισε ότι ήταν άλλη μια στριμάδα της φύσης που έχει βαλθεί να τους τρελάνει και καλά θα έκαναν να στερέωναν καλά τις τέντες, και να έκλειναν πάντα τις πόρτες γιατί ποιος ξέρει τι θα γινόταν αν ο ανεμοστρόβιλος έμπαινε από την μια πόρτα και έφευγε από την άλλη! Όλο το παλάτι θα ήταν στον αέρα να χορεύει με ότι άλλο θα είχε σηκώσει, και ποιος ξέρει μέχρι που θα έφταναν τα πράγματα τους και τι θα μπορούσαν να μαζέψουν ξανά.

ΑΑΑ, Όλα και όλα. Ο κύριος Κακορίζικος, ο νονός της Καρμελίτα, ήταν πολύ σχολαστικός και ο βασιλιάς Κακότυχος  χρωστούσε πολλά από τα πλούτη του σε εκείνον.

Τσιγκούνης και στριμμένος δεν υποχωρούσε μπροστά στα παρακάλια για βοήθεια ούτε έδινε ποτέ κάτι λίγο πάρα πάνω από όσα μάζευαν με φόρους από τους κατοίκους της Κακιάς Ώρας.

Βλέπετε παιδιά, μπορεί οι κάτοικοι να ήταν πάντα σκυθρωποί, και δύσκολα τους έπαιρνες μια κουβέντα, ιδιαίτερα καλή κουβέντα, αλλά είχαν και ένα λόγο πάρα πάνω από τους βασιλιάδες τους που αν και είχαν πλούτη δεν τα ευχαριστιόντουσαν γιατί φοβόντουσαν το κακό το μάτι, την κακιά κουβέντα, τα μάγια και τις ζήλιες των αυλικών.

Και έτσι κανείς δεν ήταν ποτέ ευχαριστημένος. Ούτε καν τα παιδιά.

Ο κ.Κακορίζικος είχε ακούσει με προσοχή την Καρμελίτα να του λέει και για τα λουλούδια του κήπου και μάλιστα πήγαν μαζί να δουν τις τριανταφυλλιές. Άδικος κόπος. Δεν είδε καμιά διαφορά όπως και η μαμά της.

Η Καρμελίτα ήταν πολύ στενοχωρημένη γιατί δεν είχε ξαναδεί τα λουλούδια έτσι όμορφα και ήθελα να το μοιραστεί με κάποιον. Βλέπετε, θέλει χρόνο και πολύ εκπαίδευση να γίνει κάποιος πραγματικά κακορίζικος και κακομοίρης και η μαμά της Καρμελίτα δεν φρόντιζε τόσο πολύ για την σωστή διαπαιδαγώγηση της μικρής της κόρης.

‘Έπεσε να κοιμηθεί λοιπόν η Καρμελίτα και το άρωμα του κήπου μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο και κάθισε δίπλα της στο μαξιλάρι μέχρι πια από το πολύ μέτρημα και συγκεκριμένα τον αριθμό 1055 , η Καρμελίτα βυθίστηκε σε έναν ύπνο γεμάτο όνειρα και εφιάλτες για ανεμοστρόβιλους που την σήκωναν ψηλά και την πήγαιναν σε άλλα μέρη που οι άνθρωποι ήξεραν να χαμογελούν.

Το πρωί ξύπνησε με καλύτερη διάθεση  και έτρεξε στον κήπο να δει πάλι τα λουλούδια. Ήταν όλα όπως τα είχε αφήσει και πριν καν πάρει το πρωινό της, πήρε ένα ποτιστήρι και άρχισε να ποτίζει μια μια τις ρίζες των λουλουδιών και των δέντρων.

Ένα ωραίο αίσθημα ικανοποίησης την γέμισε όταν τέλειωσε και αυθόρμητα ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.

Από μακριά άκουσε την φωνή της μαμάς της που την φώναζε για το πρωινό της και έσβησε γρήγορα το χαμόγελο από τα χείλη της να μην το δει κανείς και την μαλώσουν.

Όπως της έλεγε ο δάσκαλος της, ο κόσμος είναι ένα πολύ τρομαχτικό μέρος και αυτό που λέμε χαμόγελο, είναι μόνο για τους χαζούς που δεν καταλαβαίνουν την σοβαρότητα των προβλημάτων.

Τι και αν ήταν μόνο 10 χρονών? Έπρεπε και εκείνη να σηκώνει στους μικρούς της ώμους όλη την δυστυχία του κόσμου και να είναι πάντα τσαντισμένη για να ξορκίζει ότι χαρούμενο μπορούσε να τρυπώσει στην παιδική της καρδιά.

Όπως, τώρα καλή ώρα..ΩΩ,Συγνώμη, κακή ώρα ήθελα να πω, που τα λουλούδια και η Ζαχαρούλα είχαν μοιραστεί μαζί της κάτι όμορφο και αφού το καλοσκέφτηκε η Καρμελίτα, αποφάσισε να το κρατήσει μυστικό. Να μην ξαναπεί κουβέντα σε κανέναν για όλα αυτά, αλλά να συνεχίζει να φροντίζει τα λουλούδια του κήπου και να  κάνει πρόβα το χαμόγελο γιατί είχε δει στον καθρέπτη το πόσο πολύ την ομόρφαινε.

Συνεχίζεται..

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2020

Μια περιπέτεια της πριγκίπισσας Ζαχαρούλας της χώρας της Καλοχαράς. ( Παραμύθι)

 

Μια φορά και έναν καιρό, στο βασίλειο της Καλοχαράς, γεννήθηκε η πιο μικρή πριγκίπισσα του βασιλείου από την μαμά Καλομοίρα και τον μπαμπά Καλότυχο.



Το παραμύθι μας, η μάλλον, η ιστορία μας, θα μπορούσε να ξεκινά έτσι και να τελειώνει στην επόμενη φράση, με το , "Έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα" γιατί τι θα μπορούσε να πάει στραβά σε μια ιστορία που έγινε στην χώρα της Καλοχαράς σε μια πριγκίπισσα από την μαμά Καλομοίρα και ένα μπαμπά που τον λένε Καλότυχο? Τίποτα θα σκεφτεί κάποιος και λογικά δεν θα είχε άδικο.

Όμως η ζωή κρύβει πολλές τούμπες, αναμπουμπούλες, φουσκοθαλασσιές απότομες καταιγίδες και ξαφνικά μπουρίνια, που μπορεί ξαφνικά και σε μια στιγμή να στείλει κάποιον από την χώρα της Καλοχαράς στην χώρα της Κακιάς Ώρας ,εκεί που κάνει κουμάντο η βασίλισσα Κακομοίρα ο βασιλιάς Κακότυχος και αναστατώνει όλο το παλάτι από τα πεισματικά κλάματα της η πριγκίπισσα Καραμελίτα.

Ας γυρίσουμε όμως πάλι στην χαρούμενη στιγμή που γεννήθηκε η μικρούλα Ζαχαρούλα, και όλες οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα να σκορπίσουν παντού τα καλά νέα.

Όλοι ήταν τόσο χαρούμενοι και ευτυχισμένοι για τον ερχομό της πιο μικρής πριγκίπισσας στο βασίλειο γιατί οι καλοκάγαθοι κάτοικοι χαιρόντουσαν πάντα με την χαρά του άλλου και δεν έχαναν ευκαιρία να γελάσουν και ανταλλάξουν ευχές πάντα με την καλή τους την κουβέντα.

¨Στο καλό!" 'Ελεγαν,  και με χαμόγελο ξεπροβόδιζαν κάποιον!  "Καλημέρα! Καλησπέρα!" "Καλώς τον! Καλωσόρισες!" "Κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό" και πολλές άλλες εκφράσεις και λέξεις έλεγαν για να δείξουν την καλή τους διάθεση και την αγάπη τους για τον διπλανό τους.

Πόσο τυχερή ήταν η μικρή μας πριγκίπισσα που γεννήθηκε ανάμεσα σε τόσο καλομίλητους ανθρώπους που δεν στενοχωρούσαν ούτε πλήγωναν ποτέ ο ένας τον άλλον! 

Η μαμά Καλομοίρα, πετούσε στους επτά ουρανούς και στα μάτια φτερούγιζαν όλες οι ελπίδες και τα όνειρα για την μικρή της Ζαχαρούλα, ενώ ο μπαμπάς της είχε πάντα χρόνο να παίξει μαζί της λίγο μέσα στην μέρα και να την βάλει για ύπνο το βράδυ. Έτσι πέρασαν πέντε  όμορφα και ευτυχισμένα χρόνια.

Το βασίλειο της Καλοχαράς, δεν ήταν πλούσιο αλλά είχε αρκετές πεδιάδες για να καλλιεργούν ότι χρειαζόντουσαν, λίγα δάση, δυο μικρά βουνά χωρίς εκπλήξεις και φόβους, και πολλές πολλές όμορφες παραλίες με την πιο όμορφη θάλασσα για κολύμπι και παιχνίδια στο νερό για τα παιδιά, όλο το καλοκαίρι.

Οι Καλοχαρήτες δεν ήθελαν τίποτα πάρα πάνω και μετά τόσα πολλά χρόνια ειρήνης και ηρεμίας ,δεν πίστευαν πια ότι θα γινόταν κάτι που θα τάραζε την ηρεμία τους.

Ήταν ένα απομεσήμερο της τρίτης Αυγούστου. Μια Αυγουστιάτικη μέρα με πολύ παιχνίδι δίπλα στο κύμα, με κάστρα που ποτέ δεν στέριωναν οι τοίχοι και τάπερ που ποτέ δεν έκλειναν. Μια αυγουστιάτικη μέρα που το παιχνίδι δίπλα στην ακροθαλασσιά ποτέ δεν ήταν αρκετό και οι φωνές των μαμάδων ποτέ δεν ακουγόντουσαν. Αυτή την μέρα ήταν που κανείς δεν πρόσεξε μια κουκίδα τόση δα στο ορίζοντα. Κανείς δεν έδωσε σημασία σε μια εφημερίδα που πέρασε σαν αεροπλάνο πάνω από ένα σπίτι, η τα λίγα φύλλα που παράσυρε κάποιο αεράκι.

Όμως η κουκίδα μεγάλωσε και όλο κύκλωνε το κύμα, όλο σήκωνε άσπρο αφρό και θάλασσα μαζί μέχρι που φούσκωσε και έγινε ένα τρομερό τέρας που εγκυμονούσε φόβο και καταστροφή. Τα παιδιά σταμάτησαν να παίζουν και κοιτούσαν με δέος τον ανεμοστρόβιλο που όλο και πλησίαζε, οι μαμάδες ανάστατες μάζευαν τα παιχνίδια  τις πετσέτες και τα ρούχα των παιδιών, ενώ σιγά σιγά όλοι όσοι στην παραλία  άρχισαν να μαζεύουν ομπρέλες και καρέκλες και να τρέχουν στην ασφάλεια του αυτοκινήτου τους. Έτσι και η μαμά Καλομοίρα με όλη την παρέα, κρατώντας τα παιδιά σφιχτά από το χέρι προσπαθούσαν να φτάσουν όσο πιο γρήγορα γινόταν στο δικό τους αυτοκίνητο. Ένα λεπτό πριν γυρίζει το κλειδί και μισό μέχρι να ακουστεί το κλικ που ξεκλειδώνει, η Ζαχαρούλα είχε ελευθερωθεί από το χέρι της μαμάς και είχε σηκώσει τα χεράκια της ψηλά ενώ άφοβα κοιτούσε τον ανεμοστόβιλο που σήκωνε την άμμο. Και ήταν εκείνη την στιγμή που ο αέρας ρούφηξε μαζί με την άμμο την Ζαχαρούλα και την σήκωσε ψηλά πάνω από τα ανοιχτά χέρια της μαμάς της που είχαν απλωθεί μέσα στον χαμό για να την κρατήσουν, πάνω από το αυτοκίνητο και στο τέλος πάνω από τα σπίτια και τους λόφους. Γυρνούσε γύρω γύρω μαζί με τις νερό και τα ψάρια που ήταν και κείνα κατάπληκτα και σπαρταρούσαν στο κενό πάνω από την Καλοχώρα μέχρι που βγήκαν από τα σύνορα και τράβηξαν στο κέντρο της χώρας της Κακιάς Ώρας, και εκεί , σιγά σιγά εξασθένησε και λες ένα αέρινο χέρι ακούμπησε μαλακά μαλακά την Ζαχαρούλα στον κήπο που έπεσε η Καραμελίτα.

Και ενώ στο βασίλειο της Καλοχώρας υπήρχε κλάμα και οδυρμός για τον χαμό της Ζαχαρούλας, στην χώρα της Κακιάς Ώρας, είχε ξημερώσει μια άλλη μέρα . Η Καραμελίτα έτρεξε προς το μέρος της Ζαχαρούλας και χωρίς καν να αναρωτηθεί με έκπληξη για το αν είναι καλά και το πως έφτασε εκεί, της ζήτησε τον λόγο για την προσγείωση της στον κήπο. " Είναι δικός μου ο κήπος!" φώναξε και με δύναμη κτύπησε το πόδι της στο έδαφος. "Να φύγεις αμέσως! Δεν θέλω να παίξουμε μαζί!" "Μα έρχομαι από τα σύννεφα και σου έφερα και ψάρια !" είπε ψύχραιμα η Ζαχαρούλα και άρχισε να αδειάζει τις τσέπες της από τα μικρά ψαράκια που είχαν σηκωθεί μαζί της στην μεγάλη αέρινη φυσούνα.

Η Καραμελίτα άρχισε να τρέχει προς το σπίτι της φωνάζοντας "Μαμά μπαμπά, ένα κοριτσάκι κατέβηκε από τον ουρανό και έχει στις τσέπες της ψάρια!"

Η μαμά της βγήκε από το σπίτι τρέχοντας γιατί είχε δει τον ανεμοστρόβιλο αλλά δεν περίμενε ποτέ το τι θα της είχε αφήσει στην αυλή της. Πήγε κοντά στην Ζαχαρούλα και αντί να την καθησυχάσει, της είπε με στριμμένο ύφος. "Ποια είσαι? Πως σε λένε? Να έρθουν οι γονείς σου αμέσως να σε πάρουν"

"Με λένε Ζαχαρούλα,η μαμά μου είναι η Καλομοίρα και ο μπαμπάς μου ο Καλότυχος" είπε όσο μπορούσε πιο ήρεμα η Ζαχαρούλα ενώ τα κοτσίδια της είχαν χαλάσει και κρεμόντουσαν σαν λυπημένα αυτιά κούνελου.

Ο κήπος ήταν μεγάλος περιτριγυρισμένος με ένα ψηλό μαντρότοιχο με πολλές μαραμένες και απεριποίητες τριανταφυλλιές .Πάνω στα αγκάθια της πιο κοντινής πιάστηκε η κορδέλα της Ζαχαρούλας και ενώ προσπάθησε να την φτάσει ένα αγκάθι της τρύπησε το δακτυλάκι και μια σταγόνα αίμα έπεσε στο ξερό χώμα. Πόσα να αντέξει πια ένα μικρό κοριτσάκι? Τα ματάκια της θόλωσαν από τα δάκρια, τα χειλάκια της σούρωσαν και σωριάστηκε απελπισμένη στο έδαφος φωνάζοντας την μαμά της.

Ασυγκίνητη η κ.Κακομοίρα, έκανε αέρα με το χέρι της να διώξει την ζέστη που την περικύκλωνε , ρώτησε την Ζαχαρούλα αν θυμάται το τηλ της μαμάς της η του μπαμπά της.

« Μα είμαι ένα τόσο δα μικρό κοριτσάκι , που να θυμάμαι τόσους πολλούς αριθμούς» είπε κλαίγοντας η Ζαχαρούλα, “αλλά “ πρόσθεσε, «Αν πάρετε τηλέφωνο τον βασιλιά θα στείλει αμέσως να με πάρουν γιατί είμαι η πιο μικρή πριγκίπισσα» .

«Α χα! Ώστε έτσι λοιπόν!. Μια μικρή πριγκίπισσα από την Καλοχαρά! Θα μας μολύνεις το περιβάλλον! Καραμελίτα! Γρήγορα πάμε να πάρουμε τηλέφωνο!» Είπε επιτακτικά η Κακομοίρα και η Καραμελίτα έτρεξε στο κατόπι της. Με έκπληξη η Ζαχαρούλα είδε την τριανταφυλλιά που είχε στάξει το χεράκι της, να ζωηρεύει και τα τριαντάφυλλα να μυρίζουν ένα υπέροχο άρωμα που έφτασε μέχρι την καρδιά της μικρούλας και την ζέστανε σαν ένα ποτήρι ζεστό γάλα και το χάδι της μαμάς της πριν την πάρει ο ύπνος.

Σιγά σιγά, όλος ο κήπος άνθισε, και τα λουλούδια γύρισαν προς το μέρος της .

Η Ζαχαρούλα σηκώθηκε και χάιδεψε όλα τα λουλούδια αγκάλιασε όλους τους κορμούς των δέντρων και προσπάθησε να πιάσει μέχρι και τα πιο ψηλά κλαδιά.

Ήταν σαν να της μιλούσαν και εκείνη άκουγε αυτήν την σιωπηλή πολυλογία των φυτών.

Δεν είχε περάσει πάνω από μισή ώρα όταν ξαναφάνηκε στον κήπο η κ.Κακομοίρα με ένα κύριο που ολοφάνερα ήταν σωφέρ.

«Πήρα τηλέφωνο και σε περιμένουν στα σύνορα να σε παραλάβουν. Εμπρός, φεύγεις αμέσως», της είπε η κ.Κακομοίρα χωρίς καν να προσφέρει ένα ποτήρι νερό στο κουρασμένο παιδί.

Ακολούθησε τον σωφέρ στο μεγάλο αυτοκίνητο και μαζεύτηκε στο πίσω κάθισμα αμίλητη και φοβισμένη. Ανυπομονούσε να φτάσει στην μαμά της και στους καλούς ανθρώπους της χώρας της. Ήταν ολοφάνερο ακόμα και σε ένα τόσο μικρό παιδί σαν την Ζαχαρούλα ότι η καλοσύνη μπορεί να εκτιμηθεί από τα πλάσματα της φύσης εκτός από όσους ζουν στην χώρα της κακιάς Ώρας. Αλλιώς δεν θα είχαν για βασίλισσα την κ.Κακομοίρα ούτε για βασιλιά τον κ.Κακότυχο.

Αφού πέρασαν τις πεδιάδες και τα βουνά που χώριζαν τις δυο χώρες, έφτασαν στα σύνορα όπου με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της, την περίμενε η μαμά της μαζί με τον μπαμπά και πολύ κόσμο που είχε ανησυχήσει πάρα πολύ για την  υγεία της μικρούλας τους.

Όταν άνοιξε η πόρτα ξεχύθηκε σαν τον σίφουνα και κρύφτηκε στην αγκαλιά της μαμάς της. Την έσφιγγε σφικτά σφικτά όπως κρατούσε τα χρωματιστά μπαλόνια που της αγόραζαν κάθε καλοκαιρινή βραδιά και ονειρευόταν έναν ουρανό πολύχρωμο και μπαλονιένιο πριν κοιμηθεί.

Όλοι μαζί γύρισαν στο παλάτι και έκαναν ένα τρελό πάρτι για να γιορτάσουν τον γυρισμό της και εκείνη την καλοκαιρινή βραδιά, από μακριά έφτανε ένα υπέροχο άρωμα τριαντάφυλλο λες και ο αέρας είχε ποτίσει ομορφιά και καλοσύνη.

 

 

 

 

 

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

"Ο κ.Λαγοπόντης και η Κυρά Μάρω."

 Μια φορά και ένα καιρό, σε ένα σκιερό δάσος αλλά με μεγάλα λιβάδια, ζούσε ένα χαριτωμένο μικρό άσπρο λαγουδάκι με μαύρα αυτάκια.
Ήταν τόσο χαριτωμένο που αν και έκανε ένα σωρό αταξίες , πάντα βρισκόταν κάποιος να τον σώσει, να τον δικαιολογήσει ακόμα και να πάρει πάνω του τα λάθη και να πληρώνει τις ζημιές που προκαλούσε στις φωλιές των άλλων που υπήρχαν τριγύρω .
Το μικρό λαγουδάκι  στο τέλος είχε πιστέψει ότι ήταν ο βασιλιάς του κόσμου και τίποτα και ποτέ δεν θα μπορούσε να του χαλάσει την διάθεση του και να αποτρέψει τα σχέδια του για περισσότερες σκανταλιές και αταξίες.

Όμως έρχεται το πλήρωμα για όλους και όλα. Έτσι και στην περίπτωση του ήρθε η ώρα που στο λιβάδι ήρθε ένας μεγάλος λαγός.
Είχε γυρίσει όλα τα λιβάδια του δάσους και είχε φέρει μαζί του μεγάλους θησαυρούς.
Όταν άκουσε τα παράπονα για τις ζημιές του Λαγοπόντη, έτσι έλεγαν το λαγουδάκι, θύμωσε πάρα πολύ και αποφάσισε να το συνετίσει.
Ο Λαγοπόντης προσπάθησε να τον καλοπιάσει, να του κάνει κοπλιμέντα και να του πάει δώρα, αλλά ο κυρ Πλατοαυτιάς είχε ήδη μάθει ότι όλα αυτά δεν είναι παρά ένα θέατρο και ήταν πολύ αυστηρός και αποτόμος μαζί του.
Του απαγόρευσε να γυρίζει κοντά στην φωλιά του και έκλεισε όλες τις τρύπες και τα λαγούμια που είχε σκάψει για να περνάει απαρατήρητος και ο Λαγοπόντης κόντευε να σκάσει.
Σκέφτηκε να αλλάξει την συμπεριφορά του και να κάνει πονηριές σαν την αλεπού.
Όμως πως είναι δυνατόν να κάνει ένα λαγουδάκι την αλεπού?


Ένα λαγουδάκι μπορεί να είναι τόσο πονηρό όσο ένα λαγουδάκι. Ποτέ δεν θα γίνει αλεπού, όπως και η αλεπού δεν θα γίνει ποτέ άγρια σαν την τίγρη ,γιατί η τίγρη είναι τίγρη και η αλεπού αλεπού ενώ το λαγουδάκι όσα όνειρα και να κάνει για βρει τρόπους αλεπουδίσιους , το μόνο που θα βρει θα είναι την αλεπού να το περιγελά και να θέλει να το φάει.

Ο Λαγοπόντης είχε βρει τον μάστορα του και όσο περνούσε ο καιρός τόσο ξεθάρρευαν και οι υπόλοιποι και έβλεπαν το πως τους κορόϊδευε τόσο καιρό ο Λαγοπόντης .
Σιγά σιγά ο Πλατοαυτιάς απέκτησε τον σεβασμό των πληθυσμού και άρχισε να βάζει τάξη στο λιβάδι.
Όσο πιο πολύ τάξη έμπαινε, τόσο πιο πολύ ο Λαγοπόντης έμενε μόνος του και φυσούσε ξεφυσούσε χωρίς να μπορεί να βρει τρόπο να γυρίσει στις παλιές του συνήθειες.

Μια μέρα ενώ ο ήλιος έλαμπε και τα χορταράκια κιτρίνιζαν στο καλοκαιρινό αεράκι , η αλεπού βρέθηκε στο λιβάδι να μυρίζει τις εισόδους των λαγουμιών χωρίς να βρει ούτε δείγμα από τα λαγουδάκια. Όλα είχαν πάει επίσκεψη στο διπλανό λιβάδι για να δείξουν το πόσο καλά τα είχαν καταφέρει με την καθοδήγηση του Πλατοαυτιά. Ο μόνος που είχε μείνει πίσω ήταν ο Λαγοπόντης που είχε σκάψει βαθιά βαθιά και είχε χωθεί μέσα για να μη βλέπει ούτε το φως ούτε τίποτα και ήταν έτοιμος να κρατήσει την αναπνοή του μέχρι να σκάσει !
Τότε άκουσε τον βηματισμό της αλεπούς που όσο περνούσε η ώρα και δεν έβρισκε κανέναν έτρεχε πιο ελεύθερα τριγύρω.
Έφτανε υπόκωφος μέχρι το βάθος του λαγουμιού του και τότε ο Λαγοπόντης πήγε κοντά στο στόμιο του λαγουμιού και ξεφύσηξε τόσο δυνατά που μερικά χώματα πετάχτηκαν και τράβηξαν την προσοχή της αλεπούς.

Ενώ η κυρά Μάρω πλησίασε την μουσούδα της στο στόμιο της τρύπας, ο Λαγοπόντης έριχνε τα τοιχώματα του διπλανού τούνελ , που του το είχε  μισογκρεμίσει ο Πλατοαυτιάς . Το έδαφος υποχώρησε και η αλεπού βρέθηκε να πέφτει μέσα σε μια μεγάλη τρύπα . Το βάρος της έριξε ακόμα 2 χωρίσματα στα τούνελ και η αλεπού μας σαστισμένη προσπαθούσε να καταλάβει πως τα καλά του καθουμένου, βρέθηκε έτσι παγιδευμένη.
Όταν τελικά σήκωσε το κεφάλι της, είδε την χαριτωμένη φατσούλα του Λαγοπόντη να την κοιτάει περιπαιχτικά και να της τραγουδάει με αναίδεια:
Αχ κυρά Μάρω σε έπιασα
και σε έβαλα στην φάκα
και τώρα ο Πλατοαυτιάς
θα φύγει μάνι μάνι
αφού όλοι θα δούνε
ότι είμαι εγώ τζιμάνι!

Η Κυρά Μάρω δεν κάθισε να αναλύσει το ποίημα παρά άρχισε να σκέφτεται το πως θα τον ξεγελάσει για να βγει από την τρύπα που είχε πέσει.

"ΑΑΑΑ! Του είπε  με νάζι...." Πως φαίνεσαι ότι είσαι ξεχωριστός από όλους τους άλλους! Ο πιο όμορφος και σίγουρα ο πιο έξυπνος για να μη πω και ο πιο γενναίος αφού σε άφησαν μόνο να φυλάς ολόκληρο λιβάδι!"

"Nαι, είμαι ο πιο γενναίος! " Περηφανεύτηκε ο Λαγοπόντης και για μια στιγμή ονειρεύτηκε τον εαυτό του με μια γυαλιστερή πανοπλία  και ένα μεγάλο σπαθί !

¨Και σίγουρα θα είσαι και το πιο δυνατό ,χωρίς αμφιβολία! Αν και φαίνεσαι αδύναμο και μικρούλη!χμμμ!"

" Τι χμμμ!"  Θορυβήθηκε  ο Λαγοπόντης! " Είμαι πολύ δυνατός!"

" Ε, τότε για τράβα αυτό το κλαδί μέχρι σε μένα! Πιστεύω ότι μπορείς βέβαια, αλλιώς δεν θα σε άφηναν μόνο να παλέψεις με όποιον θα ερχόταν να σας κλέψει τις φωλιές, αλλά και πάλι, αν δεν το δω πως να το πιστέψω! Είναι που μοιάζεις τόσο απροστάτευτος!! "

" Φυσικά και μπορώ" Φύσιξε ξεφύσιξε και τράβηκε με όλη του την δύναμη και άλλη τόση που βρήκε κρυμμένη στην μανία του να εντυπωσιάσει την αλεπού.
Η Αλεπού άρπαξε με τα δόντια της το κλαδί, σύρθηκε έξω από την τρύπα και και τίναξε τα χώματα από την κοκκινωπή της γούνα.

Ο Λαγοπόντης άρχισε να φοβάται και να μετανιώνει αλλά ήταν ήδη αργά.
Η Τελευταία του σκέψη  θα ήταν το πόσο είχε μετανιώσει που δεν είχε πάει στο λιβάδι με τους άλλους ,αν εκείνη την ύστατη ώρα δεν ορμούσαν 2 φίλοι του  ασβοί να αφήσουν την βρώμα τους πάνω στην αλεπού και εκείνη άρχισε να τρέχει να σωθεί και να μπορέσει να πάρει μια αναπνοή.

Όταν η καρδιά του μπήκε πάλι στην θέση της, ευχαρίστησε τους ασβούς και άρχισε να καταστρώνει σχέδια για το πως θα παρουσίασε την ιστορία της αλεπούς χωρίς το ντροπιαστικό τέλος.

Άλλωστε οι ασβοί, ποτέ δεν ήταν και πολύ υπολήψιμοι στην κοινωνία τους και ο Πλατοαυτιάς είχε απαγορεύσει στα μικρά να παίζουν μαζί τους.




Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

To θαύμα του τζακοφύλακα.Ένα παραμύθι για μικρά παιδάκια, η..μήπως όχι.



Η συνέλευση   των  φυλάκων ήταν περιπετειώδης και γεμάτη φωνές.
Πολύς κόσμος στριμωγμένος στους πάγκους που ήταν αραδιασμένοι στην μεγάλη άδεια ξυλαποθήκη στην άκρη της πόλης  .
Ο Γενάρης ήταν  ο μήνας που έδειχνε ξεκάθαρα το πόσο καλή προετοιμασία είχαν κάνει από το καλοκαίρι, αν είχαν σωστά αποθεματικά και το πόσο ρυθμισμένη  ήταν η ροή καύσης σε κάθε τζάκι , με τις καμινάδες να στέλνουν στον παγωμένο αέρα τον καπνό τους που χόρευε μαζί με τα σύννεφα, η έλιωνε το χιόνι πριν ακουμπήσει στο έδαφος.
Όμως εκείνο τον χειμώνα κάτι δεν πήγε καλά στην διανομή και όλοι έψαχναν να βρουν τον υπεύθυνο από την μια, και μια λύση από την άλλη, που θα έβαζε τα πράγματα στην θέση τους ξανά και όλοι οι άνθρωποι, να έχουν μια ζεστή γωνιά στο σπίτι με το τζάκι τους αναμμένο.
Οι φύλακες των τζακιών, κτυπούσαν τις μπότες τους με ανυπομονησία στο παγωμένο τσιμέντο της αίθουσας, τα κασκέτα τους έμπαιναν και έβγαιναν νευρικά από τα κεφάλια τους ενώ οι φωνές τους γινόντουσαν όλο και πιο δυνατές όσο περνούσε η ώρα.
Δεν βρίσκαμε ξύλα, άκουγες από εδώ.
Δεν  μπορούμε να βάλουμε τζάκι στις σκηνές, άκουγες από εκεί.
Ήταν ο χειμώνας βαρύς και ο πόλεμος  ανάμεσα στις μεγάλες αρκούδες των βουνών είχε καταστρέψει πολλά δάση.    Σαν να μην έφτανε όμως  αυτό, τα χωριά ανάμεσα στα στρατόπεδα τους είχαν αδειάσει από τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να σωθούν από τον θυμό και την μανία των άγριων αυτών θηρίων που μέσα στην μανία τους δεν υπολόγιζαν τίποτα πια.
Είχαν καταστρέψει τα μελίσσια, είχαν καταστρέψει τις καλλιέργειες των ανθρώπων, είχαν αδειάσει τις αποθήκες τους και τα  είχαν κρατήσει  για να έχουν δυνάμεις μέχρι να νικήσουν, αλλά και εκείνα σιγά σιγά τελείωναν με αποτέλεσμα να έχουμε πολλές θυμωμένες αρκούδες στα δάση , πολλούς διωγμένους ανθρώπους και κατεστραμμένα χωριά.
Μαζεύτηκαν στις άκρες των πόλεων στην πεδιάδα και εκεί οι άλλοι άνθρωποι τους έδωσαν σκηνές και πρόχειρα σπιτάκια να μείνουν μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος.
Όμως ο πόλεμος δεν τελείωσε γρήγορα και ο χειμώνας ήρθε βαρύς  .
Ο θυμός δεν αφήνει ούτε τους ανθρώπους ούτε τις αρκούδες να κοιμηθούν  και έτσι εκείνη την χρονιά δεν πήγαν για την χειμερία νάρκη που οι άνθρωποι περίμεναν πως και πως μήπως και γυρίσουν πίσω να σώσουν κάτι από τις ζωές τους, η μήπως πάλι, ξυπνήσουν οι αρκούδες την Άνοιξη και δεν θυμούνται γιατί  πολεμούσαν.
Μάταιες οι ελπίδες τους βούλιαξαν στο χιόνι, και έμειναν να κρυώνουν μέσα σε πάνινες σκηνές με τον αέρα να λυσσομανά και να φέρνει από τα βουνά τις κραυγές των αρκούδων.
Οι αρχές τους είχαν καθησυχάσει ότι οι  τζακοφύλακες  κάνουν εξαιρετική δουλειά, και ποτέ κανείς  δεν είχε παράπονο από την δουλειά τους.
Μην  ανησυχείτε, τους είπαν, Δεν πρόκειται να κρυώσει ούτε μωρό, ούτε μεγάλος , ούτε γέρος. Ούτε άντρας, ούτε γυναίκα, ούτε το ξωτικό σας, ούτε η νεράιδα σας.
Η νεραιδούλα είχε τυλίξει τα φτερά της γύρω από  το μωράκι της γυναίκας που άκουγε τις υποσχέσεις με διάπλατα μάτια, ενώ το ξωτικό που την είχε ακολουθήσει, αόρατο όπως ήταν στους ανθρώπους της πόλης, του έχωσε μια μπουνιά και ο υπεύθυνος, έπιασε το στομάχι του έκπληκτος, λέγοντας, υπάρχουν επιθετικοί ιοί, καλύτερα να πάω σπίτι γρήγορα.
Μέσα στις σκηνούλες χωρούσαν άνθρωποι ξωτικά νεράιδες και κάτι λιγοστά πραγματάκια, ίσα ίσα να θυμίζουν κάτι σαν σπίτι.
Είχε αδειάσει το δάσος από τα πλάσματα του και τα ζωάκια του είχαν πάρει και αυτά τον δρόμο της προσφυγιάς ήδη από την αρχή του πολέμου.
Κανέναν πλάσμα δεν εμπιστευόταν τον άνθρωπο, παρά μόνο ο άνθρωπος και έτσι έμειναν και εκείνοι στις σκηνές πιστεύοντας τις υποσχέσεις των άλλων ανθρώπων.
Οι τζακοφύλακες   όμως ήταν ένα περίεργο μείγμα ανθρώπων με όλα τα στοιχεία όλων των πλασμάτων, ακόμα και των ζώων.
Ήταν η φωτιά που τα έλιωνε όλα , ήταν τα βουνά και  τα δέντρα που μιλούσαν μέσα τους και ήξεραν το πώς και το πότε και από πού να κόψουν τα ξύλα, ήταν η γη που τους είχε διαλέξει για το ιερό καθήκον του δώρου της   ζεστασιάς στους ανθρώπους.
Η συνέλευση αργούσε και ο εκνευρισμός ήταν έκδηλος πια σε όλους και δεν ήταν παρά όταν ήταν ήδη όλοι έτοιμοι να τσακωθούν η να φύγουν που ο αρχιτζακοφύλακας  άνοιξε την πόρτα και όλοι σώπασαν με σεβασμό.

Ήταν ψηλός  και γεροδεμένος με μια άσπρη γεννιάδα μέχρι την μέση, με τα φρύδια του πυκνά πάνω από τα μαύρα σαν λαμπερό κάρβουνο μάτια του και τα χείλη του δεν έμοιαζαν παρά μια σχισμή, μια θυμωμένη , πολύ θυμωμένη  σχισμή που άρχισε αμέσως να πετάει  κατηγορίες προς όλους όσους αμφισβητούσαν την αξιοπιστία τους και την αφοσίωση στο έργο τους.
Κανείς δεν έχει την παραμικρή απόδειξη ότι  το φταίξιμο είναι δικό μας. Πρώτα οι αρκούδες  άρχισαν τον πόλεμο, μετά οι άνθρωποι έδωσαν υποσχέσεις που δεν μπορούσαν να κρατήσουν και ζητάνε από εμάς να βάλουμε την φωτιά , που;, πείτε μου που;.. Στις σκηνές, να καούν οι άνθρωποι; .. Είναι τρελοί όλοι τους, όλοι τους παλάβωσαν και αν δεν συνέλθουν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Ναι, ναι, έχεις δίκιο, έτσι είναι. Μουρμούρισαν οι τζακοφύλακες και περίμεναν την συνέχεια.
Όμως  ο αρχιτζακοφύλακας, πιο ήρεμος τώρα, κατέβασε το κεφάλι και είπε.
Δεν ήμαστε εμείς αυτοί που θα μπορέσουμε να πείσουμε τις αρκούδες να σταματήσουν τον πόλεμο, ούτε μπορούμε να πείσουμε τους ανθρώπους να ανοίξουν τα σπίτια τους και να τα μοιραστούν με όσους ήρθαν από το δάσος.  Είναι άδικο να μας κατηγορούν, αλλά πρέπει να τους πούμε τις ευθύνες τους και να μην τα ρίχνουν σε μας.
Χμ,χμ…Ακούστηκε μια φωνή..Μπορώ να πω κάτι.
Όλοι γύρισαν και κοίταξαν τον πιο νέο τζακοφύλακα της συνέλευσης.
Ήταν ένα παιδί , ένα αγοράκι με το πιο γλυκό χαμόγελο στον κόσμο και το βλέμμα του ήταν τόσο πολύ γελαστό που η  νεραιδούλα του ποτέ δεν εγκατέλειπε τον ώμο του και ας καρβουνιαζόταν που και που.
Έχεις καμιά ιδέα νεαρέ μου.
 Ρώτησε ο αρχιτζακοφύλακας.
 Ναι, απάντησε ο μικρούλης, στρίβοντας το καπέλο του στα χεράκια του.
Σκέφτομαι, αν αντί για να μαζεύουμε τα ξύλα , να  τα χτίζαμε σε μεγάλες αίθουσες, σαν και αυτή, και βάζαμε τζάκια γύρω γύρω, θα χωρούσαν οι άνθρωποι των σκηνών μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος και γυρίσουν στο χωριό τους.
ΜΑ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΔΟΥΛΕΙΑ.
Ακούστηκαν φωνές από την αίθουσα, όμως ο αρχιτζακοφύλακας τους σταμάτησε.
Έχει δίκιο το παιδί, είπε με αποφασιστικότητα.
Μήπως είναι δουλειά των αρκούδων να είναι ξύπνιες τέτοια εποχή;  Μήπως είναι δουλειά των ζώων να τρέχουν σε ξένα δάση;  Μήπως είναι δουλειά των ξωτικών να ζουν μακριά από τα δέντρα και των νεράιδων μακριά από τις πηγές;
H, μήπως είναι δουλειά των ανθρώπων να μας κατηγορούν επειδή δεν μπορούν να προστατέψουν το είδους τους;
Ε, λοιπόν και εμείς θα κάνουμε ότι είπε ο μικρός, και όσο καιρό το χτίζουμε, ας φροντίζουν μόνοι τους την φωτιά τους .
ΩΩΩΩΩΩΩΩΩ, Φώναξαν όλοι έκπληκτοι.. Μόνοι τους…είπαν σαν υπνωτισμένοι..
Όπως το βλέπω, συνέχιζε  ο αρχιτζακοφύλακας, αφού δεν το θεωρούν ιερό για όλους τους ανθρώπους, θα μπορούμε και μεις να τους θεωρούμε, το υπόλοιπο από τους άλλους  που θα μπορούν και χωρίς την φροντίδα μας για λίγο.
Ναι, έχεις δίκιο..Φωνές ενθουσιασμού γέμισαν την αίθουσα και αμέσως άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια για το που θα έχτιζαν την νέα αίθουσα.
Τελικά δεν το σκέφτηκαν και πολύ μιας και ο χώρος στην μέση των σκηνών ήταν αρκετά μεγάλος.
Οι άνθρωποι μαζεύτηκαν στην αρχή με περιέργεια, μετά με ενθουσιασμό και όλοι μαζί, άρχισαν να κουβαλούν τα ξύλα, να τα κάνουν τοίχους χοντρούς και ζεστούς, με πάτωμα στέρεο και μεγάλα τζάκια και στις τέσσερις πλευρές.
Ήταν τόσο ενθουσιασμένοι και παρασυρμένοι από την επιτυχία τους που γρήγορα έχτισαν και μια άλλη, για να παίζουν τα παιδιά και να βρίσκουν ησυχία οι μεγάλοι.
Οι νεραιδούλες  χόρευαν τριγύρω, τα ξωτικά έφερναν νερό, οι μικροί τζακοφύλακες διάλεγαν τα καλύτερα ξύλα και οι μεγαλύτεροι έδιναν συμβουλές για το χτίσιμο.
Είχαν ήδη τελειώσει και οι οικογένειες  άρχισαν να συγυρίζουν τα υπάρχοντα τους ενώ  μεγάλες φωτιές άρχισαν να ανάβουν και τα παιδιά επιτέλους να ζεσταίνονται πρώτη φορά εδώ και μήνες.
Εν τω μεταξύ, οι άνθρωποι στην πόλη έκπληκτοι, είδαν τις φωτιές τους να σβήνουν, τους σωρούς από ξύλα στην αυλή τους να εξαφανίζονται και ανάστατοι άρχισαν να ψάχνουν να δουν τι είχε συμβεί.
Ρώτησαν στο δημαρχείο αλλά τους είπαν ότι  ο δήμαρχος είχε πάει για ξύλα στο βουνό, έτσι άρχισαν να πηγαίνουν και αυτοί.
Άρχισαν να κόβουν αδέξια τα ξύλα, τα πριόνια πήραν μπρος και ο θόρυβος τους τρόμαξε τα πουλιά που πέταξαν μακριά από τις κορφές των δέντρων.
Δεν είχαν καιρό να καλέσουν σε συνάντηση τους τζακοφύλακες, ούτε να αναλύσουν  το πώς  και το γιατί, μιας και ο χιονιάς κατέβαινε απειλητικός και έπρεπε να προλάβουν  πριν τους κλείσει το χιόνι στο βουνό. Πρόσεχαν για τις αρκούδες και οι περιπολίες τους ειδοποιούσαν αν υπήρχε κίνδυνος.
Ευτυχώς όλα πήγαν καλά και πρόλαβαν να γυρίσουν στο σπίτι τους με αρκετά ξύλα για να περάσουν το κύμα του χιονιά.
Όταν εκείνο ήρθε τους  βρήκε όλους με ζέστα και οι τζακοφύλακες ήταν πολύ περήφανοι που βρήκαν τρόπο να κρατούν ζεστούς  όλους τους ανθρώπους τους, όπως και οι άνθρωποι ήταν περήφανοι που κατάφεραν να κάνουν μόνοι τους κάτι τόσο σημαντικό όπως να κρατήσουν ζεστή την οικογένεια τους.
Οι αρκούδες κοιτούσαν από ψηλά της καμινάδες να καπνίζουν και κύματα ζεστού αέρα έφτανε μέχρι σε αυτές  με την μυρωδιά του καμένου ξύλου να γεμίζει τα ρουθούνια τους.
Στάθηκαν  μέσα στο χιόνι και αναλογίστηκαν γιατί στο καλό δεν είναι  στην ζεστή τους σπηλιά να κοιμούνται και να περιμένουν την άνοιξη.
Τι κατάφεραν παρά να διώξουν την ζωή από το δάσος και τι να το κάνουν αφού δεν έμεινε τίποτα από όσα αγαπούσαν;
Ήταν πολύ κουρασμένες για να αποφασίσουν τι να κάνουν και έτσι αποφάσισαν να κάνουν ανακωχή και να πάνε όλες για ύπνο.
Λίγος ύπνος πάντα βοηθάει, ειδικά όταν χιονίζει, είπε ο αρχηγός και απεσταλμένος αρκούδος νύσταζε αρκετά για να διαφωνίσει.
Το χιόνι απλώθηκε παντού και η νύχτα σκέπασε τα πλάσματα της.  Την Άνοιξη η ζωή θα είχε άλλη μια ευκαιρία να δείξει ότι μπορεί να είναι δημιουργική και πάντα ανίκητη.






Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

'Το βήμα του χορού που έμεινε πίσω.' Ένα παραμύθι για μικρά παιδιά.



Μια φορά και ένα καιρό, ήταν ένα βήμα χορού που ήρθε στον κόσμο μαζί με ένα  κοριτσάκι  την ώρα που άλλαζε ο χρόνος  και τα  δευτερόλεπτα έτρεχαν να ξεφύγουν από τον παλιό και να προφτάσουν τον νέο.
Πάνω στο τελευταίο δευτερόλεπτο  του χρόνου το βήμα έμεινε για ένα κλάσμα του εκατομμυριοστού του εκατοστού λίγο αναποφάσιστο πριν μπλεχτεί στο ποδαράκι της μικρούλας .
Το ρολόι κτύπησε 12, και βήματα πολλά σύρθηκαν γύρω του. Φοβήθηκε μη μπλεχτεί σε λάθος πόδια και άρπαξε το μεγάλο δάκτυλο της μπεμπούλας. Κρύφτηκε εκεί ανάμεσα στο μεγάλο και στον μέσο και άκουγε φωνούλες να σκεπάζουν την κούνια του μωρού.
Να ζήσει ευτυχισμένο, έλεγε η μία.
Πάντα καλότυχο, συμπλήρωνε μια άλλη. Ευχαριστώ ,ευχαριστώ πολύ, απαντούσε η κουρασμένη φωνή της μανούλας ενώ η  νεογέννητη μπέμπα γουργούριζε και τίναζε τα ποδαράκια της σαν να ήθελε να χορέψει τον πρώτο της χορό.Σετ με χορό — Διανυσματικό Αρχείο #10297972
Μαζί  τιναζόταν και το βήμα τρομαγμένο και  μόνο έξω από το σώμα που θα το φιλοξενούσε, παγιδευμένο στο μοιραίο εκείνο εκατομμυριοστό της αλλαγής του χρόνου.
Χρόνια πολλά, καλή χρονιά, έλεγαν τώρα οι φωνές και άκουγε φιλιά να έρχονται από ψηλά, εκεί  από όπου οι μεγάλοι έσταζαν βλέμματα αγάπης στο μωρό.
Οι  ώρες περνούσαν , το μωρό ξυπνούσε και έπινε το γάλα του, γουργούριζε ξανά και ξανά μέχρι να βρει τον δικό του ρυθμό και μαζί με αυτόν, τα βήματα που χορού μπερδεύονταν στα ποδαράκια του που τινάζονταν χορευτικά όταν έπαιζε, όταν έβλεπε όνειρα, όταν έκφραζε την χαρά του, την αγωνία του, την ανυπομονησία του, ακόμα και την οργή του όταν κάποιο μεγάλο χέρι το έπιανε άγαρμπα η το ζούλαγε σαν μια φούσκα νερό για να δει το προς τα πού θα μαζευτεί το νερό.
Οι μέρες , οι μήνες και τα χρόνια περνούσαν γρήγορα και το κοριτσάκι έμαθε να περπατά , να τρέχει να σκαρφαλώνει, να σχηματίζει μικρές πατουσίτσες στην άμμο το καλοκαίρι και αγγελάκια στο χιόνι τον χειμώνα.
Το προσωπάκι της έμοιαζε σαν ένας ήλιος που έλαμπε πάντα με τα χρυσαφένια της  ατίθασα μαλλιά να πετάγονται σαν τις αχτίνες του μέσα από τις κορδέλες, ενώ τα ματακάκια της σαν την καλοκαιρινή θάλασσα λαμπίριζαν από το εσωτερικό της φως και την φλόγα που έκρυβαν τα βήματα χορού που όσο περνούσαν τα χρόνια ζητούσαν επίμονα να αναλάβουν τον έλεγχο των κινήσεων της.
Από τα πρώτα παιχνίδια στην αγκαλιά της μαμάς και τα πρώτα τραγούδια, μέχρι και το νήπιο που άρχισαν να μπλέκονται με τα βήματα των άλλων παιδιών, τα βήματα που χορού της αναζητούσαν το βήμα που έλειπε και είχε μείνει μόνο του και παραπονεμένο να περιμένει την ιδανική στιγμή να πιαστεί και αυτό με όλα τα άλλα, εκεί ανάμεσα στο μεγάλο δάκτυλο και στον μέσο.
Του φώναζαν και το καλούσαν αλλά η αόρατη κουρτίνα του χρόνου έμενε πάντα αδιαπέραστη και συμπαγής προξενώντας μεγάλο πόνο στο αποκλεισμένο βήμα.
Πότε πότε, όταν η μικρούλα κοιμόταν τολμούσε να ξεφύγει από την κρυψώνα του και να δοκιμάζει μόνο του να βρει τον ρυθμό του. Την μια μπορεί να ακολουθούσε τα βήματα κάποιου άλλου μέσα στο σπίτι, την άλλη της μουσικής που ακουγόταν από το ραδιόφωνο η την τηλεόραση, όμως η αγωνία του να μην χαθεί μακριά από την μικρούλα ήταν τόσος μεγάλος που ποτέ δεν μπορούσε πραγματικά να αφεθεί και να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο μακριά της.
Παρόλα αυτά μάθαινε και εκείνο τον κόσμο και τους χιλιάδες ήχους  που θα μπορούσαν να ταιριάξουν με κάποιο συναίσθημα. Μάθαινε το νόημα των λέξεων που θα μπορούσαν να μπουν σε ένα τραγούδι, να περιγράψουν μια ιστορία . Μάθαινε την φύση και τα πλάσματα της  στις εκδρομές και τις βόλτες της μικρούλας  . Έμαθε για τα βήματα που έχουν τα πουλιά πριν να πετάξουν από την φωλιά τους για πρώτη φορά, έμαθε για τον ρυθμό που τρέχουν οι αλεπούδες όταν κυνηγούν το βράδυ όπως και τον φοβισμένο χορό των θηραμάτων τους  που έτρεχαν να ξεφύγουν μακριά τους.
Όσο πιο πολύ περνούσαν τα χρόνια , τόσο πιο ασφαλές αισθανόταν το βήμα να απομακρύνεται από το κορίτσι  μιας είχε μάθει πια τους δρόμους  και τους τρόπους να γυρίζει πάντα πίσω χωρίς να χάνεται και η στεναχωριέται τόσο πολύ.
Άλλωστε σαν βήμα χορού, μπορούσε να βρίσκει δρόμους μέσα από τα συναισθήματα που με τον καιρό έμαθε με το όνομα τους. Φόβος, ανησυχία ελπίδα σιγουριά, δύναμη απελπισία μοναξιά , ανυπομονησία προσμονή ,χαρά λύπη ακόμα και χαρμολύπη, όλα είχαν ένα όνομα , όλα ανήκαν παντού και όλα συνδέονταν με μια αόρατη αλυσίδα που δεν έσπαγε ποτέ και πάνω της το βήμα ακολουθούσε τον ρυθμό της ζωής.
Το κορίτσι μεγάλωσε , έγινε μια όμορφη κοπέλα που βρήκε τα βήματα του έρωτα της  και εκείνη όπως και η μητέρα της θα έφερνε στον κόσμο το δικό της παιδί στην αλλαγή του χρόνου.
Σε εκείνα τα δευτερόλεπτα της αλλαγής του χρόνου όπου το νέο μωρό ερχόταν στο κόσμο, το βήμα βρήκε το κενό στον χρόνο και πήδηξε την τελευταία στιγμή για να συναντήσει τα υπόλοιπα βήματα που είχε αφήσει πίσω τόσα χρόνια πριν.
Τα βήματα συναντήθηκαν και ξεπροβόδησαν όλα μαζί  τα βήματα του μωρού προσέχοντας να μη ξεμείνει κανένα πίσω πάλι , και η αλήθεια είναι ότι ποτέ οι νοσοκόμες δεν είχαν ξαναδεί την ζωή να υποδέχεται μωρό με τόσο ρυθμό και χορευτικές κινήσεις.


Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

O πρίγκηπας Παραμή και η πριγκίπισσα Θάκη. Για μικρά αλλά και μεγάλα ...παιδιά.

Μια φορά και έναν καιρό, που ο καιρός ήταν πολύ πριν και αρκετά μετά, σε ένα μακρινό βασίλειο ζούσε ήρεμα και ευτυχισμένα ο πρίγκηπας Παραμή .
Ο πρίγκηπας Παραμή μπορεί να μην ήταν φιλόδοξος, αλλά εκτιμούσε ότι  άφησαν οι προηγούμενοι και διοικούσε με την δύναμη του στρατού του και την δικαιοσύνη των νόμων του.
Οι υπήκοοι του δεν είχαν κανένα παράπονο και έσκυβαν με σεβασμό στο πέρασμα του.
Τους εξασφάλιζε μια ζωή που μπορούσαν να κάνουν όνειρα και ο κύκλος της ζωής τους δεν διακοπτόταν συνήθως με κάποιο βίαιο τρόπο.


Αν και τα καλοκαίρια ήταν ζεστά και οι χειμώνες ήπιοι, μια παγωνιά είχε τρυπώσει εκείνο το Φθινόπωρο στην καρδιά του Παραμή.
Τα χρόνια περνούσαν και το γκρίζο αντικαθιστούσε σιγά σιγά το βαθύ μαύρο χρώμα στα μαλλιά . Η μοναξιά του μεγάλωνε κάθε μέρα και πιο πολύ . Μεγάλωνε τόσο που δεν έβρισκε πια παρηγοριά στα χαμόγελα και τις ζεστές κουβέντες των υπηκόων του, ούτε στα δώρα των καλών του γειτόνων.
Η πριγκίπισσα που θα του ζέστανε την καρδιά δεν είχε έρθει ακόμα στον δρόμο του και είχε πια πειστεί πως μάταια περίμενε το ιδανικό του ταίρι.
Διάνυσμα σκίτσα με ευτυχής πρίγκιπες και πριγκίπισσες. σκίτσο σε σελίδα σημειωματάριων — Διανυσματικό Αρχείο #31526715
Όπως γίνεται και τούτον το καιρό, έτσι γινόταν και τότε που ο καιρός ήταν πολύ πριν και αρκετά μετά, τα ξαφνικά που φέρνουν το καλό, αλλάζουν την ζωή μας και η απογοήτευση μετατρέπεται σε ελπίδα.

'Ηταν σε μια από τις τυπικές επισκέψεις στο εργοστάσιο υφαντουργίας που είδε μια όμορφη κοπέλα να εξετάζει μερικά υφάσματα.
Έσκυψε το κεφάλι μπροστά στον Παραμή και οι όμορφες της μπούκλες της σκέπασαν το πρόσωπο.

Ο γλυκός αέρας του πρωινού έφερνε αρώματα από τους γύρω λόφους και ήταν λες και όλες του οι αισθήσεις του ψιθύριζαν ότι αυτό ήταν το πεπρωμένο του.

Την ρώτησε το όνομα της και του απάντησε, Θάκη.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και η Θάκη συστήθηκε από τον Παραμή από μεγάλο μπαλκόνι του παλατιού του στους υπηκόους του ,σαν την πριγκίπισσα τους.
Ο κόσμος φώναξε ζήτω, γελούσε και χαιρόταν με την χαρά του πρίγκηπα τους, ευγνωμονούσαν και την καλή τους τύχη που η Θάκη ήταν πάντα τόσο καλή και ευγενική με όλους.
 Κάθε μέρα από τότε που έγινε ζευγάρι με τον Παραμή, νοιαζόταν και φρόντιζε όσους είχαν ανάγκη, όσους της ζητούσαν συμβουλές, όσους είχαν μια πληγωμένη καρδιά και πονεμένη ψυχή.

Ο λαός ήταν χαρούμενος γιατί ένας ικανοποιημένος λαός δεν έχει εμπάθεια για τον τίμιο πρίγκηπα του. Δεν ζηλεύει τα πάρα πάνω πλούτη δεν αναρωτιέται για την δική του μοίρα. Ο λαός που δέχεται την φροντίδα και την αγάπη , την δικαιοσύνη και την συμπόνοια, κάνει προσευχές να έχει ο πρίγκηπας τους πολλά πολλά χρόνια ζωής και προσωπική ευτυχία.

Πράγματι, οι ευχές τους εισακούστηκαν και σε λίγους μήνες η Θάκη γέννησε ένα πανέμορφο μωρό.
Ένωσαν τα ονόματα τους και τον έβγαλαν Παραμηθάκη.

Έτσι ο Παραμηθάκης μεγάλωνε γαλήνια σε μια εύφορη γη και δροσερά ποτάμια. Μάθαινε να παίζει με όλα τα παιδιά στους λόφους και την ακροθαλασσιά και οι μεγάλες σάλες ήταν πάντα γεμάτες από τα παιδιά που τιτίβιζαν σαν τα πουλιά στα δέντρα.

Και έζησαν αυτοί καλά και εκείνοι ακόμα καλύτερα. Χωρίς κακούς, χωρίς δράκους, χωρίς αδικίες και μίσος.
Βλέπεις δεν ήταν παρά τότε που ο καιρός ήταν πολύ πριν και αρκετά μετά, και τα παραμύθια διαρκούσαν μια ολόκληρη ζωή.


Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Η νεράϊδα της οκλαής.


" Γιαγιά, πιστεύεις στις νεράϊδες?" ρώτησε η Μυρτώ καθισμένη στο καρεκλάκι δίπλα στον σοφρά όπου τα φύλλα άνοιγαν σχεδόν μαγικά από την αεικίνητη γιαγιά της.
"Η καλύτερη νεράϊδα, κρύβεται μέσα στην οκλαή" της είπε με νόημα και συνέχισε να ανοίγει την ζύμη σε έναν ολοστρόγγυλο κύκλο μέχρι που έγινε ένα διάφανο στρογγυλό τραπεζομάντηλο πάνω στον σοφρά.

Η Μυρτώ την παρακολουθούσε σκεφτική και έφερνε ξανά και ξανά στο μικρό της μυαλουδάκι την φράση της γιαγιά της.
"Μα πως είναι δυνατόν να έχει η οκλαή νεράιδα?Τα βιβλία που της διάβαζε η μαμά της το βράδυ, έλεγαν για αέρινες νεράϊδες, ψηλές και λιγερόκορμες, με μαλλιά που ανέμιζαν στον άνεμο και στολισμένα με λουλουδένια στεφάνια.
Έλεγαν για τις νεράίδες των ποταμών και του δάσους, ακόμα και της θάλασσας , αλλά ποτέ για πράγματα και τόσο...μα τόσο..πεζά όπως η οκλαή.
Άλλωστε η Μυρτώ , μπορεί να το έκρυβε από όλους ,αλλά όχι και από τον εαυτό της , ότι την φοβόταν και λίγο την οκλαή.
"Θα σε πάρω δυο βόλτες με την οκλαή να μάθεις εσύ!" της έλεγε  απειλητικά πότε πότε η μαμά της, όταν δεν καθόταν να διαβάσει τα μαθήματα της η όταν δεν έλεγε που πήγαινε να παίξει και όλοι έβγαιναν στους δρόμους να την ψάξουν, μέχρι να την δουν να γυρίζει αμέριμνη και αναψοκοκκινισμένη από το παιχνίδι στις γειτονιές.

Εκείνο το Πάσχα όμως, η Μυρτώ βασάνιζε το επτάχρονο μυαλουδάκι της με τον γρίφο των ξωτικών και των νεραίδων.
Στην ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας πίστευαν, τα παραμύθια ήταν γεμάτα, οι ιστορίες που έλεγε ο παππούς από τότε που ήταν μικρός στο χωριό διαβεβαίωναν την ύπαρξη τους, όμως στο κατηχητικό ο παπά Φώτης το είχε ξεκόψει μια και έξω.."Αυτά είναι πράγματα που διαβόλου  και να μην σας ξανακούσω να τα λέτε! " της είπε απότομα και αμέσως ξεκίνησε να τους περιγράφει τον ιστορία του δράκου και του Άϊ Γιώργη.
"Πάτερ!" τον διέκοψε η Μυρτώ. "Υπάρχουν τελικα΄οι δράκοι πράγματι?"
Το βλέμμα του παπά  Φώτη την έκανε να μαζευτεί στην καρέκλα της και να κρυφτεί πίσω από την Ελένη που ποτέ δεν έφερνε αντιρρήσεις και κυρίως , ποτέ δεν έκανε ενοχλητικές ερωτήσεις.

Η μυρωδιά της ψημένης πίτας γέμισε το σπίτι και το τυράκι που έλιωνε μύριζε τόσο προκλητικά που η Μυρτώ άρπαξε μια γωνίτσα και την τράβηξε με λαιμαργία.
Η γιαγιά της έτεινε την οκλαή απειλητικά .."Να έχεις υπομονή! Θα καείς! Και κοίτα να δεις! Μην νευριάζεις την νεράϊδα! 

Για άλλη μια φορά μαζεύτηκε η Μυρτούλα φοβισμένη στην γωνιά της.

Το βράδυ ονειρεύτηκε μια στρογγυλή νεραϊδούλα να ξεπηδάει μέσα από την οκλαή και να πετάει γύρω από το κεφάλι της.
Τα  φτερά της άγγιζαν το ένα το άλλο, τα μαλλιά της ένα με το στρογγυλό της πρόσωπο ,τα χέρια μπερδεμένα και αυτά ενώ συνέχισε να πετά σε κύκλους και να της λέει με μια λεπτή και μελωδική φωνή..." ζήτησες και ήρθα και θα μείνω μαζί σου για πάντα και πάντα!"

H Mυρτώ πετάχτηκε πάνω αλαφιασμένη και φοβισμένη από το όνειρο που δεν  ήξερε αν έπρεπε να το πει εφιάλτη και έκανε πολύ ώρα μέχρι να μπορέσει να κοιμηθεί ξανά αφού στο τέλος την πήρε το παράπονο μιας και από όλες τις όμορφες νεράϊδες που είχε φανταστεί και είχε δει στα βιβλία , εκείνης της έτυχε η ολοστρόγγυλη της οκλαής.

Την άλλη μέρα δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω της και την έσπρωξε μάλιστα με το δάκτυλο να δει αν γίνει κάποιο  απρόσμενο θαύμα , αλλά τίποτα, Όλα στην θέση τους και η οκλαή με λίγα ξεραμένα ζυμαράκια που δεν έλεγαν να βγουν.

Τα χρόνια πέρασαν και το όνειρο ξεχάστηκε. 
Η Μυρτώ μεγάλωσε και έμαθε να κάνει πίτες, κουλουράκια, ψωμάκια, το ένα καλύτερο από το άλλο.
Όλοι είχαν να πουν έναν καλό λόγο για την επιδεξιότητας της και για την μοναδική μαστοριά της.Η οκλαή , η ίδια οκλαή της γιαγιάς της , στα δικά της χέρια τώρα, άνοιγαν τα φύλλα σαν τραπεζομάντηλα πάνω στον σοφρά.
Η δική της εγγονή καθόταν τώρα στο σκαμνάκι δίπλα της και την παρακολουθούσε να ανοίγει το ένα φύλλο μετά το άλλο.
"Γιαγιά, πιστεύεις στις νεράίδες?" 
Γύρισε και κοίταξε με έκπληξη το μικρό κοριτσάκι που ήταν στην ηλικία της όταν είχε κάνει την ίδια ερώτηση στην δική της γιαγιά.
Kαι τότε κατάλαβε το τι ήθελε να πει η γιαγιά της  τόσα χρόνια πίσω στον ψεύτη χρόνο, που όλο λέει ότι δεν περνάει και όμως φεύγει τόσο γρήγορα. Τόσο γρήγορα που αν  αφαιρεθείς λίγο νομίζεις ότι είσαι εσύ που κάθεσαι στο σκαμνάκι και όχι η εγγονή σου.
Αναστέναξε η Μυρτώ , σκούπισε τα χέρια της και αγκάλιασε  τη μικρή Μυρτώ. " Ναι μωρό μου, πιστεύω στις νεράϊδες και οι καλύτερες είναι στα πράγματα που μας κάνουν να μοιραζόμαστε αγάπη και προκοπή"
Η μικρούλα ευχαριστήθηκε με την απάντηση της και έπιασε ένα ζυμαράκι να κάνει την δική της μικρή πιτούλα.
Το βράδυ εκείνο, μετά από 50 ολόκληρα χρόνια, η νεράϊδα της οκλαής, ξαναήρθε στον ύπνο της Μυρτώς.
Πετούσε όπως και τότε όλο τριγύρω και την ρώτησε και την μελωδική της φωνή.
"Θέλεις να μείνω και μαζί με την Μυρτούλα?"
"Δεν θα μπορούσα να ζητήσω τίποτα καλύτερο αγαπημένη μου νεράϊδα" της απάντησε η Μυρτώ και χαμογέλασε γαλήνια στον ύπνο της.


Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Ο Λύκος και τα 7 κατσικάκια σε νέα έκδοση. Παραμύθι.

Μια φορά και ένα καιρό, στην άκρη ενός  μικρού  χωριού  πάνω στην Όχη στην Νότια Εύβοια που το έλεγαν Άνεμο, ζούσε μια κατσικούλα με τα επτά κατσικάκια της.
Ο μπαμπάς τράγος, είχε πάει στην άλλη άκρη του βουνού να μαζέψει σπάνια φυτά που άρεσαν πολύ στα κατσικάκια, και έτσι η κατσικούλα είχε μείνει μόνη να προσέχει τα κατσικάκια.
Οι μέρες περνούσαν και τα εφόδια λιγόστευαν και όσο και να μην ήθελε να τα αφήσει μόνα τους, στο τέλος το πήρε απόφαση ότι έπρεπε να πάει στο χωριό να αγοράσει ότι χρειαζόταν .
Τα μάζεψε τα κατσικάκια και τους εξήγησε για ακόμα μια φορά να προσέχουν τον λύκο, να μην ανοίξουν την πόρτα σε καμιά περίπτωση και να περιμένουν υπομονετικά μέχρι να γυρίσει.

"Εντάξει μαμά"! Φώναξαν τα κατσικάκια και χαρούμενα άκουσαν το κλειδί να γυρίζει 3 φορές .
Άρχισαν να χορεύουν να πηδάνε εδώ και κει, να πετάνε μαξιλάρια το ένα στο άλλο, και να κάνουν τις συνηθισμένες σκανταλιές που κάνουν όλα τα μικρά όταν είναι μόνα τους στο σπίτι.

Εν τω μεταξύ ενώ η μαμά κατσίκα απομακρυνόταν, ο λύκος που παρακολουθούσε το απομακρυσμένο σπίτι τους , άρχισε να ξερογλείφεται μιας και θεωρούσε δεδομένο το καλύτερο γεύμα εδώ και καιρό.
Η μόνη του απορία ήταν το πιο κατσικάκι να φάει πρώτο και πιο να αφήσει για το τέλος.
Έτσι πήγε καμαρωτός καμαρωτός, και κτύπησε την πόρτα.
"Ανοίξτε μικρά μου! γύρισα! Είμαι η μαμά σας!"

Tα κατσικάκια δεν τον άκουσαν αμέσως γιατί έπαιζαν και φώναζαν, και έτσι ο λύκος αναγκάστηκε να φωνάξει δυνατότερα, αλλά έτσι η φωνή του έγινε ξεκάθαρο στα κατσικάκια ότι ήταν ο λύκος και φώναξαν όλα μαζί,
"Φύγε κακιέ λύκε! Φύγε !"

Θύμωσε ο λύκος και γύρισε να φύγει φουρκισμένος, σκεπτόμενος το πως θα ξεγελάσει τα  κατσικάκια. ΄Έτσι πήγε στο πρώτο σπίτι  που συνάντησε και βούτηξε από την απλωταριά μια ρόμπα και ένα μαντήλι. Τα φόρεσε και προσπάθησε ξανά να ξεγελάσει τα κατσικάκια.
"Τοκ τοκ τοκ" κτύπησε την πόρτα.
"Ποιος είναι" φώναξαν τα κατσικάκια μιας και είχαν εξαντληθεί από το παιχνίδι και είχαν ηρεμήσει.
"Εγώ είμαι ! η μαμά σας! γύρισα!"
Το μικρότερο έβαλε το κεφαλάκι του στο πάτωμα και είχε την μαύρη πατούσα του λύκου και όλα μαζί φώναξαν για άλλη μια φορά,
"Φύγε κακιέ λύκε! φύγε!"

"A να χαθείτε παλιοκατσικάκια! Δεν πρόκειται να μου γλυτώσετε! θα σας φάω!" Φώναξε ο λύκος και τα κατσικάκια αγκαλιάστηκαν και άρχισαν να τρέμουν από τον φόβο τους. Μετά, έβαλαν ακόμα μια καρέκλα πίσω από την πόρτα και έλεγξαν για άλλη μια φορά το παράθυρο.

Ο λύκος γύριζε ανάμεσα στις αστοιβιές και από τα νεύρα του δεν πρόσεχε που πατούσε και γέμισε αγκάθια που τον νευρίαζαν ακόμα πιο πολύ. Στο τέλος εξαντλημένος κάθισε να ξεκουραστεί πάνω σε μια πέτρα που του άφησε μια ασπρίλα στην πατούσα του.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει και το σκοτάδι δεν θα αργούσε να σκεπάσει τον κόσμο , και τότε του ήρθε η ιδέα να πασπαλίσει την μουσούδα του και τις πατούσες του με άσπρη σκόνη και να ξαναβάλει την ρόμπα και το μαντήλι για να ξεγελάσει τα κατσικάκια.
Ενθουσιασμένος από την ιδέα, ξέχασε τον πόνο από τα αγκάθια και έτρεξε για άλλη μια φορά στο κατώφλι του μικρού σπιτιού.
"Τοκ τοκ τοκ"
"Ποιος είναι?"
"H μαμά σας! γύρισα! ανοίξτε μικρά μου! Σας έφερα πολλά δώρα!"

Τα κατσικάκια ενθουσιάστηκαν και κοίταξαν από το παράθυρο, κοίταξαν κάτω από την πόρτα και ξεγελάστηκαν πράγματι από το μασκάρεμα του λύκου. Άνοιξαν την πόρτα χαρούμενα και ενθουσιασμένα για τα δώρα που πίστευαν ότι θα έβλεπαν μπροστά τους. Αντί για αυτό, είδαν τον λύκο να πετάει την ρόμπα και το μαντήλι και να πατάει με την μαύρη του πατούσα την ουρά του ενός, ενώ άρπαζε με την άλλη του το άλλο.
Το ένα μετά το άλλο, τα κατσικάκια, όσο και να προσπαθούσαν να γλυτώσουν την κακή τους μοίρα, χάθηκαν μέσα στο μεγάλο στόμα του λύκου, εκτός από το μικρό που κρύφτηκε στο μεγάλο ρολόι κούκο που ήταν και οικογενειακό κειμήλιο και το είχαν λαδώσει την προηγούμενη βδομάδα.

Κρύφτηκε και έτρεμε και η καρδούλα του κτυπούσε τόσο δυνατά που μπέρδεψε το κτύπημα του ρολογιού με την καρδιά του και δεν ήξερε ποιος χτύπος ήταν ποιος!
"Αχ μανούλα μου που είσαι?" Έκλαιγε από τον φόβο του, έκλαιγε για τα αδέλφια του, έκλαιγε για την μαμά του , έκλαιγε και μετάνιωνε που ζήτησε από τον πατέρα του να πάει να του φέρει τα νόστιμα χορταράκια που του άρεσαν τόσο πολύ.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο λύκος έφυγε. Μια ησυχία απόκοσμη απλώθηκε στο ανάστατο σπίτι και το τικ τακ του ρολογιού ήταν η μόνη του παρηγοριά.
Πάνω στο τελευταίο χτύπο του 8, άκουσε επιτέλους την τρομαγμένη φωνή της μαμάς του.
"Που είστε κατσικάκια μου! Θε μου τι έγινε?"
"Aχ μανούλα μου! ήρθες!" Άνοιξε την πορτούλα του ρολογιού και έτρεξε να αγκαλιάσει την μαμά του το μικρό μας κατσικάκι και μετά της είπε με το νι και με το σίγμα το πως τους ξεγέλασε ο κακός ο λύκος.
Η κατσικούλα μας όμως δεν έχασε την ψυχραιμία της. Άνοιξε το κουτί με τα ραπτικά, πήρε ένα ψαλίδι, πήρε και πολύ κλωστή , γερή γερή, και τράβηξε μαζί με το κατσικάκι να πηδάει ανήσυχο από πίσω της, να βρει τον λύκο
Πράγματι τον βρήκε να κοιμάται του καλού καιρού  δίπλα στο ποταμάκι κάτω από ένα μεγάλο πλατάνι.

Η κατσικούλα με αποφασιστικές κινήσεις, άνοιξε την κοιλιά του λύκου και ένα ένα με την σειρά, πετάχτηκαν έξω τα κατσικάκια της που την αγκάλιασαν και την φιλούσαν.
"Αφήστε τα αυτά τώρα! Μαζέψτε πέτρες να γεμίσουμε την κοιλιά του λύκου!"
Πράγματι τα κατσικάκια μάζεψαν πολλές πετρούλες και σιγά σιγά γέμισαν την κοιλιά του λύκου και μετά η κατσικούλα την έραψε καλά καλά, και μετά , με δυο τρις δυνατές σπρωξιές, κύλησαν τον λύκο μέχρι που έπεσε στο ποτάμι!

Αφού τον είδαν να βυθίζεται και να σταματούν οι φυσαλίδες, πήραν τον δρόμο στο φως του φεγγαριού να γυρίσουν στο σπίτι τους, όπου εξαντλημένοι από τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες την ημέρας , τακτοποίησαν τα ψώνια και έπεσαν για ύπνο.

Την άλλη μέρα το πρωί, και ενώ η κατσικούλα έφτιαχνε τον χυλό για το πρωινό των μικρών της, ένα άνθρωπος της κτύπησε την πόρτα.
"Παρακαλώ?" ρώτησε με απορία η κατσικούλα, αφού οι άνθρωποι απέφευγαν να πλησιάζουν τα σπιτάκια που ήταν στις άκρες του χωριού και ζούσαν κατσικούλες.
"Με συγχωρείται για την ενόχληση κυρία κατσίκα" είπε ο άνθρωπος που ήταν μια κοπελίτσα πολύ μεγάλη για τα χρόνια της κατσίκας γύρω στα 30. Η κατσικούλα πάντα ήταν περίεργη για το τι κάνουν τόσα χρόνια ζωής οι άνθρωποι αλλά θεώρησε ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να λύσει τις απορίες της. Έτσι λοιπόν ρώτησε ευγενικά τι ήθελε στην πόρτα της πρωί πρωί.

"Ξέρετε  κυρία κατσίκα, είμαι από τον ΑΡΤΟΥΡΟ και ψάχνω τον λύκο που ζει εδώ γύρω. Μήπως τον είδατε?"
Ξεροκατάπιε η κατσικούλα και είπε ένα αφηρημένο .."παρακαλώ? δεν ξέρω τι εννοείται"
"Να σας εξηγήσω" άρχισε η άνθρωπος και της είπε ότι ο λύκος ανήκει στα είδη προς εξαφάνιση και το τοπικό γραφείο είχε αναλάβει την καταγραφή τους και παρακολουθούσαν την διαβίωση τους.

"Τι ακριβώς εννοείται ,με το ..διαβίωση"? ψέλλισε η κατσικούλα και έκανε νόημα τα κατσικάκια που εκείνη την ώρα άρχισαν να μαζεύονται γύρω από το τραπέζι, να πάνε ξανά στο δωμάτιο τους και να μείνουν εκεί.
Τα κατσικάκια ήταν τόσο φοβισμένα που δεν τόλμησαν να βγάλουν έστω ένα κιχ και εξαφανίστηκαν αμέσως.
"Tι ωραία ανατροφή τους έχετε δώσει! μπράβο σας κυρία κατσίκα!" "Ευχαριστώ πολύ" απάντησε η κατσικούλα, και μετά ρώτησε κάπως ανήσυχη.."Και τι τρώει ο λύκος που σας ενδιαφέρει τόσο πολύ?"
"Τρώει λαγούς, πουλιά, κότες..." τέτοια πράγματα, αλλά πολλά ζώα χάθηκαν στις φωτιές, και τα θηράματα λιγόστεψαν για τον καημένο τον λυκούλη μου!" είπε η άνθρωπος και αναστέναξε λυπημένη..
Η κατσικούλα κατάπιε, ξεροκατάπιε την περιέργεια της αλλά στο τέλος ρώτησε την άνθρωπο.."και αν κάποιος τον έχει σκοτώσει"?
"A πα πα!! μην λέτε τέτοια λόγια κυρία κατσικούλα! Αν τον πιάσω θα πεθάνει στην φυλακή! Είναι έγκλημα , δεν το ξέρεται?"
"Τι να ξέρω και γω..μια απλή και αδύναμη κατσικούλα είμαι. Αν τον δώ θα σας ειδοποιήσω.."συμπλήρωσε ευγενικά αλλά αποφασιστικά οδήγησε στην έξοδο την άνθρωπο που έψαχνε τον λυκούλη της, τον ίδιο λύκο που είχε φάει το ένα μετά το άλλο τα μικρά της κατσικάκια.

Είχαν φάει πια το φαγητό τους, και έλεγαν για άλλη μια φορά το πως τους ξεγέλασε ο κακός ο λύκος, όταν είδαν από το παράθυρο μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων να περνάει έξω από το παράθυρο της.
Γεμάτη περιέργεια άνοιξε την πόρτα να δει τι στο καλό κάνουν στην γειτονιά της ακόμα μια φορά οι άνθρωποι. Ο κύκλος άνοιξε και πάνω σε ένα φορείο ήταν ο λύκος λιπόθυμος αλλά ακόμα ζωντανός.
Η άνθρωπος που τον έψαχνε είχε οργανώσει ομάδα με τους φιλόζωους του χωριού και είχαν οργώσει όλη την πλαγιά μέχρι που τελικά τον βρήκαν. Όλα της τα είπε με περηφάνια όταν την είδε να προσπαθεί να καταλάβει του τι συμβαίνει.. "Ναι ναι..."πρόσθεσε η κατσικούλα.."μπράβο μπράβο..μόνο πρόσεξε να μην τον αφήνεις νηστικό..γιατί αυτός..ουυυυυ  μέχρι και πέτρες τρώει από την πείνα του!"


ΜΑΖΕΥΟΥΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΕΤΑΡΤΗ 27/1! ΟΧΙ ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΗΣ ΟΧΗΣ ΚΑΙ ΔΙΠΛΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΣΤΑΝΟΛΟΓΓΟ!

  Αντί Αιολικό Μέτωπο Καρυστίας ΜΑΖΕΥΟΥΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΕΤΑΡΤΗ 27/1! ΟΧΙ ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΗΣ ΟΧΗΣ ΚΑΙ ΔΙΠΛΑ ΑΠ...