Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναμνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 3 Απριλίου 2016

Αναμνήσεις από το σπίτι της γιαγιάς μου στο Νικάσι.

Κροτάλιζαν οι οπλές του αλόγου στις πλάκες τις θολωτής αυλής και τα παιδιά φώναξαν με ενθουσιασμό, "Ήρθε το άλογο", και ΄΄ετρεξαν στις σκάλες για να το προλάβουν πριν το πάει ο θείος τους να το δέσει στο χωράφι.

Έτρεχαν γύρω του και κείνο σαστισμένο τίναζε την χαίτη και το κρεμασμένο ταγάρι από κόκκινο υφαντό τιναζόταν και αυτό και οι φούντες του έπαιζαν στον αέρα.

"Θείε θα μας πας βόλτα?" παρακαλούσαν του κάκου πίσω από την πλούσια ουρά του αλόγου που σιγά σιγά πέρασε μέσα από το σμάρι των παιδιών. Κατέβηκε τις φαρδιές σκάλες, πέρασε τον φούρνο και κατέβηκε το μονοπάτι που πήγαινε στο πηγάδι.

Έτρεξαν ξανά μέχρι όλοι μαζί για να δουν ποιος θα φτάσει πρώτος στο πηγάδι και ο τελευταίος είχε για τιμωρία να ανεβάσει την ξεχασμένη στάμνα που περίμενε κάποιο χέρι να την ανεβάσει μέχρι την κουζίνα, στον δεύτερο όροφο του σπιτιού.

Ήταν ένα πολύ όμορφο σπίτι με τρία μεγάλα δωμάτια όλα στην σειρά. Τα παράθυρα άνοιγαν στον νοτιά και όλος ο κόλπος του νότιου Ευβοικού έμπαινε μέσα στο σπίτι.
Οι δρόμοι της Καρύστου έμοιαζαν σαν σκούρες λουρίδες πάνω στην γη ενώ τα λίγα τετράγωνα απλωνόντουσαν ανάμεσα στον πράσινο κάμπο και τις πλαγιές των λόφων.
Ακόμα και από εκεί πάνω ο τρούλος του Αγίου Νικόλα φαινόταν  και δέσποζε πάνω από όλα τα σπίτια, μεγαλοπρεπής και γαλανός , σαν την θάλασσα.

Μπροστά ήταν η αυλή, μεγάλη γεμάτη γλάστρες με αμέτρητα λουλούδια, ενώ τα κυπαρίσσια ανέβαιναν και ίσκιωναν σε πυκνή βλάστηση σε μια πλευρά.
Από τα δεξιά και τα αριστερά της αυλής κατέβαιναν οι σκάλες για το ισόγειο όπου ήταν η σκεπαστή αυλή με τα τόξα και τις παγκάδες, με τα κατώγια και τα μπαστικά που ήταν τα αναγκαία για την λάτρα και τα απαραίτητα του σπιτιού και του κτήματος.
Στα ανατολικά δίπλα στο σπίτι ήταν η μεγάλη στέρνα γεμάτη νερό που πότιζαν τις βραγιές ενώ τα εκατοντάδες βατράχια χάλαγαν τον κόσμο με τις φωνές τους.
Μουσμουλιές, γεμάτες πορτοκαλί μούσμουλα, κουβαριές φορτωμένες με άσπρα μπουκέτα, και  λεμονιές , περίμεναν τα παιδιά να παίξουν με την ψυχή τους στο αγαπημένο σπίτι της γιαγιά τους.
Σκαρφάλωναν στα δέντρα, έριχναν πέτρες στην στέρνα για να διώξουν τα βατράχια, έπαιζαν πόλεμο με τους καρπούς του κυπαρισσιού , έκαναν κούνια στην αυτοσχέδια κούνια στην θολωτής αυλής με ένα μαξιλάρι πάνω στο σκοινί μέχρι να μυρίσουν τα φρεσκοψημένα καρβέλια που έβγαιναν από τον φούρνο και να ακούσουν την φωνή της να τα φωνάζει για φαγητό.

"Ελάτε να σας κάνω δυο αυγά που έχετε ξεστηνικωθεί πια",  και άντε πάλι τρεχάλα μέχρι την κουζίνα με το τραπέζι έτοιμο .
"Γιαγιά είναι νηστεία!" έλεγε η πιο θρησκευάμενη,, για να πάρει την απάντηση, "Oδηγός και οδοιπόρος αμαρτία ουκ έχει", μιας και το περπάτημα από την Κάρυστο μέχρι το Νικάσι το θεωρούσε οδοιπορικό για να πείσει τα παιδιά να φάνε, μιας και η επίσκεψη δεν ήταν προσχεδιασμένη και δεν υπήρχε κάτι ανάλογο της νηστείας.

Μιας νηστείας ευέλικτης και μιας πίστης πάντα προσαρμοσμένης στην κάθε ανάγκη γιατί  "O Θεός είναι μεγάλος " και όταν πια δεν είχε άλλες εξηγήσεις κατέληγε πάντα στο " Μη με ξεσυνερίζεσαι παιδί μου, μεγάλη γυναίκα είμαι ,μη δίνεις σημασία"..



Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Λαϊκοί μουσικοί Νότιας Εύβοιας. παραγωγή 1982 ΕΡΤ .

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011


Λεωνίδας Μήλας. Η άλλη όψη της αιγοπροβατοτροφίας, η απλά, της κτηνοτροφίας.


Μετά την ημερίδα για την αιγοπροβατοτροφία, δεν υπήρχε πιο κατάλληλος άνθρωπος να μιλήσω από τον παππού μας, τον Λεωνίδα Μήλα.
Το θέμα είναι ότι ο παππούς μας, απόφοιτος πρώτης Δημοτικού, έκανε μόνος του τρόπο ζωής, πορεύτηκε και
έφτασε στην ηλικία που είναι, όλα όσα είπαν οι επιστήμονες και οι ειδικοί.
Είναι λοιπόν ένας άνθρωπος που οι νεότεροι κτηνοτρόφοι, ( όπως και άλλοι βέβαια) θα έπρεπε να συμβουλευτούν και να πάρουν δύναμη μέσα από την πορεία τους και τον χαρακτήρα τους.

Γεννήθηκε το 1932 στην θέση Συκιές, όπου ζει μέχρι και σήμερα.
Μετά από πολλές δυσκολίες, ξεκινώντας από 10,12 πρόβατα και τα έφτασε στα 200, αγόρασε γη, και τώρα στα γεράματα μπορεί να καμαρώνει τους κόπους του.

Φυσικά τότε δεν υπήρχε ούτε ρεύμα ούτε νερό ούτε τηλέφωνο.

Η παροχή νερού έφτανε μόνο μέχρι εκεί που είναι τώρα τα Ενοικιαζόμενα της Νόβα, που τότε ήταν τουβλάδικο. Για να φτάσει μέχρι και τις εγκαταστάσεις και το σπίτι του, πλήρωσε μόνος του μαζί με τον κουνιάδο του, το μηχάνημα που άνοιξε το αυλάκι για το νερό. Όλη την υπόλοιπη δουλειά την έκαναν μόνοι τους. Έτσι με την πρωτοβουλία του μπάρμπα Λεωνίδα, μπήκε το νερό που εξυπηρετεί όλους μέχρι σήμερα ..
Όσο αφορά το ρεύμα, ήρθε και αυτό με τις πρωτοβουλίες του.
Για να έρθει η ΔΕΗ, έπρεπε να δικαιολογήσει καλλιέργειες που χρειάζονταν αντλίες για να βγάζει νερό από το πηγάδι.
Έτσι έβαλε 1000 κιλά κοκκάρι αλλά ήταν τόσο δύσκολο να το διαθέσει που όπως λέει, τότε κατάλαβε γιατί λένε ότι καίει το κρεμμύδι και σε κάνει να κλαις..!!

Το μότο του παππού ήταν " Γη όσο θωρείς και σπίτι όσο χωρείς"
Έτσι ενώ θα μπορούσε να έχει ένα πολύ πιο μοντέρνο και μεγάλο σπίτι, έδωσε όλο του τον εαυτό στην συνεχιζόμενη βελτίωση των εγκαταστάσεων και την καλλιέργεια της γης που τον τροφοδοτούσε με τις ζωοτροφές, κυρίως καλαμπόκι και τριφύλλι.

Στο πρώτο μαντρί, προστέθηκαν νέα, και αποθήκες.
Το καλοκαίρι πήγαινε το κοπάδι μαζί με άλλον βοσκό, στα βουνά στο Γιαννίτσι όπου έμεναν σε ένα μικρό καλυβάκι κοντά στο κοπάδι.

Όταν ήρθε το τηλέφωνο στην περιοχή, υπήρχε ένα κοινοτικό τηλέφωνο στην Κρυφτή. Σε μια περιοχή αρκετά μακρυά από τις Συκιές. Αυτό σήμαινε ότι όποιος ήθελε να τηλεφωνήσει μπορούσε να μιλήσει όσο ήθελε πληρώνοντας 2 δραχμές.
Ήταν Χριστούγεννα και μετά από ένα τραπέζι στον τότε διευθυντή του ΟΤΕ κ. Κόρδα, κατάφερε να εξασφαλίσει δικό του τηλέφωνο, και μπήκε και ένα άλλο στο Κούι.
Όπως λέει ο παππούς το τηλέφωνο του στοίχισε 1 κατσίκι, κουρκουμπίνες και καμιά δεκαριά κότες.!!!
Αργότερα έγινε και αυτό κοινοτικό για αρκετά χρόνια.

Όταν τον ρώτησα γιατί άλλοι κτηνοτρόφοι δεν κατόρθωσαν να προοδεύσουν η τουλάχιστον να μην είναι χρεωμένοι και να έχουν τα απαραίτητα για να αντιμετωπίσουν το 13 που κόβονται οι επιδοτήσεις, μου είπε '' Φάτε λύκοι φάτε δράκοι
και ότι περισσεύει θα το φάνε οι κοράκοι" θέλοντας να σημειώσει το τσιμπούσι με τις παρανομίες που έγιναν με τις επιδοτήσεις.

Ο οποιοσδήποτε μπορούσε να δηλώσει μέχρι και 10 πρόβατα και να πάρει επιδότηση. Πολλά κοπάδια τα δήλωναν 2 και 3 φορές, γεωπόνοι έδιναν τα δικαιώματα των κοπαδιών σε άσχετους ανθρώπους...
Η χωρίς επίβλεψη χορήγηση έκανε κακό εν τέλει.
Οι υπάλληλοι βοσκοί έγιναν κτηνοτρόφοι χωρίς όμως το μέτρο και την εργατικότητα η την εξυπνάδα και το νοικοκυριό που θα τους έκανε καλούς επαγγελματίες.

Πριν το 84 δεν υπήρχαν τόσα πρόβατα όσο υπάρχουν σήμερα.
Οι κτηνοτρόφοι είτε ήταν σαν το παππού, είτε άνθρωποι που είχαν γη και είχαν υπαλλήλους βοσκούς με πολύ λιγότερα όμως ζώα.
Γενικά τα κοπάδια μεγάλωσαν με τις επιδοτήσεις.
Πριν, στα 10 πρόβατα έδινες 10 οκάδες τυρί και αρνί 10 οκάδων. Ο κτηνοτρόφος τα εκμεταλλευόταν για 3,4 χρόνια και μετά τα έδινε πίσω. Αυτά τα πρόβατα τα έλεγαν "μπελίτικα"

Τα πρόβατα που έχουμε το 99% είναι της ποικιλίας Κοκκίνικα.
Αυτά τα πρόβατα είναι περισσότερο για κρέας μιας και δεν έχουν μεγάλη παραγωγή γάλακτος. Το γάλα τους όμως είναι πιο δυνατό.

Ο παππούς έδωσε πλουσιοπάροχα την γη του και ο δρόμος που περνά από τα κτήματα του είναι πιο φαρδύς.
Από τους κόπους και την πρόνοια ενός μόνου ανθρώπου έχει ωφεληθεί όλη η περιοχή που σιγά σιγά όλο και περισσότερο μοιάζει με οικισμό.

Δεν είναι μόνο όμως κτηνοτρόφος, είναι και μουσικός.
Ένας σπουδαίος αυτοδίδακτος οργανοπαίχτης της παραδοσιακής τσαμπούνας,
με παρουσιάσεις σε ντοκυμαντέρ και συναυλίες ακόμα και στον Λυκαβητό.

Μιλώντας μαζί του καταλαβαίνεις ότι δεν έλειψε ούτε ο χορός, ούτε ο κόσμος, ούτε η κουβέντα, ούτε η χαρά από την ζωή των κτηνοτρόφων. Αυτό που σίγουρα έλειψε είναι η στρεβλή αντίληψη του τι σημαίνει καλή ζωή, που έχει φέρει πολύ κόσμο τώρα σε αδιέξοδα...

Αρχιπέλαγος, παραλία Κρεμάλα.


Περπατώντας στην παραλία ανάμεσα στους ευκάλυπτους που σχηματίζουν ένα μικρό παρκάκι, μπορείς εύκολα να περάσεις στην παραλία που πάνω απο 40 χρόνια υπάρχει το αναψυκτήριο, μπαρ, Αρχιπέλαγος.
Τότε υπήρχε και μια παιδική χαρά πάνω στην άμμο, λίγο πιο πέρα από τα ντουζ.
Νομίζω ότι όταν θυμόμαστε τις όμορρφες στιγμές και γωνιές της πόλης μας, δεν μπορούμε παρά να φέρουμε νοερά ακόμα μια βόλτα στην πολύχρωμη ρόδα, που για χρόνια και χρόνια συντρόφευε τα παιδιά στα παιχνίδια τους.

Και όπως χάθηκαν τα καϊκια, χάθηκε και η παιδική χαρά , ο παλιός μώλος, και σε λίγο ίσως χαθούν ακόμα περισσότερα κομμάτια του  σκηνικού που συνέθεταν τις παιδικές και εφηβικές μας αναμνήσεις.
Έτσι είναι η ζωή και προχωρά, με την ενέργεια των ανθρώπων να ποτίζει τον κάθε τόπο και να φέρνει μνήμες από τα ιστιοπλοϊκά σκαφάκια , τα γέλια των παιδιών, τις κόντρες μέχρι τον λιμεμοβραχίονα με την ψυχή στο στόμα να προλάβουμε το καράβι, και κείνο να σφυράει απεγνωσμένα για να μας  κάνει να βιαστούμε.
Τα παιδικά καλοκαίρια είναι πάντα ζωντανά και σε κάθε κόκκου άμμου είναι φυλαγμένη μια παιδική ευχή και ένα όνειρο που το κύμα το φέρνει και το ξαναφέρνει στην ακτή.




Πολιτιστικό κέντρο Εκκλησίας στην Κάρυστο.Κάποτε.

Ήμουν τότε 15 με 16? Ήταν δηλαδή περίπου 1977, όταν η εκκλησία της Καρύστου άνοιξε το πολιτιστικό της κέντρο, εκεί που είναι σήμερα το λογιστικό γραφείο της κ.Αραπάκη, δίπλα στο μανάβικο του Βαγγέλη του Μπέκα.
Τότε όμως το λέγαμε "της κ.Ζωής" που ήταν η μητέρα του.

Ήταν μεγαλύτερο τότε το κτήριο και μέσα εκεί χωρούσε τραπέζι πινγκ πονγκ, τάβλι, σκάκι, επιτραπέζια, βιβλία, τραπέζια καρέκλες και αμέτρητα παιδιά.

Ήταν το στέκι της νεολαίας για πάρα πολύ καιρό και όχι μόνο των παιδιών της εκκλησίας.
Παίζαμε μέσα επιτραπέζια, έξω ποδόσφαιρο και όλα τα αγαπημένα παιχνίδια των παιδιών.

Ο νέος τότε πάπα Κώστας , πάντα με χαμόγελο, όπως είναι και τώρα, μας καλοδεχόταν και δεν μας έκανε ...κήρυγμα ούτε όταν φωνάζαμε ούτε όταν κάναμε σκανταλιές στον δρόμο.

Άλλη μια πολύ όμορφη στιγμή στην πόλη, που ακόμα δεν έχει ξαναγίνει κάτι παρόμοιο, τόσα χρόνια μετά.

Νήμα νήμα και άλλη μια Μαρία.

Ξεδιπλώνοντας το κουβάρι των αναμνήσεων αυτό το πρωινό της Κυριακής, φτάνουμε στο μαγαζί με  νήματα της Μαρίας Θεοδώρου, που είναι σήμερα γνωστή για τα προϊόντα ΜΑΡΣΟ, όπως και για τα όμορφα πλεκτά της και όχι μόνο.
Ένα μαγαζί γεμάτο νήματα, ότι ζητήσει η ψυχή σου.
Δεκαετία 80 και οι βελόνες είχαν πάρει φωτιά.
Παρέες παρέες μαζευόντουσαν μικρές και μεγάλες, έπλεκαν και δημιουργούσαν πουλόβερ, ζακέτες, και ότι άλλο μπορούσαν να δημιουργήσουν οι βελόνες .
Ο καφές δεν ήταν απλός καφές.
Ήταν πολύχρωμα κουβάρια που απλωνόντουσαν στο δάπεδο, ήταν το κροτάλισμα και οι κουβέντες, ήταν η τάση της εποχής, που τα χειροποίητα ήταν μόδα και την κάναμε μόνες μας.
Η μόδα πέρασε, αλλά ακόμα θυμάμαι τις ώρες που έψαχνα στα ράφια να διαλέξω πιο νήμα να πάρω και πως να πλέξω τις κοτσίδες .

Επιδείξεις μόδας στην Κάρυστο.

Για τους νεότερους ίσως φαίνεται παράξενο , αλλά και τότε που έγιναν, πάλι παράξενο φαινόταν.Όμως οι επιδείξεις μόδας της μπουτίκ Μαρίας Σφυρίδη, ήταν κάτι το καταπληκτικό.

Πριν 20 χρόνια θα ήταν η τελευταία στο ξενοδοχείο Καρύστιον, και είχε τα πάντα.
Πασαρέλα, ρούχα ρούχα ρούχα και άλλα ρούχα. Μουσική, φώτα, πολύ κόσμο, πάρα πολύ κόσμο και πολύ μόδα.

Είναι κρίμα που δεν έχω φωτογραφίες, γιατί ήταν ωραίες στιγμές.

Ψάχνουμε για οργανωμένες ιδέες, για το ένα για το άλλο.
Η καλύτερη λύση είναι να ακολουθούμε τους ανθρώπους που λατρεύουν αυτό που κάνουν και έχουν την δύναμη και τα κότσια να ξεχωρίζουν και να διακρίνονται.



Μια γυναικεία αποκριά στην ταβέρνα Πανόραμα Καρύστου.

Μέσα στην φετινή αποκριά που το κέφι ψάχνει έναν κάβο να πιαστεί όπως οι βάρκες στους μεγάλους νοτιάδες, θυμόμαστε μερικές στιγμές από χρόνια που έφυγαν και το κέφι της αποκριάς ερχόταν πιο αυθόρμητα.

Έτσι αυθόρμητα εκείνη την μακρινή πια αποκριά, αποφασίστηκε από στόμα σε στόμα να μαζευτούμε μόνο γυναίκες, και να γιορτάσουμε την αποκριά και την μέρα της γυναίκας μαζί, στην ταβέρνα Πανόραμα, λίγο πιο πέρα από την εκκλησία της Παναγίας στον Αετό.

Κοντεύουν πια περίπου 30 χρόνια από τότε, αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς πια χρονιά ήταν. Θυμάμαι όμως πολύ καθαρά, τον ενθουσιασμό του γυναικείου πληθυσμού, που έψαχνε το τι θα βάλει, ποια στολή να διαλέξει, και για το αν θα αναγνωρίζεται η όχι.

Τότε η κ.Μαρία Σφυρίδη, είχε την Μπουτίκ της που αν και μικρή, χωρούσε φίλες, πελάτισσες, περαστικές για ένα καφέ και λίγη κουβέντα, και οπωσδήποτε πολλές πολλές αποκριάτικες στολές.

Για όλες είχε όμως η κ.Μαρία, και έτσι το Πανόραμα γέμισε ασφυκτικά από γυναίκες ντυμένες και βαμμένες , άλλες  πιο εύκολο να τις καταλάβεις και άλλες όχι.

Το κέφι εκείνο της βραδιάς ήταν κάτι το μοναδικό. Ο χορός σε όλα του τα είδη,  τα αυτοσχέδια θεατρικά που σκάρωναν επί τόπου ορισμένες που σε άλλες συνθήκες θα είχαν γίνει υπέροχοι κωμικοί, οι υπόλοιπες που ακολουθούσαν τον ρυθμό και το κλίμα που διαμόρφωναν, έκαναν αυτή την βραδιά το μεγαλύτερο διαδραστικό event, που έχω βρεθεί ποτέ μου.

Και δεν ήταν μόνο αυτό. Οι καρδιές ήταν ανοιχτές εκείνο το βράδυ.
Πάνω από 500 γυναίκες διασκεδάσαμε υπέροχα σε ένα μοναδικό αποκριάτικο πάρτι μασκέ και για πολλές μέρες, ήταν το χαμόγελο καρφιτσωμένο και δεν έλεγε να φύγει.

Ήταν μια ευτυχής συγκυρία θα μπορούσαμε να πούμε, και σαν όλες τις ...ευτυχείς συγκυρίες μοναδική και ανεπανάληπτη.

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Αναμνήσεις από φυτά και από παιχνίδια.

Πολλά πολλά χρόνια πριν, την δεκαετία του 60 και του 70, ούτε οι δρόμοι ήταν άσφαλτος, ούτε η οικοδόμηση ήταν τόσο μεγάλη όσο έγινε στην συνέχεια.
Την Άνοιξη το χαμομήλι κάλυπτε ολόκληρους λόφους, οικόπεδα που έπαιζαν τα παιδιά, τα πλαινά των δρόμων, τα ενδιάμεσα των διαστημάτων των σπιτιών.Παντού υπήρχε η κιτρινοπράσινη παρουσία τους και ο αέρας μοσχοβολούσε πρώιμο ήλιο, και ανοιξιάτικη ζεστούλα.

Τα παιδιά κυλιόντουσαν στα χαμομήλια τραβώντας τους τα μικρά τους κεφαλάκια και μετά οι μαμάδες τα μάλωναν, μιας και γυρνούσαν στο σπίτι με την τσάντα γεμάτη όχι με καλοκομμένα χαμομήλια για να τα ξεράνουν στον ήλιο, αλλά με ολόκληρα τα φυτά.
" Mην τα τραβάτε από την ρίζα, πως θα ξαναβγούν? " έλεγαν και ξανά έλεγαν άδικα πίσω από την πλάτη τους ενώ αυτά είχαν ήδη ξεκινήσει για ένα νέο παιχνίδι μιλαρώνια, κουτσαλώνα η επικίνδυνες αποστολές με τα ποδήλατα.
Θυμάμαι σαν και τώρα το πάρκο της Εκκλησίας πριν να διαμορφωθεί στην τελική του μορφή, από την μια χαιρόμασταν για το τόσο όμορφο πάρκο, και από την άλλη που χάναμε τα απόλυτη ομορφιά που γέμιζε όλη αυτή την έκταση κάθε Άνοιξη.

Ένα άλλο φυτό που μας έδινε πάρα πολλές ώρες παιχνιδιού είναι το ρολόι..
Το ρολόι γυρίζει με τον ήλιο, και κάθε τρις και λίγο κοιτάζαμε το πως γύριζε και πάντα ήταν ένα μυστήριο ανεξερεύνητο..
Τα κόβαμε και περιμέναμε να γυρίσουν και όταν αργούσαμε,,το ρολόι έδειχνε λάθος την ώρα..


Όσο περίεργο μπορεί να φαίνεται σήμερα, τότε δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει κάποιος στάχυα μέσα στην πόλη. Τα στάχυα έχουν μυτερά φυλλαράκια, και τα τραβούσαμε όλα μαζί μαζεύοντας μικρές μικρές λόγχες που τις πετούσαμε με δύναμη στον...εχθρό.
Αν καμιά φορά έμπαινε στα μάτια...ήταν μεγάλη νίκη για τους μεν, πολύ κλάμα για τους δε, που κατέληγαν είτε σε αντεπίθεση, είτε προς μεγάλη τους ντροπή ,σε κλάματα.
Τότε ήταν ντροπή να κλαις στα παιχνίδια.
Είτε κορίτσι είτε αγόρι, έπρεπε να αντιμετωπίσει με αυτοσυγκράτηση και αξιοπρέπεια τις δυσκολίες που έφερνε το παιχνίδι, αλλιώς θα έπρεπε να αντιμετωπίσει την χλεύη.
Ότι και να γινόταν είχε ξεχαστεί μέχρι το επόμενο απόγευμα που τα παιδιά έβγαιναν για παιχνίδι.
Οι καρποί του κυπαρισσιού γινόντουσαν οι μπάλες του ζογκλέρ και αμέτρητες ώρες προσπάθειας για το καλύτερο αποτέλεσμα με περισσότερα στον αέρα και λιγότερα στην πιο κάτω πεζούλα του περιβολιού.
Οι μουριές που υπήρχαν και ευτυχώς υπάρχουν ακόμα, δεν θα μπορούσαν να μην είναι μια συνεχής πηγή έμπνευσης για παιχνίδι. Κόβαμε τις βέργες και μιας τις κάναμε τόξα, μια βέλη, μια όπλα στα χέρια μας όταν παίζαμε κλέφτες και αστυνόμους.
Όμως το πιο ωραίο παιχνίδι ήταν ο Κόσμος. Κάναμε ένα κύκλο με την βεργούλα μας και χωρίζαμε τον κύκλο σε χώρες. Μετά την πετούσαμε και υπολογίζαμε πόσα βήματα κολλητά φτέρνα με δάκτυλα θα έφταναν μέχρι εκεί. Τραβούσαμε μια γραμμή και αν ήμασταν σωστοί, παίρναμε κομμάτι από τον άλλο, αλλιώς χάναμε και κυρίρχος του κόσμου γινόταν κάποιος άλλος.

Πριν να γίνει ο εσωτερικός δρόμος για τα Καλύβια, όλη αυτή η περιοχή ήταν ο παράδεισος της μαργαρίτας και της παπαρούνας.
Μια ανέγγιχτη οργιαστική πανδαισία χρωμάτων που απλωνόταν σε όλες τις πλαγιές παίρνοντας μια εξωπραγματική διάσταση κάτω από το έντονο φως του ανοιξιάτικου απογεύματος.
Ήταν οι εκδρομές μέσα από τα μονοπάτια και η ευχή να κρατήσουμε αυτήν την ομορφιά για πάντα στο μυαλό μας, να μας ομορφαίνουν τις σκέψεις και να ηρεμούν την ψυχή ..αργότερα όταν θα έχουμε μεγαλώσει.
Και να που όλα αυτά έγιναν αναμνήσεις, και πράγματι,γίνονται ένα τοίχος μπροστά στην κάθε ασχήμια που ζούμε αυτή την εποχή.
Αυτή την εποχή που είναι Άνοιξη και τα παιδιά δεν εκτιμούν πια τα ταπεινά λουλούδια και φυτά που έχουν μέσα από την ταπεινότητα τους την δύναμη να είναι οι διαχρονικοί πρεσβευτές της ομορφιάς της ζωής.

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Αναμνήσεις από τις Καρυστινές αυλές.


 Έχει χαθεί για πάντα η Καρυστινή αυλή?

Mάλλον ναι, τουλάχιστον με την μορφή που μάθαμε εμείς όταν ήμασταν μικροί.

Τότε τις θεωρούσαμε δεδομένες και όπως όλα τα δεδομένα δεν τις εκτιμούσαμε όπως τους άξιζε.

Η πορεία του χρόνου έφερε το γνωστό αποτέλεσμα που χάλασε τόσο πολύ την πόλη μας, όπως επίσης έφερε και την αμηχανία μαζί με την απογοήτευση, για το ότι δεν έγινε κάτι καλύτερο όπως ελπίσαμε.

Τα παραδοσιακά είδη σπιτιού ήταν 3, όλα όμως είχαν οπωσδήποτε αυλές.
Το νεοκλασικό με τα κολονάκια στην ταράτσα, το νεοκλασικό με τα κεραμίδια, αλλά και το πιο ταπεινό, για αυτό και πιο διαδεδομένο, ένα κτίσμα με όλη την πλάτη στον βοριά κλειστή, και στην νοτινή πλευρά συνήθως, μια αυλή.

Αυτή η αυλή μπορούσε να ήταν ένα περιβόλι με λεμονιές, πορτοκαλιές και μπαξεβανικά.
Μπορούσε επίσης να ήταν πιο μικρή με ασβεστομένους μεγάλους ντενεκέδες, η βαμμένους σε πολλά χρώματα.Από εκείνους
 τους ντενεκέδες, έβγαινε όλη η ομορφιά της γης.

Κρίνα, ζουμπούλια, σκυλάκια, τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα ,ορτανσίες και μπουκαβίλιες, έκαναν τις αυλές , κυρίως την Άνοιξη, μια ατέλειωτη παλέτα χρωμάτων.


Οι νοικοκυρές έδειχναν μια μεγάλη αγάπη
 για τα λουλούδια.
 Και δεν είναι όπως η σημερινή μιας και τότε
αυτή η αγάπη χρειαζόταν δουλειά σκληρή, και πάρα πάνω από όσες ήδη ήταν επιβαρυμένες.
Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν υπήρχαν πλυντήρια και όλες οι ανέσεις που έχουμε σήμερα, έτσι η  φροντίδα τόσων πολλών λουλουδιών ήταν πράγματι κάτι που οι γυναίκες το έκαναν επειδή είχαν μεγάλη αγάπη για τα λουλούδια, και μάλιστα όταν ένα σπίτι δεν είχε λουλούδια, ήταν ένα δείγμα θλίψης η κακής νοικοκυροσύνης.
Σε πολλές αυλές υπήρχε και ένα στέγαστρο από γιασεμί, η αμπέλι ολόκληρο..

Σε άλλες πάλι οι μουριές έδιναν δροσιά με τον ίσκιο τους και κρατούσαν σκιά, καλοδεχούμενη παρά τα μούρα που τραβούσαν τα έντομα και έλιωναν τόσο εύκολα στην ζέστη.
 Όταν ερχόταν το Πάσχα, μαζεύαμε λουλούδια από τις αυλές για τον Επιτάφιο.
"Mην τους κόβεις τους κρίνους, είναι για την εκκλησία" έλεγαν οι γιαγιάδες στα ανυπόμονα μικρά που βιαζόντουσαν να τους κόψουν για να παίξουν με την  κίτρινη γύρη που τυλίγει τον μίσχο του κρίνου της Παναγίας.

Ένα κίτρινο χρώμα που γέμιζε τις παλάμες και μετά μεταφερόταν στα κόκκινα σκυλάκια που ανοιγόκλειναν το λουλουδένιο στόμα τους για να τραγουδήσουν ότι ήθελαν τα μικρά που έπαιζαν όλη μέρα στην αυλή.

 Αναρωτιέμαι που πήγε όλη αυτή η αγάπη για τα λουλούδια μας ?
Που πήγε όλη αυτή η ανάγκη για ομορφιά γύρω μας?



Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Μια αξέχαστη στιγμή από τους χορούς των Ανεμοπυλών.

Από το 1994, και κάθε χρόνο γίνεται ο χορός των Ανεμοπυλών.
Τότε υπήρχε το κέφι του καινούργιου, η Ελλάδα πήγαινε καλά, υπήρχε μια αισιοδοξία ότι τα πράγματα θα πηγαίνουν όλο και καλύτερα, και ο χορός αυτός, ήταν κατά κάποιο τρόπο, το γεγονός της χρονιάς.
Το χορευτικό παρουσίαζε ένα καταπληκτικό πρόγραμμα, και το θεατρικό μας χάριζε αξέχαστες στιγμές.
Τα χρόνια περνούσαν, και κάθε χρόνο υπήρχε μια έκπληξη που μας έκανε να περνάμε ακόμα καλύτερα.
Πριν αρκετά χρόνια ,επί δημαρχίας κ.Πλατυμέση, η κ.Σφυρίδη εκ μέρους του θεατρικού, μου έκανε μια πολύ τιμητιμή πρόταση.
Να παρουσιάσουν κείμενα μου στον χορό.
Εκείνη την χρονιά είχα την μεγάλη χαρά, να δω ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, κάποια κείμενα να παίρνουν φωνή και σκορπίζουν το γέλιο στον κόσμο.
Όχι στην φαντασία μου, αλλά εκεί μπροστά μου, και αυτή ήταν μια πάρα πολύ μεγάλη χαρά και ικανοποίηση που δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Όπως ταυτόχρονα, την χαρά να με εμπιστεύονται για κάτι τόσο σημαντικό.
Τα κείμενα ήταν για τότε που η κρίση άρχισε να φαίνεται στον ορίζοντα, αλλά δεν είχε φτάσει ακόμα στην μικρή μας πόλη, και δεν είχαν φανεί τα καταστροφικά της αποτελέσματα σε όλη την κοινωνία.
Φαντάζομαι ότι όλοι όσοι συμμετέχουν σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις ,έχουν τις δικές τους μνήμες και ξεχωριστές στιγμές που έχουν να θυμούνται και να αναπολούν με συγκίνηση για όσα χρόνια και αν περάσουν,
Είναι από τα παραλειπόμενα, που μένουν μετά το τέλος της βραδιάς και την επιστροφή στην ρουτίνα της καθημερινότητας.

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Σκανταλιές...και αντιγραφές.

Όπως ξετυλίγεται το κουβάρι των οικοκυρικών αναμνήσεων, στο νήμα πλέκονται και άλλες σιγά σιγά.
Είχαμε λοιπόν έναν καθηγητή που μας έκανε θρησκευτικά, και είχε τον πιο ασυγκράτητο λόγο που έχω συναντήσει ποτέ μου σε άνθρωπο.
Δεν σταματούσε ποτέ, ας πούμε ότι τον έλεγαν κ.Ρόπτο, και ακόμα και στις εκδρομές, εναλλάσσονταν τα παιδιά, αλλά ο λόγος δεν τέλειωνε παρά μόνο όταν φεύγαμε.

Εμένα δεν με συμπαθούσε και πολύ μιας και όλο έβρισκα τρόπους, χωρίς να το θέλω, να τον εκνευρίζω. Ένας από αυτούς ήταν γιατί με έβλεπε πολύ συχνά χωρίς ποδιά, μιας και είχα υιοθετήσει μια τζιν φόρμα και ποτέ δεν με πετύχαινε με αυτήν όποτε έκανε εξορμήσεις για να πάει στο γραφείο τις μαθήτριες που είχαν την ατυχία εκείνη την ημέρα να είναι εκτός στολής.
Δεν έφτανε που πήγαινα με το τζιν, αλλά όποτε είχε κρύο πήγαινα στο σχολείο με παντελόνι και όταν με συναντούσε στον δρόμο ετοιμαζόταν για να με αποβάλει, αλλά άλλαζα στα αποδυτήρια και δεν του έδινα αυτή την χαρά.,
"Εσύ Κόλλια παιδί μου δεν πρόκειται να πάρεις ποτέ 20" μου έλεγε, αν και στο μάθημα του ποτέ δεν ήμουν αδιάβαστη.
Όμως τι να το κάνεις ? Τα παιδιά σκαρφίζονται διάφορα για να τρελάνουν τους δασκάλους και γω δεν αποτελούσα καμιά εξαίρεση.
Σε ένα διαγώνισμα λοιπόν, άνοιξα το βιβλίο και αντέγραψα ακόμα και το κόμμα και την τελεία.
Όταν πήραμε βαθμούς ,είχα 16.!
"Γιατί κύριε έχω μόνο 16? Είχα διαβάσει τέλεια το μάθημα και έχω βάλει και το κόμμα και την τελεία ακριβώς όπως το βιβλίο!"
"Αυτό δεν γίνεται Κόλλια παιδί μου" μου λέει απαξιωτικά..
"Αλήθεια κύριε σας λέω, γιατί δεν με πιστεύετε? Ανοίξτε το διαγώνισμα, να διαβάζω για να δείτε ότι είναι ακριβώς" , και πιο αθώα έκφραση δεν είχαν ξαναδεί οι τοίχοι της τάξης.
Τα παιδιά άρχισαν να γελάνε, εγώ σοβαρή σοβαρή και παρεξηγημένη, ο καημένος ο κ.Ρόπτος, να μην ξέρει τι να κάνει για να κρύψει την δυσφορία του.
Τι να κάνει όμως? Άνοιξε το γραπτό και άρχισα το διάβασμα...Φτάνοντας σε κάθε τελεία και κόμμα, τον ρωτούσα, "Έχει κόμμα? Έχει τελεία?"
"Έχει" μου απαντούσε, αλλά το 16 δεν άλλαξε.....μόνο που δεν μίλησε και τόσο πολύ εκείνη την ημέρα.

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Γεννηθείς 1962..

Πολλές φορές διαβάζουμε διάφορα άρθρα για αυτούς που γεννήθηκαν τότε η πιο μετά, αλλά σήμερα θα θυμηθούμε, με όσους είσαστε κοντά στην ηλικία και σε επαρχία, το τι δεν υπήρχε ενώ μεγαλώναμε εμείς.

Όχι μόνο δεν υπήρχαν κινητά, δεν υπήρχαν καν τηλέφωνα.
Όταν πηγαίναμε δημοτικό, φάνηκε στο σπίτια μας το ωραιότατο έπιπλο, καθρέπτης με περίτεχνα σχεδιάκια αλά λουδοβίκος, με κάθησμα και θήκη για το μαύρο τηλέφωνο που είχε 3 παρακαλώ νούμερα.
Άλλο έπιπλο ήταν αυτό με το καθισματάκι που το έλεγαν πολύ πετυχημένα, κουτσομπόλα!

Συνέχεια το πειράζαμε και η καημένη η μαμά μου είδε και έπαθε να μην το εξερευνούμε κάθε τρις και λίγο.
Όσο για την τηλεόραση που τόσο την κακολογούμε, θυμάμαι ότι πήγαινα, τρίτη?τετάρτη...κάπου εκεί όταν έφτασε η τελεφούνγκεν στο σπίτι.
Χαμός!! Όλη η γειτονιά μαζευόταν και έβλεπαν τις σειρές. Μια σε μας, μια σε άλλη γειτόνισα, μέχρι που μας πήρε ο μπαμπάς μου μια μικρούλα πορτοκαλί για να πηγαίνουμε να κάνουμε παρέα και στην γιαγιά εγώ και η ξαδέλφη μου η Μαρία.
Μαύρη καλονή το τζίνι και η Τζίνι, η μάγισσα, η φοβερή Λούσι, η Λάσση και τόσα άλλα, που ακόμα και τώρα θα θυμάμαι με συγκίνηση.
Ωραίες στιγμές και αναμνήσεις και ας λένε ότι θέλουνε για την τηλέοραση!

Εμείς τότε δεν ξέραμε το bulling.
Όταν κάναμε τρέλες, τρώγαμε στο ξυλαράκι μας και οι παλάμες γινόντουσαν κόκκινες κόκκινες.
Τα τρίβαμε καλά καλά, γελάγαμε και από πάνω για να μη δείξουμε δειλοί και μαμόθρεφτα, και αν είχαμε διαφορές ρίχναμε και ένα ξύλο μετά, και τέλος.
Ούτε κλαψουρίσματα στην μαμά, ούτε το λόγο στους δασκάλους ούτε τίποτα.
"Μαμά ο δάσκαλος με έδειρε"
"Καλά σου έκανε, πλήνε τα χέρια κάθησε να φας και να σκεφτείς γιατί τις έφαγες" ήταν η απάντηση, και το θέμα τέλειωνε εκεί.
Παίζαμε μέχρι την μαύρη νύχτα, αλωνίζαμε τον τόπο , βάζαμε φρένο το παπούτσι στην πίσω ρόδα, και μαθαίναμε ποδήλατο με τα χέρια στην κολότσεπη.
Πηγαίναμε ξυπόλητοι στην θάλασσα, κολυμπούσαμε μέχρι τον λιμενοβραχίονα και οι λιμενικοί μας πήγαιναν βόλτες κάθε τρις και λίγο στο λιμεναρχείο για να συνεχίσουμε αμέσως μετά τις κόντρες με τις βάρκες και "κολύμπα να προλάβουμε το καράβι".

Τότε που μεγαλώναμε εμείς, εντάξει..διαβάζαμε αλλά δεν το είχαμε και εφιάλτη για το "τι θα κάνει το παιδί στην ζωή του". Δουλειά νάναι και τρίχα στην δουλειά να μην έχει βρει... κάτι θα βρει να κάνει"
Πιο πολύ σημαντικό για τα κορίτσια ήταν να είναι νοικοκυρές, να ξέρουν να μαγειρεύουν, να ράβουν, να μάθουν το πως θα είναι ....προκομμένες, γιατί να μην ξεχνάμε ότι μετά τα 20 τις έλεγαν και γεροντοκόρες.

Τότε που είμασταν εμείς παιδιά, δεν είχαν σκύλους στα σπίτια. Ήταν βασικά ανύκουστο γιατί εκτός των άλλων , η καθαριότητα ήταν πολύ δύσκολη.
Φαντάζεσαι αναγνώστη να τινάζεις το ντρομίδι για να βγει η τρίχα ? Φαντάζεσαι τον σκύλο να σπινιάρει και να φεύγει μαλλιοκούβαρα προς το σκρίνιο η τον κομό?
Δεν υπήρχαν πλυντήρια, και το φανάρι δεν είχε φύγει ακόμα από όλα τα σπίτια.
Φαντάζεσαι το σκύλο να κάνει σούζες να φτάσει το φανάρι με το χοιρινό η να μυρίζει τον γκαζοντενεκέ με τον πασπαλά στο ντουλάπι?

Τα σκυλιά τα είχαν οι κτηνοτρόφοι, οι κυνηγοί και δεν μπορώ να φανταστώ ποιοι άλλοι, αλλά τα "μουνούχιζαν" δηλαδή τα στείρωναν και οι πληθυσμοί ήταν πάντα ελεγχόμενοι.
Από τότε που τα καημένα τα ζωντανά μπήκαν στα σαλόνια, άρχισε και η περιπέτεια των...αδέσποτων και τώρα ψάχνουμε τα βρούμε το δίκιο μας και μεις και αυτά.

Αν έχεις γεννηθεί κοντά στο 62, θα θυμάσαι το πως ξαφνικά έγιναν όλοι ΠΑΣΟΚ, Τόσο γρήγορα, όσο γίνονται τώρα ΣΥΡΙΖΑ..Μερικά πράγματα αλλάζουν μόνο στο όνομα..

Τότε που ήμασταν μικροί και μικρές, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές μας ρωτούσαν που πάμε μετά την δύση του ήλιου και δεν ήταν προσβολή της προσωπικότητας μας...λίγο σπαστικό μόνο.. Είχαμε έξοδο κάθε Σάββατο και μέχρι την δεκάτη βραδυνή παρακαλώ....ακούγαμε τους πειρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς και απαραιτήτως το θέατρο στο ραδιόφωνο, όπως και τον μεγάλο μύστη και δάσκαλο ΠΕΤΡΙΔΗ! που ακόμα κάνει εκπομπές.

Αυτά τα λίγα ...μιας και τόσα έχουν αλλάξει αλλά δεν βλέπω τις νέες γενιές να γίνονται πιο δυνατές..




Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Αναμνήσεις από τα κέντρα διασκέδασης της Καρύστου.

Τώρα που η μιά ανάμνηση φέρνει και μια άλλη, θυμάμαι και έναν άλλον καλοκαιρινό σινεμά.
Βρισκόταν εκεί που είναι τώρα η ΑLPHA BANK.
Πολύ όμορφος κήπος, καταπράσινος.

Ο χειμερινός κινηματρογράφος  ΚΑΦΗΡΕΑΣ, ήταν εκεί που είναι τώρα το κλειστό σούερ μάρκετ ΓΑΛΗΝΟΣ.
Δερμάτινα καθίσματα, εξώστης προβολές και γέλια, αξέχαστες θεατρικές παραστάσεις. Εκεί είδα για πρώτη φορά τον Βουτσά .Σχολικές εκδηλώσεις μιας και τότε δεν υπήρχε ακόμα το Γιοκάλειο. Μετά μετακόμισαν εκεί.
.Έργα Καράτε, Ο Μπρους Λι , ίδαλμα!!
 Καθηγητές να μαλώνουν τα παιδιά γιατί την άλλη μέρα είχαμε σχολείο. Τότε οι καθηγητές συμβούλευαν τα παιδιά γενικώς, τώρα πρέπει να πάρεις πρωτοκολλημένη άδεια από τους γονείς και να έχεις πληρώσει και παράβολο στο Ταμείο.
Εκεί είδα την ζωή του  Γκάντι, την Σιωπή των Αμνών..Ρόδα τσόντα και κοπάνα..Γέλια με τον Ψάλτη!!Όλο το σινεμά μια παρέα.
Πορτοκαλάδα ΦΆΝΤΑ στο διάλειμα, πασαντέπος σε σακουλάκι, και ταυτότητα στα ακατάλληλα.

Εκεί που τώρα είναι το κλειστό Palace,  στην Δυτική Παραλία, ήταν το ΜΑΊΑΜΙ.
Ένα καταπληκτικό μαγαζί, με φοβερή ατμόσφαιρα, δούλεψε χρόνια σαν ντισκοτέκ και μπαρ, αλλά ήταν ένας χώρος συγκέντρωσης της νεολαίας, μια νεολαίας που είχε ήδη ξεφύγει από την αποπνικτική και καταπιεστική συμπεριφορά των προηγούμενων γενεών.

Ήταν τόσο δημοφιλές σε ντόπιους και παραθεριστές, που η παραλία μπροστά πήρε το όνομα της από το Μαίαμι και λέγαμε όλοι, ότι πάμε για μπάνιο στο Μαιάμι.

Τα χρόνια πέρασαν και η δεκαετία του 80 είχε μπει για τα καλά. Τα rollers είχαν γίνει μόδα και το  μαγαζί έγινε χώρος για rolles.  ΧΑΜΟΣ! Παιδιά μέχρι την άμμο, κουβεντιάζαμε, χαζεύαμε, κάναμε rollers.Στο πίσω μέρος ήταν τα μπιλιάδρα.
Τα χρόνια πέρασαν, πέρασε και αυτή η μόδα, και με νέα διεύθυνση, έγινε Ελληνάδικο, με το όνομα ΒΑΡΕΛΙΑ.
Ήταν η εποχή που η πλάκα Καρύστου είχε αρχίσει να φέρνει πολύ χρήμα στην περιοχή, και τα μπουζούκια και τα Ελληνάδικα είχαν τον πρώτο λόγο.

Εκεί που είναι το Καρνάγιο τώρα, στα μέσα του 70 μέχρι κάποτε το 80  ήταν μια καλοκαιρινή ντισκοτέκ, ο αξέχαστος ΒΑΤΡΑΧΟΣ.
Με αμφιθεατρική κατασκευή, μεγάλη πίστα, δίπλα στην θάλασσα, τι καλύτερο?
ΠΑΝΙΚΟΣ!! Μεγάλες δόξες, καλοκαιρινής διασκέδασης!

Όταν η μόδα των Ντισκοτέκ άρχισε να πέφτει , πίσω από τον ΒΑΤΡΑΧΟ  ήταν η ΑΠΑΝΕΜΙΑ.
Ζωντανή μουσική για τους λάτρεις της λαικής μουσικής που έφερνε φίρμες κάθε καλοκαίρι και ο κόσμος συνωστιζόταν να τους ακούσει.

Τότε άνοιξε  και η BARBADOS στα Αλαμανέικα. Στην αρχή, νομίζαμε ότι επειδή ήταν τόσο μακρυά από την θάλασσα δεν θα είχε επιτυχία. Η επιτυχία ήταν όμως τεράστια και όλος ο δρόμος μέχρι τα Αλαμανείκα, ήταν μια σκέτη περατζάδα, και να θυμηθείτε ότι τότε ήταν ένας ερημικός δρόμος, με περιβόλια και κυπαρίσσια.H BARBATOS, έμεινε μαζί μας για πολλά πολλά χρόνια με την ίδια διεύθυνση, πριν να αρχίζει να αλλάζει και να δοκιμάζει νέους προσανατολισμούς.
Τα χρόνια όμως είχαν φέρει νέες μόδες, και το Κοχύλι είχε ήδη ξεκινήσει να μαζεύει τον μοντέρνο κόσμο ξανά.

Θυμάμαι την ΒΕΓΓΕΡΑ, πάνω από την Μουσική Σχολή της Εύας Βασιλοπούλου σήμερα.
Μια πρόταση μπουατ, με μικρές ορχήστρες, ποιοτική μουσική, ρομαντικό περιβάλλον και πολύ πολύ αγαπητό από όλους.

Για τους πιο original λαικούς τύπους, ήταν η Όμορφη Νύχτα. Ένα σκυλάδικο με τραγουδιστές και τραγουδίστριες που μάζευαν τον κόσμο που ζούσε την δική του Παραλιακή ...στα Αλαμανέικα.
Ήταν τότε που ξενυκτούσαν αξέχαστοι χαρακτηριστικοί τύποι της περιοχής...
Πιο κάτω στα Αλαμανέικα ήταν το Τσάκι, επίσης σκυλάδικο, που μετά στέγασε τα ΒΑΡΕΛΙΑ, όταν έφυγαν από την παραλία.

Στην δεκαετία του 70 και μέχρι κάπου το 80, τα ξενοδοχεία στον Μπούρο ήταν ανοικτά, τα πούλμαν πήγαιναν και ερχόντουσαν και τον χωμάτινο τότε δρόμο η κίνηση ήταν σε συνεχή ροή. 
Ο λόγος ήταν τα μπουζούκια στο υπόγειο του μεγάλου ξενοδοχείου. Ένα κανονικό μεγάλο μπουζουξίδικο, με άλλοτε καλές και άλλοτε κακές στιγμές, αλλά πάντα γεμάτο.
Τα πρωινά τα μπαρ στην παραλία του Μπούρου θύμιζαν κοσμοπολίτικα νησιά.

Πέρασαν τα χρόνια, πέρασαν τα μεγαλεία της τρελής σπατάλης , πέρασαν τα χρόνια της έντονης τουριστικής περιόδου και άρχισε η πτώση.

Τότε είχαμε το ξενοδοχείο ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ!
ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ήταν εκεί που είναι τώρα το σουβλατζίδικο του Τσίπα. Γέμιζε οικογένειες και συνταξιούχους το πεζοδρόμιο, όμως τι όνομα αλήθεια!!

Στον δρόμο που ανεβαίνει για το Δημαρχείο βλέπουμε ένα ερείπιο. Όμως ήταν ένα μοντέρνο και όμορφο ξενοδοχείο το ΠΛΑΖΑ, τώρα πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να προφυλαχθούν οι πεζοί από τα κομμάτια που ξεκολούν από τα μπαλκόνια.

Για τους νέους αλλά και για τους μεγαλύτερους ίσως φαίνεται απίστευτο ότι κάποτε είχαμε τουρισμό με την κανονική έννοια του όρου, και όμως είχαμε...ίσως στο μέλλον να ξανασυμβεί.


Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Oι 25ες της νιότης μου..

Κάθε χρόνο την 25 Μαρτίου, ανακατεύονται αισθήματα γιορτής μαζί με συγκίνησης, μιας και θυμάμαι τις γιορτές , τότε που ήμουνα παιδί.

Εκκλησία, παρέλαση, σπίτι, οικογενειακό γεύμα, και μετά οι ετοιμασίες για την γιορτή του πατέρα.
Κόσμος, ντυμένες κυρίες με όμορφα φορέματα, κοσμήματα που βγαίνανε τις καλές μέρες, μεζέδες και δίσκοι με ποτά, κουβέντες για τον καιρό και τα σχολεία, το θεατρικό του Γυμνασίου , που τότε ήταν παράσταση επαγγελματική και όχι σχολική...

Μαγικά μπαλάκια στον δίσκο, σοκολατένια στα γλυκά, κροκέτες μπακαλιάρου και πατάτας στα αλμυρά..

Τότε δυσανασχετούσα με τις ελληνικές σειρές στην τηλεόραση, κάθε χρόνο οι ίδιες, με τις δουλειές, και τους μεγάλους.

Όμως πράγματι, αναρωτιέμαι, αν δεν ήταν έτσι, θα είχα τώρα  αυτή την γλυκιά ανάμνηση της οικογενειακής ζωής, τα αρώματα από το σπίτι με τα όμορφα βάζα και τα φωτεινά δωμάτια?
Πέρασαν αυτά τα χρόνια και πάνε...άλλαξε ο κόσμος συνήθειες, άλλαξαν οι σχέσεις, άλλαξαν τα έθιμα, άλλαξαν τα πιστεύω.
Τότε βλέπαμε την σημαία και ένα ρίγος περηφάνιας έφτανε μέχρι το βλέμμα, ακούγαμε την καμπάνα και κάναμε τον σταυρό μας, φώναζε η γιαγιά, και ότι και σκεφτόμασταν η να κάναμε, λέγαμε, τώρα αμέσως, έμπαινε ο πατέρας στο σπίτι, και μετράγαμε τα λόγια μας, όχι από φόβο αλλά από σεβασμό...

Άλλαξε ο κόσμος και πια δεν τον γνωρίζω¨¨ μου έλεγε η γιαγιά μου..και κοντεύω να το πάθω και γω...

Τώρα πια, αναρωτιέμαι αν όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα σενάριο μάτριξ..

Παρόλα αυτά,


Χρόνια πολλά στους ΒΑΓΓΕΛΗΔΕΣ στις ΕΥΑΓΓΕΛΙΕΣ  και σε όσους έχουν κάποιο λόγο να είναι χαρούμενοι αυτήν την μέρα!

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

φωτό από παλιά...στο Λονδίνο.

Tετάρτη, 25 Ιουνίου 2008


Φωτορεπορτάζ - Λονδίνο. Μέρος 2ο



Το Λονδίνο είναι γεμάτο μεγάλα πάρκα όπου όλοι οι κάτοικοι μπορούν να χαρούν λίγες ώρες ξεκούρασης, η να αθληθούν , η ακόμα να ροματζάρουν κοιτάζοντας την όμορφη φύση.













Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι στην Αθήνα. Και όμως είναι στο Λονδίνο. Εργάτες παντού σε χιλιάδες έργα, αλλά τα μέτρα προστασίας πολύ διαφορετικά!!










Ένας κύριος του city. Οι μόνοι καλοντυμένοι στην περιοχή.....






Δύο από τις ελάχιστες αγγλίδες στο κέντρο.













Στο Αστεροσκοπείο Γκρίνουιτς,
η ζωή μπλέκει το παλιό με το καινούργιο....
Γύριζαν μια διαφήμιση εκείνη την ημέρα....










Στο Βρετανικό μουσείο εκτός από τα εκθέματα, μου έκανε τρομερή εντύπωση η προσοχή και η φροντίδα προς τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Εκτός από αυτό
η σύμπνοια των διάφορων φυλών προς το καλύτερο συμφέρον των ατόμων αυτών, ήταν ιδιαίτερα συγκινητική και διδακτική για την καθυστερημένη χώρα μας, σε αυτόν τον τομέα!!





Μια κυρία μοιάζει να χορεύει μπαλέτο, ενώ, απλώς δείχνει τα εκθέματα...


















Σχολεία σε επίσκεψη. Κοιτάξτε τους μαθητές. .....




Καλοντυμένοι στο Windsor.
Πιθανόν να είναι μετά τις ιπποδρομίες....






Εκεί που γεννήθηκε ο Σαίξπηρ δεν οδηγούν παπάκια, ούτε και πουθενά αλλού είδα...
Οδηγούν μεγαλύτερες μηχανές και πάντα κράνος.



MORE PHOTOS...FROM LONDON





Μία από τις πολλές πάμπ. Φτιάχνουν ένα όμορφο κτίριο και σε κερνάνε αλκοόλ, φτιάχνουν τα σχολεία μια βλακεία, και σε μορφώνουν..
Αν υποψιαστώ πως είναι παράλογο....






Δεν είναι γλύκα!! Γιατί να μη το κάνουμε και στα δικά μας κτήρια που έχουμε και καλύτερο καιρό?

Η κάμερα δεν προσέχει πότε θέλουν πότισμα τα λουλούδια!!





















Γιατί βγήκε ανάποδα δεν ξέρω...απο τον περίγυρο του Γουίσδορ...





























Κοπήκατε κουκλίτσες μου!
 Αυτή είναι τουαλέτα ενός εστιατορίου ...μη φανταστείς τίποτα σπουδαίο στη σάλα....







Η τουαλέτα ,,,,....!!!!!















Οι λόρδοι και οι κόντες πάνε στο Ασκοτ...να δουν τα αλογάκια .....
να κάνουνε χαρά....



































Δεν πρόλαβα να πάω Λονδίνο και έστησα επιχείρηση!







Απο διαφήμιση στο Γκρίνουιτς.

Συγνώμη αν γίνομαι κουραστική, αλλά μου άρεσαν πολύ, και την αγαπημένη μου δεν μπορώ να την βρω με τίποτα!!
HAVE A NICE DAY or NIGHT or WHATEVER......

Δεν ξέρω τι να κάνω, χάθηκαν φωτογραφίες, τα σχόλια αλλού των αλλού, σόρυ αλλά γάνιασα.

Ξέρετε τι σημαίνει γάνιασα? Κουράστηκα απελπίστηκα , βαρέθηκα, όλα αυτά μαζί, Μάλλον το λέμε μόνο εδώ!

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Αναμνήσεις από αετούς με χασαπόχαρτο.

Όποτε πλησιάζει η Καθαρά Δευτέρα και βλέπω ανάρια ανάρια να πετούν χαρτετοί στον ουρανό, πάντα θυμάμαι με τη αγωνία και μαεστρία έφτιαχναν τους δικούς τους αετούς ο αδελφός μου και ο ξάδελφος μου, για να κάνουν αγώνες σκαρφαλωμένοι στα χαμηλά λιακωτά γύρω από το σπίτι μας.

Ποιος θα πήγαινε πιο ψηλά, ποιος θα έκανε τα πιο όμορφα πετάγματα, ποιανού ο καλούμα θα τέλειωνε πιο γρήγορα...και την αγωνία όταν έκαναν " πιατάκια" δηλαδή όταν έπεφτε με τούμπες ανακατεύοντας τον αέρα και τους έκανε να μαζεύουν την καλούμα γρήγορα γρήγορα, μέχρι να ξανατεντωθεί και πάλι ο αετός να πάρει την περήφανη πορεία του για όλα και πιο ψηλά, μέχρι να γίνει μια μικρή, τόση δα, κουκκίδα στον ουρανό.

Μέρες πριν, έψαχναν τα καλάμια, τις κόλλες, τους σουγιάδες που θα έκαναν τα καλάμια στέρεο σκελετό, και στο τέλος το απλό σκέτο σκληρό γκρι χαρτί που θα έπαιρνε τα όνειρα τους ψηλά, πολύ ψηλά, και θα τους έκανε τους κυρίαρχους των ουρανών.

Φυσικά, αυτά ήταν αγορίστικα πράγματα, και τα κορίτσια, και μάλιστα οι αδελφές και οι ξαδέλφες, καμιά δουλειά δεν είχαν, παρά μόνο του παρατηρητή , και του αντικαταστάτη της μητρικής φωνής όταν ξεχνιώντουσαν.

¨" Μη!! θα πέσεις! Μη πας πιο πίσω!! Πρόσεχε!! " μέχρι να μας διώξουν τελείως μιας και τους αποσπάγαμε την προσοχή από το οδήγημα του αετού και την κατάκτηση των αιθέρων.

Ακόμα υπάρχουν μερικά από αυτά τα μικρά λιακωτά τριγύρω, αλλά τα σημερινά παιδιά δεν μπορούν να φανταστούν το πως μεταμορφώνονταν σε πίστες, την μια για τους αετούς, την άλλη για να σημάδι, την άλλη για τοξοβολία με τις κλάρες από τις διπλανές μουριές, την άλλη για απλό πέρασμα από την μια αυλή στην άλλη...

Καμιά φορά όμως, πως τα φέρνει η ζωή αλήθεια, να ,ολοζώντανα μπρος τα μάτια μου, βλέπω τον εαυτό μου και την ξαδέλφη μου την Μαρία, να περνάμε σαν κομάντος καλιόσα το τοιχάκι, να κοιτάμε ψηλά τους αετούς και να φωνάζουμε.."Δώσε μου και μένα να τον κρατήσω λίγο!"

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Αναμνήσεις από τις γιαγιάδες μου...Το μαγκάλι και το γαιδούρι...


 Τώρα που γίνεται τόση κουβέντα  για τα τζάκια και τις σόμπες, θυμάμαι τότε που ήμουνα μια σταλιά παιδάκι και καθόμουν γύρω από το μαγκάλι με την γιαγιά μου την Σοφία. 'Ενα μαύρο στόμα με κόκκινες αμυγδαλές που άχνιζαν και ζέσταιναν με την ανασαιμιά τους το μικρό δωμάτιο.
"Άνοιξε κόρη την πόρτα λίγο γιατί δεν κάνει να αναπνέουμε το μαγκάλι!" Έτρεχα και έβγαζα το κοντομίρι πίσω από την πόρτα να ανοίξει στο κρύο και στον καθαρό αέρα.
Δεν είχε πολλά λόγια, μια πονεμένη γυναίκα, έσφιγγε το μαύρο μαντίλι και αναστέναζε με τις αναμνήσεις της..Μόνο πότε πότε χαμογελούσε που με έβλεπε να παίζω με την κούκλα μου, την Νιόβη..Πρόσεχα να χτενίζω τα μακρυά της ξανθά μαλλιά, μακρυά από τα κάρβουνα που έκαιγαν και μετά χωνόμουν δίπλα της, ανάμεσα στην μικρή στοιβή με τα ρούχα και το σιδερένιο κρεββάτι, και ακούγαμε μαζί την "Θεία Λένα"
¨Καλημέρα σας παιδιά!" τραγουδούσαν οι παιδικές φωνούλες στο ραδιόφωνο και η γιαγιά μου με παρακαλούσε να το χαμηλώσω γιατί πονούσε το κεφάλι της...Ερχόταν και η ξαδέλφη μου η Μαρία, και ακούγαμε μαζί τα αγαπημένα μας προγράμματα.
Τώρα που τόσα λέγονται για την νέα φτώχεια και ο κόσμος φοβάται, ας αφήσουμε τις ευτυχισμένες και γλυκιές αναμνήσεις από τα βάθη του χρόνου να πάρουν την θέση  τους στο παρόν μας, και ας δεχτούμε ότι τα παιδιά το μόνο που θέλουν για να είναι ευτυχισμένα, είναι να τα δέχονται και να τα αγαπούν.








'Hθελα να πω  για ένα ζωντανό που θυμούμε..τώρα πούχουν γιομίσει αλόγατα οι δρόμοι. Κάποτες είχε η γιαγιά μου η Κούλα, ένα γαιδούρι και μ'εβαζε πάνου να πάμε στο Νικάσι..Στο Νικάσι τότες δεν υπήρχε τίποτις, μόνο 3.5 σπίτια ανάρια ανάρια, τσ ερείπια παντού...Κράζανε τα νυχτοπούλια κι οι κουκουβάγιες μέσα στα χαλάσματα και πετάγανε πάνου απου τα ψηλά κιπαρίσσα..Μούλεγε τότες το λοιπόν η γιαγιάκα μου,.."Η Μεκουνίδα καίγεται το κάστρο καμαρώνει και ο καημένος ο Γραμπιάς κλαίει και δεν μερώνει' Τσε πήγαινε το σαμάρι, χρατσ,χρατσ, πίσου μπρός, και κράταγα τα ξύλα μπροστά μη πέσω στην ανηφόρα.."Εδώ είναι η μάνα του βοριά"μούλεγε και ανεβαίναμε τις στροφές στα ασπροχώματα και στους Κοκκάλους, και πάταγε ο γάιδαρος τον χωματόδρομο γεμάτο πέτρες, και πιο πέρα βάτια, και πιο πέρα τίποτις, μόνο ο αγέρας που έφευγε από την ΄μανα του και πήγαινε στην θάλασσα. Τσε μετά έδινα μια και πετάγόμουν κάτου και έτρεχα να παίξω στην στέρνα με τους βατράχους ενω το γαιδούρι πήγαινε στο παχνί του, και κροτάλιζε τις οπλές στις πλάκες........Τότενες τάχαμε τα ζα για δουλειά, τώρα τάχουνε για παρέα,,,και τρέχουνε στα παζάρια να βρουν το ταίρι τους...Μνήσθητι μου Κύριε!

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Καπνίζοντας τα λουκάνικα!

Νύχτα.
Μαύρη νύχτα. Πηχτό σκοτάδι να το κόψεις με το μαχαίρι.
Κρύο.
Πολύ κρύο. Διαπεραστικό κρύο του χιονιά.
Αέρας.
Πολύ αέρας. Σήκωνε και τις πέτρες και προσκυνούσανε τα δέντρα.

Εκείνη την νύχτα, στην ερημιά του κάμπου, το τζάκι κάπνιζε. Κάπνιζε τα λουκάνικα, κάπνιζε και μας.
Άνοιγες την πόρτα και ο αέρας πάγωνε τα πάντα, έκλεινες την πόρτα, η κάπνα σε έπνιγε να σκάσεις.

Δεν έφτανε που κάπνιζε το τζάκι, που δεν μπορούσαμε να ανοίξουμε και την πόρτα, κόπηκε και το ρεύμα...
Σκοτάδι πάνω, σκοτάδι κάτω, σκοτάδι μέσα, σκοτάδι παντού, με την φωτιά στο τζάκι να λιγώνεται να σβήσει και τα λουκάνικα να έχουν τον ακάπνιστο.
Η μάνα μου με πείσμα να προσπαθεί να την αναστήσει, να μας ηρεμήσει, να προσέχει μην της αρπάξουν τα λουκάνικα που κρέμονταν μέσα στο τζάκι.

Μετά από αρκετή ώρα ο αέρας σαν να κόπασε, και το χιόνι άρχισε να πέφτει.

Το τζάκι ξαναφτιάχτηκε, και άλλα πολλά λουκάνικα έγιναν από τότε, αλλά εκείνη η παράξενη νύχτα θα μείνει για όσο ζω αξέχαστη γιατί παρόλες τις αναποδιές γελάσαμε πολύ όλοι μαζί, ίσως και για αυτό έβρισκε το κουράγιο η μάνα μου να αναστήσει την φωτιά.

Στον τρύγο κάποτε και νέοι αγρότες...


Είναι απίστευτο το πόσες μνήμες ανασκαλεύονται μέσα από τους διαλόγους που γίνονται στις Γεύσεις της Εύβοιας...Έτσι και γω θυμήθηκα τότε που πήγαινα στον τρύγο και ορκίστηκα πια να μην ξαναπάω ποτέ πια .....
Τώρα μοιράζουνε γη σε νέους αγρότες και είδα έναν σε ένα ρεπορτάζ να παραπονιέται λέει γιατί η γη που του δώσανε δεν είχε νερό και είχε πέτρες και το έδαφος δεν είναι καλλιεργήσιμο!
Καινούργιο συκώτι  έκανα από το γέλιο!
Ποιος τους είπε ότι τα κτήματα όλα έχουν νερό και η γη είναι καθαρή και ξεβοτανισμένη να περιμένει αυτούς τους νέους αγρότες που νομίζουν ότι είναι όπως στην διαφήμιση?

Η ζωή του αγρότη είναι σκληρή, η ζωή του κτηνοτρόφου είναι αγροτικές φυλακές που δεν μπορείς ούτε να αρρωστήσεις...

Αν ήταν τόσο καλή θα έκαναν τόσες θυσίες οι αγρότες να διώξουν τα παιδιά τους? Μήπως είχαν τότε ΕΛΓΑ και επιδοτήσεις ? 
Δύσκολη ζωή, αλλά τίμια και αξιοπρεπή ..Δεν φέρνανε την φτώχεια σαν δικαιολογία για παραβατική συμπεριφορά όπως την δικαιολογούν τώρα..
  
Για μας η αγροτική ζωή ήταν μόνο ένα παράθυρο σε έναν άλλο άγνωστο κόσμο, όμως αυτό που έβλεπα μέσα σε αυτό το παράθυρο ήταν κάτι πολύ σκληρό και απορούσα με την όψιμη αγάπη του πατέρα μου για την γη. 
Το μυστικό είναι η επιλογή. Να είσαι κοντά της επειδή το θέλεις, και μακάρι όσοι διαλέγουν να γυρίσουν κοντά της, να την αγαπούν τόσο όσο χρειάζεται για να αντέξουν τις δυσκολίες της.






 Μνήμες από τον τρύγο στην διάλεκτο μας.
...τότενες στον τρύγο, φορτώναμε τα λόγατα και που περιμέναμε το φορτηγό να φορτώσει τρώγαμε με τάλογο απο την ίδια κόφα και δεν παθαίναμε τίποτις ..δεν υπάρχανε τότες μικρόβια μαθές η αλλάξανε άντερα οι ανθρώποι και δε το πήραμε χαμπάρι?...Σαν τα λάγια καθόμουσταν μες τον ήλιο και περνούσαν κάτι ξένοι να μας βγάλουν φωτογραφίες γιατί ήτουνε λεέι "γραφικό" και "τι ωραία που περνούσαμε" 'Ελα κάτσ εσύ διπλωμένος να τρυγάς μια το τσαμπί και μια το δάκτυλο να σου πω γω τι ωραία που είναι. Να διπλώνει η μέση και να κτυπάν οι πόνοι όπου υπάρχει άκρη και να μη μπορείς να σταθείς ούτε ορθός ούτε ξαπλωτός ούτε ανακούρκοδα...Να κάτσεις να σφαιδώσεις κομμάτι φαγητό και οι μύγες νάναι σύννεφο οι σφύγγες κοπάδι και οι αφορεσμένοι οι εργάτες να πίνουν τον αγλέορα από το κρασί και να μην σηκώνουντε μετά με τίποτις να βγει το έργος, και όλο κατσίκι, κατσίκι, πάφα πούφα, όλη την ώρα, και να τρέχουμε μεις πιο γρήγορα μπας κα ιφιλοτιμηθούνε οι ανεπρόκοποι να κουνήσουν. Βλέπεις τότενες δεν είχαμε τσι αλβανούς πακιστάνους και άλλους και ντροπής πράματα να μαλώνεις γειτόνους και γνωστούς...

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Παράδοση και καταγραφή...

Έχουμε συνηθίσει, χρόνια τώρα, να τιμούμε τα ήθη και τα έθιμα της ιδιαίτερης πατρίδας μας, και της Πατρίδας γενικότερα.
Όσο η παγκοσμιοποίηση προχωρά σε μια ισοπεδωτική ομογενοποίηση των λαών, τόσο οι κοινωνίες μικρές και μεγάλες αισθάνονται έστω και υποσυνείδητα την ανάγκη να συσπειρωθούν να οριοθετήσουν τις εκφράσεις τους ,να προσανατολίσουν την συμπεριφορά τους προς τα κει που ξέρουν ξεκάθαρα ότι  προέρχονται και ανήκουν ,και όχι σε ένα χαοτικό κόσμο που με το πρόσχημα της πολυτισμικότητας, προωθεί παγκόσμια πρότυπα τρόπου ζωής, που δεν μπορούν να καλύψουν τις πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων.

Καταγράφουμε τα έθιμα και τα αναβιώνουμε πανηγυρικά. Μαθαίνουμε τους χορούς και μυούμε την νεολαία σε βήματα που μας πηγαίνουν ακόμα και χιλιάδες χρόνια πίσω στον χρόνο.
Εκθέτουμε τα ρούχα και με περηφάνια δείχνουμε τις δεξιότητες και την τέχνη των παλιών νοικοκυραίων.
Οργανώνουμε μουσεία και αναπαριστούμε ολόκληρα σπίτια όπου με καμάρι τα δείχνουμε στις νεότερες γενιές και στους επισκέπτες..

Τι γίνεται όμως με την γλώσσα?

Τι γίνεται με την τοπική διάλεκτο που μιλούσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ύφαιναν όλη αυτήν την ζωή και μεις με τόση σπουδή προσπαθούμε να ανασυνθέσουμε?

Η αλήθεια είναι ότι δεν της έχουμε δώσει και πολύ μεγάλη σημασία, ίσως γιατί ακόμα μιλιέται,έστω και από λίγους, και αν κάτι δεν εξαφανιστεί τελείως δεν νιώθουμε την ανάγκη της καταγραφής του.

Στην Κάρυστο, εδώ και πολλά χρόνια υπάρχει η στήλη του κ.Κεκεμπάνου στην Καρυστινή που με πραγματικά γλαφυρό τρόπο περιγράφει σκηνές ζωής στην τοπική διάλεκτο.

Ας δώσουμε λοιπόν λίγη προσοχή όταν τα ακούμε, ας προσπαθήσουμε να συγκρατήσουμε λέξεις, τονισμούς, και εκφράσεις .
Άλλωστε η ευχή της γιαγιάς μου πάντα ήταν..."νάχεις την ευκή μου κόρη μου", και σε αυτή την διάλεκτο ακόμα θυμάμαι τα λόγια της, αναπόσπαστο μέρος της ανάμνησης της.