Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

Καλή βδομάδα με μια ματιά στην παράδοση,

Kώστας Κρυστάλλης  Κώστας Κρυστάλλης [πηγή: Βικιπαίδεια]
deco_leftΗλιοβασίλεμα deco_right

Το ποίημα που ακολουθεί είναι το πρώτο μέρος του ομότιτλου ποιήματος του Κώστα Κρυστάλλη, το οποίο περιλαμβάνεται στη συλλογή 
O τραγουδιστής του χωριού και της στάνης (1893). O Κ. Κρυστάλλης, στηριζόμενος στην παράδοση των δημοτικών μας τραγουδιών και χρησιμοποιώντας τη γλώσσα και το ρυθμό τους, τραγουδά την άδολη ομορφιά της ελληνικής υπαίθρου και την αγνότητα των ανθρώπων του αγροτικού μόχθου.

Πίσω από μακρινές κορφές ο ήλιος βασιλεύει,
και τ’ ουρανού τα σύνορα χίλιες βαφές αλλάζουν,
πράσινες, κόκκινες, ξανθές, ολόχρυσες, γαλάζες,
κι ανάμεσά τους σκάει λαμπρός λαμπρός ο Αποσπερίτης.
Την πύρη του καλοκαιριού την σβηεί γλυκό αγεράκι
που κατεβάζουν τα βουνά, που φέρνουν τ’ ακρογιάλια.
Ανάρια τα κλωνάρια του κουνάει ο γερο-πεύκος,
και πίνει και ρουφάει δροσιά κι αχολογάει και τρίζει,
η βρύση η χορταρόστρωτη δροσίζει τα λουλούδια,
και μ’ αλαφρό μουρμουρητό γλυκά τα νανουρίζει·
θολώνει πέρα η θάλασσα, τα ριζοβούνια ισκιώνουν,
τα ζάλογκα μαυρολογούν, σκύβουν τα φρύδια οι βράχοι,
κι οι κάμποι γύρου οι απλωτοί πράσινο πέλαο μοιάζουν.

Απ’ όξω, από τα οργώματα, γυρνούνε οι ζευγολάτες,
ηλιοκαμένοι, ξέκοποι, βουβοί, αποκαρωμένοι,
με τους ζυγούς, με τα βαριά τ’ αλέτρια φορτωμένοι,
και σαλαγούν από μπροστά τα δυο καματερά τους,
τρανά, στεφανοκέρατα, κοιλάτα, με μακριά τραχηλιά τραχηλάτα,
«Oώ! φωνάζοντας, οώ! Μελισσηνέ, Λαμπίρη»·
κι αργά τα βόδια περπατούν και πού και πού μουγκρίζουν.
Γυρνούνε από τα έργα τους οι λυγερές, γυρνούνε
με τα ζαλίκια αχ τη λογγιά, με τα σκουτιά αχ το πλύμα,
με τες πλατιές των τες ποδιές σφογγίζοντας τον ίδρω·
και σ’ όποιο δέντρο κι αν σταθούν, σ’ όποιο κοντρί ακουμπήσουν,
εις το μουρμούρι του κλαριού, εις τη θωριά του βράχου
γλυκόν γλυκό και πρόσχαρον χαιρετισμό ξανοίγουν:
«Γεια και χαρά στον κόσμο μας, στον όμορφό μας κόσμο!»
Λ. Πολίτη, Ποιητική Ανθολογία, τόμ. 6, Δωδώνη

Μιχ. Γκανάς, «Γυάλινα Γιάννινα» [Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α΄ Γυμνασίου]


*πύρη: πύρωμα, καύσωνας *ανάρια: αραιά *αχολογάει: βουίζει, παράγει ήχο *ριζοβούνια: πρόποδες βουνού *ζάλογκα: πυκνά δάση *ζευγολάτες: γεωργοί (που οργώνουν) *ξέκοποι: κατάκοποι *αποκαρωμένοι: νυσταγμένοι από τη ζέστη *καματερά: βόδια που χρησιμοποιούνται στο όργωμα *τραχηλάτα: με μακριά τραχηλιά *ζαλίκια: δεμάτια ξύλα που τα κουβαλούν στον ώμο *λογγιά: πυκνό δάσος *σκουτιά: ρούχα *κοντρί: μεγάλη πέτρα, κοτρόνι
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

Στὸ Σταυραητό

Ἀπὸ μικρὸ κι ἀπ᾿ ἄφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμὶ μὲ τὸν καιρὸ καὶ δύναμη κι ἀγέρα
κι ἁπλώνεις πῆχες τὰ φτερὰ καὶ πιθαμὲς τὰ νύχια
καὶ μέσ᾿ στὰ σύγνεφα πετᾶς, μέσ᾿ στὰ βουνὰ ἀνεμίζεις
φωλιάζεις μέσ᾿ στὰ κράκουρα, συχνομιλᾶς μὲ τἄστρα,
μὲ τὴν βροντὴ ἐρωτεύεσαι, κι ἀπιδρομᾶς καὶ παίζεις
μὲ τἄγρια ἀστροπέλεκα καὶ βασιλιᾶ σὲ κράζουν
τοῦ κάμπου τὰ πετούμενα καὶ τοῦ βουνοῦ οἱ πετρίτες.
Ἔτσι ἐγεννήθηκε μικρὸς κι ὁ πόθος μου στὰ στήθη,
κι ἀπ᾿ ἄφαντο κι ἀπ᾿ ἄπλερο πουλάκι σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, πῆρε φτερά, πῆρε κορμὶ καὶ νύχια
καὶ μοῦ ματώνει τὴν καρδιά, τὰ σωθικά μου σκίζει
κι ἔγινε τώρα ὁ πόθος μου ἀητός, στοιχειὸ καὶ δράκος
κι ἐφώλιασε βαθιὰ - βαθιὰ μέσ᾿ στ᾿ ἄσαρκο κορμί μου
καὶ τρώει κρυφὰ τὰ σπλάγχνα μου, κουφοβοσκάει τὴν νιότη.
Μπεζέρισα νὰ περπατῶ στοῦ κάμπου τὰ λιοβόρια.
Θέλω τ᾿ ἀψήλου ν᾿ ἀνεβῶ ν᾿ ἀράξω θέλω, ἀητέ μου,
μέσ᾿ στὴν παλιά μου κατοικιά, στὴν πρώτη τὴ φωλιά μου,
Θέλω ν᾿ ἀράξω στὰ βουνά, θέλω νὰ ζάω μ᾿ ἐσένα.
Θέλω τ᾿ ἀνήμερο καπρί, τ᾿ ἀρκούδι, τὸ πλατόνι,
καθημερνή μου κι ἀκριβὴ νὰ τἄχω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, κάθε αὐγή, θέλω τὸ κρύο τ᾿ ἀγέρι
νἄρχεται ἀπὸ τὴν λαγκαδιά, σὰν μάνα, σὰν ἀδέρφι
νὰ μοῦ χαϊδεύει τὰ μαλλιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτά μου στήθη.
Θέλω ἡ βρυσούλα, ἡ ρεματιά, παλιὲς γλυκές μου ἀγάπες
νὰ μοῦ προσφέρνουν γιατρικὸ τ᾿ ἀθάνατα νερά τους.
Θέλω τοῦ λόγγου τὰ πουλιὰ μὲ τὸν κελαϊδισμό τους
νὰ μὲ κοιμίζουν τὸ βραδύ, νὰ μὲ ξυπνοῦν τὸ τάχυ.
Καὶ θέλω νἄχω στρῶμα μου, νἄχω καὶ σκέπασμά μου
τὸ καλοκαίρι τὰ κλαδιὰ καὶ τὸν χειμώ᾿ τὰ χιόνια.
Κλωνάρια ἀπ᾿ ἀγριοπρίναρα, φουρκάλες ἀπὸ ἐλάτια
θέλω νὰ στρώνω στοιβανιὲς κι ἀπάνου νὰ πλαγιάζω,
ν᾿ ἀκούω τὸν ἦχο τῆς βροχῆς καὶ νὰ γλυκοκοιμιέμαι.
Ἀπὸ ἡμερόδεντρον ἀητέ, θέλω νὰ τρώω βαλάνια,
θέλω νὰ τρώω τυρὶ ἀλαφιοῦ καὶ γάλα ἀπ᾿ ἄγριο γίδι.
Θέλω ν᾿ ἀκούω τριγύρω μου πεῦκα κι ὀξιὲς νὰ σκούζουν,
θέλω νὰ περπατῶ γκρεμούς, ῥαϊδιά, ψηλὰ στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερὰ δεξιὰ ζερβιὰ νὰ βλέπω.
Θέλω ν᾿ ἀκούω τὰ νύχια σου νὰ τὰ τροχᾶς στὰ βράχια,
ν᾿ ἀκούω τὴν ἄγρια σου κραυγή, τὸν ἴσκιο σου νὰ βλέπω.
Θέλω, μὰ δὲν ἔχω φτερά, δὲν ἔχω κλαπατάρια,
καὶ τυραννιέμαι, καὶ πονῶ, καὶ σβυιέμαι νύχτα μέρα.
Παρακαλῶ σε, σταυραητέ, γιὰ χαμηλώσου ὀλίγο
καὶ δῶσ᾿ μου τὲς φτεροῦγες σου καὶ πάρε με μαζί σου,
πάρε με ἀπάνου στὰ βουνά, τὶ θὰ μὲ φάῃ ὁ κάμπος!

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Σοφές συμβουλές για όλους. Εύηνος.

Εύηνος,
Ελεγείες.

Πολλοί συνηθίζουν ν΄αντιλένε σε όλα,
αλλά δεν συνηθίζουν να αντιλένε σωστά.
Γι΄αυτούς αρκεί και ταιριάζει ο λόγος:
" αυτό νομίζεις για σωστό, εγώ νομίζω το άλλο"
Τους έξυπνους πιο γρήγορα τους πείθεις
στο σωστό, σωστά αν τους μιλήσεις,
αφού πιο εύκολα μαθαίνουν.

Μεγάλη σοφία νομίζω πως είναι
να γνωρίζεις σωστά τι είναι ο καθένας.

Να έχει μυαλό αλλά νάχεις και τόλμη,
μεγάλο προσόν.
Χωρίς μυαλό η τόλμη φέρνει συμφορές.

Συχνά ο θυμός ξεσκεπάζει τον άνθρωπο
πιο πολύ απ΄ όσο μπορεί το μεθύσι.


Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

Ένα διδακτικό ποίημα.


Ίαμβοι Α΄και Β΄

Όσα υπάρχουν παιδί μου, όλα ο παντοδύναμος
τ΄κανε Δίας,
και όπως θέλει τα ορίζει ο ίδιος,
δίχως για μας τους θνητούς νά ΄χει έγνοια
που εφήμεροι είμαστε,
και όπως τα ζώα δεν ξέρουμε τίποτα
τι τέλος θα δώσει ο θεός στον καθένα.
Λαχτάρα κι ελπίδα μόνο μας τρέφει
κι ονειρευόμαστε άπρακτοι,
άλλοι πως σήμερα θα΄ρθουνε όλα,
κι΄άλλοι με των ετών τα γυρίσματα,
Και όλοι νομίζουν πως το αύριο θα ΄ρθει
πλούτο γεμάτο και αγαθά ευπρόσδεκτα
Όμως προφταίνουν τα γεράματα  τα άθλια
πριν να προφτάσεις να χαρείς όσα θέλεις.
Κι άλλους, τους δύστυχους, τους λιώνουν οι αρρώστιες
και άλλους στης γης της μαύρης τα τάρταρα
τους στέλνει ο πόλεμος
κι άλλοι στης θάλασσαςτην λαίλαπα έρμαιοι
και στα μαύρα κύμματα πνίγονται μέσα,
μη μπορώντας να αντέξουν
κι άλλοι στην κρεμάλα μόνοι τους μπαίνουν
για την μαύρη τη μοίρα τους
και τον ήλιο αφήνουν.
Καμμιά συμφορά δεν μας λείπει
και μύρια δεινά μας βρίσκουν και πάθη,
μοιράια και απρόσμενα.
Όμως τα λόγια μου οι θνητοί να τα άκουγαν,
δεν θα λαχταρούσαν τόσο τις χαρές,
ούτε στις λύπες μέσα χωμένοι, ολοένα θα έλιωναν.

Αψεγάδιαστος η αθάνατος άνθρωπος κανένας.

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Μάσκες .

Μάσκα τα λόγια τα ωραία,
μάσκα τα χαμόγελα
που στάζουν την κάλυψη της ψυχής.
Μάσκα οι φιλάρεσκες πράξεις
που δεν αγγίζουν την ουσία της ζωής.

Μάσκα το πρόσωπο 
 το φροντισμένο,
μάσκα το άνισο ,
το άμετρο στο μέτρο το μικρό.
Μάσκα που πέφτει ξαφνικά,
εκεί που απρόσμενα η τύχη
προσπερνά,
και το ασυνείδητο  έρχεται στο φως.
 Μάσκα στις χειρονομίες
που μένουν μετέωρες,
που δεν ξέρουν από που να πιαστούν και πως.